| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10761 | γκλασάρισμα | βλ. γλασάρισμα | |
| 10762 | γκλασάρω | βλ. γλασάρω | |
| 10763 | γκλασέ | βλ. γλασέ | |
| 10764 | γκλάσνοστ | γκλάσ-νοστ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΙΣΤ. πολιτική και οικονομική διαφάνεια· η πολιτική του ανοιχτού διαλόγου και της αδέσμευτης πληροφόρησης στα πλαίσια της περεστρόικα. [< γαλλ.-αγγλ. glasnost, 1986] | |
| 10765 | γκλίτερ | γκλί-τερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μικροσκοπικοί, σαν σκόνη, κόκκοι ιριδίζοντος υλικού που χρησιμοποιούνται για να δώσουν λάμψη, συνήθ. στο μακιγιάζ ή στη διακόσμηση αντικειμένων: ασημί/χρυσαφί ~. ~ σε στερεή/υγρή μορφή. Βερνίκι νυχιών με ~. Βάζω ~ στα μάτια. Βλ. ασημό-, χρυσό-σκονη, στρας.|| (μτφ.-συνήθ. ειρων.). Ρεβεγιόν βουτηγμένα στο ~ (: για κάτι λαμπερό αλλά επιφανειακό). [< αγγλ. glitter] | |
| 10766 | γκλίτσα | γκλί-τσα ουσ. (θηλ.) & αγκλίτσα (λαϊκό): ραβδί για βοσκό με λαβή σε σχήμα σίγμα. Πβ. μαγκούρα, μπαστούνι. ● ΦΡ.: ξύνεται/τρίβεται στη γκλίτσα του τσοπάνη/τσοπάνου: πάει γυρεύοντας: Μ’ αυτά που κάνει ~ ~. Πβ. γυρεύει/θέλει τον μπελά του, φιρί φιρί (το) πάει. | |
| 10767 | γκλομπ | & γκλοπ βλ. κλομπ | |
| 10768 | γκλος | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ημίρρευστο γυαλιστερό, διάφανο ή με λίγο χρώμα προϊόν μακιγιάζ, κυρ. για τα χείλη: άχρωμο/κόκκινο ~ (= λιπ γκλος). Βλ. κραγιόν.|| ~ ματιών. [< αγγλ. gloss] | |
| 10769 | γκλουόνιο | γκλου-ό-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. ΠΥΡ. σωματίδιο με θεωρητικά μηδενική μάζα και φορτίο, το οποίο εξασφαλίζει τη συνοχή των κουάρκς στο εσωτερικό ενός αδρονίου. [< αγγλ. gluon, 1971, γαλλ. ~, 1974] | |
| 10770 | γκνου | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. είδος μεγάλης αντιλόπης (επιστ. ονομασ. Catoblepas gnu) που ζει κυρ. στη Νότια Αφρική. [< γαλλ. gnou] | |
| 10771 | γκογκ | βλ. γκονγκ | |
| 10772 | γκοθάς, γκοθού | γκο-θάς ουσ. (αρσ. + θηλ.) (νεαν. αργκό): οπαδός της γκόθικ κουλτούρας, που ακολουθεί συνήθ. τα αντίστοιχα πρότυπα συμπεριφοράς και εμφάνισης: μαυροντυμένοι ~άδες. Βλ. ίμο, μεταλάς, πανκιό. [< αγγλ. goth] | |
| 10773 | γκόθικ | γκό-θικ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & γκοθ: νεανικό κίνημα που εκφράζεται με συγκεκριμένες προτιμήσεις στη μουσική και γενικότ. στην τέχνη, με ιδιαίτερα πρότυπα συμπεριφοράς (μελαγχολία, πεσιμισμός, παρακμή, σκοτεινό ύφος, μυστήριο) και εμφάνισης (μαύρα μαλλιά και ρούχα με μεσαιωνικά στοιχεία, έντονο βάψιμο των ματιών): Βλ. πανκ.|| (ως επίθ.) ~ ατμόσφαιρα (= μελαγχολική, μυστηριώδης).|| (για πρόσ.) Είναι ~ (= γκοθάς). Βλ. νεογοτθικός. [< αγγλ. gothic, 1983, goth, 1986] | |
