Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [11660-11680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
10779γκολτζήςγκολ-τζής ουσ. (αρσ.) (προφ.): (κυρ. στο ποδόσφαιρο) παίκτης που πετυχαίνει συχνά γκολ. Πβ. μπόμπερ, πιστολέρο, σκόρερ. Βλ. στράικερ.
10780γκολφουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. υπαίθριο άθλημα στο οποίο ο παίκτης επιχειρεί με τη χρήση ειδικών μπαστουνιών και με όσο το δυνατόν λιγότερα χτυπήματα να κατευθύνει μια μικρή μπάλα σε συνήθ. δεκαοκτώ διαδοχικές τρύπες στο έδαφος και συνεκδ. το γήπεδο στο οποίο παίζεται το άθλημα: μπαλάκι/οχήματα/τουρνουά ~. Παντελόνι του ~ (: που φτάνει περ. μέχρι τη μέση της κνήμης). (ως επίθ.) ~ κλαμπ. Μίνι ~ (: που διεξάγεται σε μικρές πίστες με ειδική διαμόρφωση). Βλ. κρίκετ, κροκέ, χόκεϊ. [< αγγλ. golf]
10781γκόλφεργκόλ-φερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} & γκολφέρ: ΑΘΛ. παίκτης του γκολφ. [< αγγλ. golfer], γαλλ. golfeur, 1901]
10782γκόλφιγκόλ-φι ουσ. (ουδ.) (διαλεκτ.): φυλαχτό, εγκόλπιο. [< μεσν. γκόλφι]
10783γκόμεναγκό-με-να ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. ερωτική σύντροφος· ερωμένη, φιλενάδα: η ~ά μου. Πβ. φίλη. 2. πολύ όμορφη, ελκυστική γυναίκα και κατ' επέκτ. κάθε γυναίκα: Είναι ωραία ~! Πβ. θεά, κόμματος, κούκλα, μανούλι.|| Τι λέει η ~! Βλ. χαζο~. ● Υποκ.: γκομενάκι (το) (νεαν. αργκό): πολύ όμορφη νέα κοπέλα και σπανιότ. ωραίο αγόρι. Πβ. πιπίνι., γκομενίτσα (η) & (σπανιότ.) γκομενούλα ● Μεγεθ.: γκομενάρα (η): Πβ. κορμ-, κουκλ-άρα. ● ΦΡ.: βγάζω/βρίσκω/πιάνω/ρίχνω γκόμενα/γκόμενο (προφ.): αποκτώ ερωτικό σύντροφο.
10784γκομενάκιαςγκο-με-νά-κιας ουσ. (αρσ.) (προφ.): γκομενιάρης. Βλ. -άκιας.
10785γκομενιάρηςγκο-με-νιά-ρης ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.) : άνδρας που επιδιώκει να έχει ή κάνει πολλές και κατά κανόνα επιφανειακές ερωτικές σχέσεις. Πβ. γυναικάς, ερωτύλος, μουρντάρης, μπερμπάντης. Βλ. -ιάρης. ΣΥΝ. γκομενάκιας
10786γκομενίζωγκο-με-νί-ζω ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} & γκομενιάζω (προφ.): (συνήθ. για άνδρα) έχω τάση να φλερτάρω, ερωτοτροπώ. Πβ. τσιλιμπουρδίζω.
10787γκομενικός, ή, ό γκο-με-νι-κός επίθ. (νεαν. αργκό): που αναφέρεται στην γκόμενα ή τον γκόμενο: ~ές: σχέσεις. ● Ουσ.: γκομενικά (τα): οι ερωτικές υποθέσεις κάποιου. Πβ. αισθηματικά, ερωτικά.
10788γκομενιλίκιγκο-με-νι-λί-κι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.-μειωτ.): τάση για ερωτοτροπία: Τον έφαγαν τα ~ια (= οι έρωτες). Πβ. τσιλιμπούρδισμα, φλερτ. Βλ. -ιλίκι.
10789γκομενοδουλειάγκο-με-νο-δου-λειά ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.-μειωτ.): (συνήθ. για άνδρα) ερωτική περιπέτεια: Έχει μπλέξει σε ~ές. ~ μου μυρίζει. Πβ. γυναικο-, ερωτο-δουλειά.
10790γκόμενοςγκό-με-νος ουσ. (αρσ.) (προφ.) 1. ερωτικός σύντροφος, εραστής: ο ~ός της. Πβ. αγόρι, φίλος. Βλ. αμόρε. 2. όμορφος, ελκυστικός άνδρας. Πβ. θεός, κούκλος, παίδαρος. ● ΦΡ.: βγάζω/βρίσκω/πιάνω/ρίχνω γκόμενα/γκόμενο βλ. γκόμενα
10791γκομπλένγκο-μπλέν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: είδος βελονιάς μονής και λοξής και συνεκδ. το σχετικό κέντημα, η ταπισερί. [< γαλλ. Gobelins (όν. οικογένειας ταπητουργών)]
10792γκονγκουσ. (ουδ.) & γκογκ: ΜΟΥΣ. κρουστό όργανο της Άπω Ανατολής με δυνατό και υπόκωφο ήχο, που αποτελείται από μεταλλικό κρεμαστό δίσκο, ο οποίος κρούεται με ειδικό σφυρί καλυμμένο στην άκρη με δέρμα ή μάλλινο ύφασμα· κατ' επέκτ. ανάλογο όργανο που σημαίνει την έναρξη εκδήλωσης (παράστασης, επίσημου γεύματος). ΣΥΝ. ταμ-ταμ (1) [< αγγλ. gong]
10793γκοργκοντζόλαγκορ-γκο-ντζό-λα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) γκοργκοτζόλα: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ιταλικό τυρί από αγελαδινό γάλα, που ωριμάζει με ανάπτυξη μυκήτων και έχει μαλακή υφή και αλμυρή, πικάντικη γεύση. Βλ. ροκφόρ. [< ιταλ. gorgonzola]
10794γκορτσιάγκορ-τσιά ουσ. (θηλ.) (διαλεκτ.): ΒΟΤ. άγρια αχλαδιά. [< βουλγ. gornic(a)]
10795γκόρτσογκόρ-τσο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} & γκόρτσι (διαλεκτ.): ο στυφός καρπός της γκορτσιάς.
10796γκόσπελγκό-σπελ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. αφροαμερικανική χριστιανική φωνητική μουσική, με βασικά χαρακτηριστικά τον αυτοσχεδιασμό, τη ρυθμική κίνηση και τη συναισθηματική έξαρση. Βλ. μπλουζ, σπιρίτσουαλ. [< αμερικ. gospel (music), 1956, γαλλ. ~, 1958]
10797γκότζι μπέριγκό-τζι μπέ-ρι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. φυλλοβόλο πολυετές φυτό (επιστ. ονομασ. Lycium barbarum, L. Chinense) και ιδ. ο καρπός του ο οποίος θεωρείται υπερτροφή, γνωστός και ως μούρο της ευτυχίας. [< αγγλ. goji berry, 2002, γαλλ. goji, 2008]
10798γκουάβαγκου-ά-βα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ο αχλαδόσχημος ή στρογγυλός εδώδιμος καρπός του ομώνυμου μικρού τροπικού δέντρου (επιστ. ονομασ. Psidium guajava), ο οποίος έχει κιτρινοπράσινη ή κοκκινωπή φλούδα, υπόλευκη-ροζ μαλακή σάρκα και πολλούς μικρούς σπόρους: χυμός ~. [< γαλλ. goyave, ισπ. guayaba]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.