Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [11620-11640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
10741γκετοποιώ[γκετοποιῶ] γκε-το-ποι-ώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {γκετοποι-εί, -ώντας | γκετοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: αναγκάζω μια μειονοτική ή κοινωνικά μειονεκτική ομάδα να ζήσει σε γκέτο ή γενικότ. σε κατάσταση περιθωριοποίησης και απομόνωσης, αποκομμένη από το κοινωνικό σύνολο: Πολιτική που ~εί (= περιθωριοποιεί) τους μετανάστες. Περιοχές που έχουν ~ηθεί. ~ημένη: γειτονιά/περιοχή/συνοικία. Βλ. -ποιώ.
10742γκιουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. αειθαλές παρασιτικό φυτό (επιστ. ονομασ. Viscum album) με λευκούς ή κίτρινους στρογγυλούς καρπούς και δερματώδη φύλλα, που φυτρώνει σε κλαδιά οπωροφόρων και άλλων δέντρων, κυρ. των ελάτων, και χρησιμοποιείται ως χριστουγεννιάτικο διακοσμητικό: Στόλισα το σπίτι με ~. Πβ. αγκάθι του Χριστού. ΣΥΝ. ιξός (1) [< γαλλ. gui]
10743γκιαούρηςγκια-ού-ρης ουσ. (αρσ.) {-ηδες | θηλ. γκιαούρισσα} (υβριστ.): (ως χαρακτηρισμός από τους Τούρκους) άπιστος, αλλόθρησκος· ειδικότ. χριστιανός. Βλ. ραγιάς. [< μεσν. γκιαούρης < τουρκ. gâvur ‘άπιστος’]
10744γκίγκαβλ. γιγαμπάιτ
10745γκιλοτίναγκι-λο-τί-να ουσ. (θηλ.): μηχανικό όργανο αποκεφαλισμού των καταδικασμένων σε θάνατο, αποτελούμενο από κοφτερή, βαριά λεπίδα που γλιστρούσε με δύναμη ανάμεσα σε δύο κάθετους οδηγούς και κατ' επέκτ. κάθε μηχάνημα ή συσκευή κοπής που λειτουργεί με ανάλογο τρόπο: (παλαιότ.) εκτέλεση με ~. Η ~ στη Γαλλική Επανάσταση. Τον έστειλαν στη ~. ΣΥΝ. λαιμητόμος. Βλ. αγχόνη, ικρίωμα.|| Κοπτικό χαρτιών τύπου ~.|| (μτφ.) Στην ~ τα ατομικά δικαιώματα. Πβ. κατάργηση. ΣΥΝ. καρμανιόλα. ● ΦΡ.: βάζω το κεφάλι μου στον ντορβά/στην γκιλοτίνα βλ. ντορβάς [< γαλλ. guillotine]
10746ΓκίνεςΓκί-νες ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (κ. με μικρό γ): βιβλίο ετήσιας κυκλοφορίας στο οποίο καταχωρούνται διεθνώς αναγνωρισμένα παγκόσμια ρεκόρ (ανθρώπινα επιτεύγματα, επιδόσεις και οτιδήποτε στον φυσικό κόσμο είναι ιδιαίτερα ασυνήθιστο και αξιοσημείωτο): νέο ρεκόρ ~. Εξασφάλισε μια θέση/μπήκε στο βιβλίο ~. [< αγγλ. Guinness (Book of Records), 1955]
10747γκίνιαγκί-νια ουσ. (θηλ.): (κυρ. στα τυχερά παιχνίδια) κακοτυχία, γρουσουζιά: ρεκόρ/σερί απίστευτης ~ιας. Έχω μεγάλη ~ σήμερα (ΑΝΤ. ρέντα). Με κυνηγά η ~. ΣΥΝ. ατυχία (1), γκαντεμιά ΑΝΤ. τύχη (2) ● ΦΡ.: έσπασε η γκίνια (προφ.): σταμάτησε η κακοτυχία. [< γαλλ. guigne]
10748γκιόνηςγκιό-νης ουσ. (αρσ.) {-ηδες}: ΟΡΝΙΘ. μικρό, νυκτόβιο, αρπακτικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Otus scops) με γκρίζο-καφετί φτέρωμα, συγγενικό προς την κουκουβάγια, που οφείλει το όνομά του στη μονότονη κραυγή του. [< αλβ. gjion]
10749γκιόσαγκιό-σα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. (μτφ.-υβριστ.) χαρακτηρισμός μεγάλης σε ηλικία γυναίκας άσχημης ή/και δύστροπης: γριά-~. Πβ. μέγαιρα, στρίγκλα. 2. ΖΩΟΛ. γέρικη γίδα ή προβατίνα. [< βλάχ. ghes(ă)]
10750γκιουβέτσιβλ. γιουβέτσι
10751γκιουλέκαςγκιου-λέ-κας ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): μάγκας, νταής: Μας κάνει τον ~α (πβ. ψευτοπαλικαράς). Δεν θα βάλουμε και ~α στον σβέρκο μας (πβ. δερβέναγας). Πβ. κουτσαβάκης. [< ανθρ. Γκιόνης Λέκκας]
10752γκιούλμπασιγκιούλ-μπα-σι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) γιούλμπασι: ΜΑΓΕΙΡ. κομμάτια κρεατικών (κατσίκι, μοσχάρι, χοιρινό) με τυρί, ντομάτα, πιπεριά και σκόρδο, μαγειρεμένα σε λαδόκολλα ή γάστρα. Βλ. κλέφτικο.
