| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10781 | γκόλφερ | γκόλ-φερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} & γκολφέρ: ΑΘΛ. παίκτης του γκολφ. [< αγγλ. golfer], γαλλ. golfeur, 1901] | |
| 10782 | γκόλφι | γκόλ-φι ουσ. (ουδ.) (διαλεκτ.): φυλαχτό, εγκόλπιο. [< μεσν. γκόλφι] | |
| 10783 | γκόμενα | γκό-με-να ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. ερωτική σύντροφος· ερωμένη, φιλενάδα: η ~ά μου. Πβ. φίλη. 2. πολύ όμορφη, ελκυστική γυναίκα και κατ' επέκτ. κάθε γυναίκα: Είναι ωραία ~! Πβ. θεά, κόμματος, κούκλα, μανούλι.|| Τι λέει η ~! Βλ. χαζο~. ● Υποκ.: γκομενάκι (το) (νεαν. αργκό): πολύ όμορφη νέα κοπέλα και σπανιότ. ωραίο αγόρι. Πβ. πιπίνι., γκομενίτσα (η) & (σπανιότ.) γκομενούλα ● Μεγεθ.: γκομενάρα (η): Πβ. κορμ-, κουκλ-άρα. ● ΦΡ.: βγάζω/βρίσκω/πιάνω/ρίχνω γκόμενα/γκόμενο (προφ.): αποκτώ ερωτικό σύντροφο. | |
| 10784 | γκομενάκιας | γκο-με-νά-κιας ουσ. (αρσ.) (προφ.): γκομενιάρης. Βλ. -άκιας. | |
| 10785 | γκομενιάρης | γκο-με-νιά-ρης ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.) : άνδρας που επιδιώκει να έχει ή κάνει πολλές και κατά κανόνα επιφανειακές ερωτικές σχέσεις. Πβ. γυναικάς, ερωτύλος, μουρντάρης, μπερμπάντης. Βλ. -ιάρης. ΣΥΝ. γκομενάκιας | |
| 10786 | γκομενίζω | γκο-με-νί-ζω ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} & γκομενιάζω (προφ.): (συνήθ. για άνδρα) έχω τάση να φλερτάρω, ερωτοτροπώ. Πβ. τσιλιμπουρδίζω. | |
| 10787 | γκομενικός | , ή, ό γκο-με-νι-κός επίθ. (νεαν. αργκό): που αναφέρεται στην γκόμενα ή τον γκόμενο: ~ές: σχέσεις. ● Ουσ.: γκομενικά (τα): οι ερωτικές υποθέσεις κάποιου. Πβ. αισθηματικά, ερωτικά. | |
| 10788 | γκομενιλίκι | γκο-με-νι-λί-κι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.-μειωτ.): τάση για ερωτοτροπία: Τον έφαγαν τα ~ια (= οι έρωτες). Πβ. τσιλιμπούρδισμα, φλερτ. Βλ. -ιλίκι. | |
| 10789 | γκομενοδουλειά | γκο-με-νο-δου-λειά ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.-μειωτ.): (συνήθ. για άνδρα) ερωτική περιπέτεια: Έχει μπλέξει σε ~ές. ~ μου μυρίζει. Πβ. γυναικο-, ερωτο-δουλειά. | |
| 10790 | γκόμενος | γκό-με-νος ουσ. (αρσ.) (προφ.) 1. ερωτικός σύντροφος, εραστής: ο ~ός της. Πβ. αγόρι, φίλος. Βλ. αμόρε. 2. όμορφος, ελκυστικός άνδρας. Πβ. θεός, κούκλος, παίδαρος. ● ΦΡ.: βγάζω/βρίσκω/πιάνω/ρίχνω γκόμενα/γκόμενο βλ. γκόμενα | |
| 10791 | γκομπλέν | γκο-μπλέν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: είδος βελονιάς μονής και λοξής και συνεκδ. το σχετικό κέντημα, η ταπισερί. [< γαλλ. Gobelins (όν. οικογένειας ταπητουργών)] | |