| 10774 | γκολ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο και σε ομαδικά αθλήματα, όπως το χάντμπολ, το πόλο, το χόκεϊ) επιτυχές αποτέλεσμα που σημειώνεται όταν η μπάλα περνά τη γραμμή της αντίπαλης εστίας: γρήγορο (: στην αρχή του ματς)/εντυπωσιακό/έτοιμο (πβ. πάρε-βάλε)/καθαρό/παλικαρίσιο (: που επιτεύχθηκε με προσωπική ενέργεια του ποδοσφαιριστή)/κινηματογραφικό (= θεαματικό)/νικητήριο/σούπερ ~. ~ με κεφαλιά/πέναλτι. Το ~ της ισοφάρισης. Ισοπαλία χωρίς ~ (= λευκή ισοπαλία). Βάλαμε/δεχτήκαμε/φάγαμε ~. Μπήκε/σημειώθηκε ~. Μας έριξαν τέσσερα ~. Το ~ δεν μέτρησε (: ακυρώθηκε). (ως επιφών.) Γκοοολ! Πβ. σκοράρισμα, τέρμα. Βλ. αυτογκόλ, καλάθι. ● Υποκ.: γκολάκι (το) ● Μεγεθ.: γκολάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: γκολ φάουλ ΑΘΛ. 1. (στο ποδόσφαιρο) τέρμα με απευθείας εκτέλεση φάουλ: αριστοτεχνικό/εκπληκτικό/υπέροχο ~ ~ από τον ... 2. (στο μπάσκετ) καλάθι και μια ελεύθερη βολή από τον παίκτη που το πέτυχε. Βλ. τετράποντο. ● ΦΡ.: γκολ από τα αποδυτήρια (μτφ.): που σημειώνεται στα πρώτα λεπτά του πρώτου ή του δεύτερου ημιχρόνου., γκολ της τιμής: που επιτυγχάνεται συνήθ. προς το τέλος του αγώνα από ομάδα η οποία χάνει με μεγάλη διαφορά και με το οποίο θεωρείται ότι διασώζεται κάπως το γόητρό της., είμαι/έγινα/βγήκα γκολ (αργκό): νιώθω εξάντληση κυρ. από μεθύσι: Μετά από το τρίτο ουίσκι έγινα ~ (= λιώμα, πίτα, σκνίπα, στουπί, τύφλα, φέσι). [< αγγλ. goal] | |
| 10775 | γκολκίπερ | γκολ-κί-περ ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & (προφ.) κίπερ: ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) τερματοφύλακας. [< αγγλ. goalkeeper] | |
| 10776 | γκόλμπολ | γκόλ-μπολ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. παραολυμπιακό άθλημα μεταξύ δύο ομάδων που αποτελούνται από τρεις αθλητές με διαταραχές στην όραση, οι οποίοι προσπαθούν να σημειώσουν γκολ, ρίχνοντας με το χέρι ειδική μπάλα που βγάζει ήχο, όταν κινείται. Βλ. μπότσια. [< αγγλ. goalball, 1946] | |
| 10777 | γκόλντεν μπόις | γκόλ-ντεν μπό-ις ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.| σπανιότ. στον εν. γκόλντεν μπόι} (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): υψηλόμισθα διευθυντικά στελέχη ιδιωτικών και δημόσιων επιχειρήσεων ή οργανισμών: τα ~ των τραπεζών/του χρηματιστηρίου. Στο στόχαστρο τα μπόνους των ~. [< αγγλ. golden boys] | |
| 10778 | γκολπόστ | γκολ-πόστ ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) τα δοκάρια του τέρματος· συνεκδ. το τέρμα: Ο τερματοφύλακας υπερασπίστηκε τα ~. Βρίσκεται/επιστρέφει κάτω από τα ~ (: στη θέση του γκολκίπερ). [< αγγλ. goalpost] | |
| 10779 | γκολτζής | γκολ-τζής ουσ. (αρσ.) (προφ.): (κυρ. στο ποδόσφαιρο) παίκτης που πετυχαίνει συχνά γκολ. Πβ. μπόμπερ, πιστολέρο, σκόρερ. Βλ. στράικερ. | |
| 10780 | γκολφ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. υπαίθριο άθλημα στο οποίο ο παίκτης επιχειρεί με τη χρήση ειδικών μπαστουνιών και με όσο το δυνατόν λιγότερα χτυπήματα να κατευθύνει μια μικρή μπάλα σε συνήθ. δεκαοκτώ διαδοχικές τρύπες στο έδαφος και συνεκδ. το γήπεδο στο οποίο παίζεται το άθλημα: μπαλάκι/οχήματα/τουρνουά ~. Παντελόνι του ~ (: που φτάνει περ. μέχρι τη μέση της κνήμης). (ως επίθ.) ~ κλαμπ. Μίνι ~ (: που διεξάγεται σε μικρές πίστες με ειδική διαμόρφωση). Βλ. κρίκετ, κροκέ, χόκεϊ. [< αγγλ. golf] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