10753γκιούμιγκιού-μι ουσ. (ουδ.) (διαλεκτ.): μεταλλικό δοχείο με στενό λαιμό και λαβή για τη μεταφορά υγρών, κυρ. νερού. [< τουρκ. güğüm]
10754γκιπούργκι-πούρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: δαντέλα χωρίς φόντο, της οποίας τα μοτίβα χωρίζονται μεταξύ τους με μεγάλα κενά. [< γαλλ. guipure]
10755γκισάριγκι-σά-ρι ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. κυνηγόπαπια.
10756γκισέγκι-σέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & γκισές (ο) (προφ.): διαχωριστικός πάγκος πίσω από τον οποίο βρίσκεται ο υπάλληλος που εξυπηρετεί το κοινό σε μια υπηρεσία ή ταμείο: ~ εισιτηρίων (= εκδοτήριο). Το ~ του ταχυδρομείου/της τράπεζας (= ταμείο). Ο ταμίας/υπάλληλος στο ~. Περιμένω ουρά στο ~. Το ~ έκλεισε. ΣΥΝ. θυρίδα (2) [< γαλλ. guichet]
10757γκλάβαγκλά-βα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-συνήθ. μειωτ.): κεφάλι, μυαλό. Κυρ. στις ● ΦΡ.: κατεβάζει το κεφάλι/η κούτρα/η γκλάβα/ο νους/το ξερό μου βλ. κατεβάζω, κόβει το μυαλό του βλ. μυαλό [< σλαβ. glava]
10758γκλάμουργκλά-μουρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) γκλάμορ (αργκό-συχνά ειρων.): λάμψη και πολυτέλεια: γιορτινό/χολιγουντιανό ~. Με ~ και στιλ. Ρεβεγιόν με ~. Η βραδιά είχε ~. Πβ. αίγλη, ακτινοβολία, γκλαμουριά, χλιδή.|| (ως επίθ.) ~ ατμόσφαιρα/ζωή/πάρτι. Πβ. γκλαμουράτος. [< αγγλ. glamour, γαλλ. ~, περ. 1970]
10759γκλαμουράτος, η, ο [γκλαμουρᾶτος] γκλα-μου-ρά-τος επίθ. (αργκό-συνήθ. ειρων.): που χαρακτηρίζεται από γκλάμουρ: ~ος: γάμος. ~η: δεξίωση/ζωή. ~ο: κατάστημα. ~ες: κυρίες/σχολές (: περιζήτητες). ~α: κλαμπ/πάρτι/ρούχα/σόου. Πβ. ακριβός, κυριλέ, λαμπερός, χλιδάτος. Βλ. -άτος. ● Ουσ.: γκλαμουράτοι (οι): πρόσωπα με γκλάμουρ: οι ~ της τηλεόρασης. Πβ. αστέρες, επώνυμοι, κοσμικοί. [< αγγλ. glamorous, γαλλ. glamoureux, 1981]
10760γκλαμουριάγκλα-μου-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.-συνήθ. ειρων.): γκλάμουρ: Εγώ δεν πληρώνω για τη δήθεν ~!

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.