| 10792 | γκονγκ | ουσ. (ουδ.) & γκογκ: ΜΟΥΣ. κρουστό όργανο της Άπω Ανατολής με δυνατό και υπόκωφο ήχο, που αποτελείται από μεταλλικό κρεμαστό δίσκο, ο οποίος κρούεται με ειδικό σφυρί καλυμμένο στην άκρη με δέρμα ή μάλλινο ύφασμα· κατ' επέκτ. ανάλογο όργανο που σημαίνει την έναρξη εκδήλωσης (παράστασης, επίσημου γεύματος). ΣΥΝ. ταμ-ταμ (1) [< αγγλ. gong] | |
| 10793 | γκοργκοντζόλα | γκορ-γκο-ντζό-λα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) γκοργκοτζόλα: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ιταλικό τυρί από αγελαδινό γάλα, που ωριμάζει με ανάπτυξη μυκήτων και έχει μαλακή υφή και αλμυρή, πικάντικη γεύση. Βλ. ροκφόρ. [< ιταλ. gorgonzola] | |
| 10794 | γκορτσιά | γκορ-τσιά ουσ. (θηλ.) (διαλεκτ.): ΒΟΤ. άγρια αχλαδιά. [< βουλγ. gornic(a)] | |
| 10795 | γκόρτσο | γκόρ-τσο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} & γκόρτσι (διαλεκτ.): ο στυφός καρπός της γκορτσιάς. | |
| 10796 | γκόσπελ | γκό-σπελ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. αφροαμερικανική χριστιανική φωνητική μουσική, με βασικά χαρακτηριστικά τον αυτοσχεδιασμό, τη ρυθμική κίνηση και τη συναισθηματική έξαρση. Βλ. μπλουζ, σπιρίτσουαλ. [< αμερικ. gospel (music), 1956, γαλλ. ~, 1958] | |
| 10797 | γκότζι μπέρι | γκό-τζι μπέ-ρι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. φυλλοβόλο πολυετές φυτό (επιστ. ονομασ. Lycium barbarum, L. Chinense) και ιδ. ο καρπός του ο οποίος θεωρείται υπερτροφή, γνωστός και ως μούρο της ευτυχίας. [< αγγλ. goji berry, 2002, γαλλ. goji, 2008] | |
| 10798 | γκουάβα | γκου-ά-βα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ο αχλαδόσχημος ή στρογγυλός εδώδιμος καρπός του ομώνυμου μικρού τροπικού δέντρου (επιστ. ονομασ. Psidium guajava), ο οποίος έχει κιτρινοπράσινη ή κοκκινωπή φλούδα, υπόλευκη-ροζ μαλακή σάρκα και πολλούς μικρούς σπόρους: χυμός ~. [< γαλλ. goyave, ισπ. guayaba] | |
| 10799 | γκουακαμόλε | γκουα-κα-μό-λε ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.} & γουακαμόλε: ΜΑΓΕΙΡ. μεξικανική παχύρρευστη σάλτσα που παρασκευάζεται κυρ. από αβοκάντο, πιπεριές τσίλι, κρεμμύδι, σκόρδο, χυμό λεμονιού, αλάτι, πιπέρι και ενίοτε ντομάτα: ντιπ/σος ~. [< αγγλ. guacamole, 1920, γαλλ. ~, 1988] | |
| 10800 | γκουάς | γκου-άς ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.}: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. αδιαφανές παχύρρευστο υδρόχρωμα αναμειγμένο με κόλλα (κόμμι)· συνεκδ. η αντίστοιχη τεχνική ή το έργο ζωγραφικής: κόκκινο ~.|| ~ σε χαρτί. Πβ. τέμπερα. Βλ. ακουαρέλα, ελαιογραφία. [< γαλλ. gouache] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