| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10801 | γκουβερνάντα | γκου-βερ-νά-ντα ουσ. (θηλ.) & κουβερνάντα (παλαιότ.): νταντά: Μεγάλωσε με υπηρέτριες και ~ες. ΣΥΝ. μπέιμπι σίτερ ● ΣΥΜΠΛ.: κράτος-νταντά/γκουβερνάντα βλ. νταντά [< γαλλ. gouvernante] | |
| 10802 | γκουβέρνο | γκου-βέρ-νο ουσ. (ουδ.) & κουβέρνο (παλαιότ.-ειρων.): κυβέρνηση. [< μεσν. γκουβέρνο] | |
| 10803 | γκουγκλ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (νεαν. αργκό) γούγλης (ο): ΔΙΑΔΙΚΤ. μία από τις γνωστότερες μηχανές αναζήτησης: αποτελέσματα του ~. Βρίσκω/ψάχνω στο ~. Βλ. ψαχτήρι. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Google, 1998] | |
| 10804 | γκουγκλάρισμα | γκου-γκλά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) γκούγλισμα (αργκό): ΔΙΑΔΙΚΤ. η ενέργεια και ιδ. το αποτέλεσμα της αναζήτησης στο γκουγκλ: με ένα απλό ~ βρίσκεις αυτό που ψάχνεις. | |
| 10805 | γκουγκλάρω | γκου-γκλά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {γκούγκλαρα} (αργκό): ΔΙΑΔΙΚΤ. κάνω αναζήτηση στο γκουγκλ: ~ μια λέξη/ένα όνομα/μια φράση (στο ίντερνετ). Βλ. -άρω. [< αγγλ. google, 1999, γαλλ. googler, 2001, googliser, 2003] | |
| 10806 | γκούλας | γκού-λας ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. ουγγρικό φαγητό συνήθ. από βοδινό ή μοσχάρι, μαγειρεμένο στην κατσαρόλα με λαχανικά και πάπρικα: σούπα ~. [< γερμ. Gulasch] | |
| 10807 | γκουμούτσα | γκου-μού-τσα ουσ. (θηλ.) & κουμούτσα (προφ.): ογκώδες και άκομψο αντικείμενο. | |
| 10808 | γκούντα | γκού-ντα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ολλανδικό κίτρινο ημίσκληρο τυρί από αγελαδινό γάλα, που λιώνει εύκολα στο ψήσιμο. Βλ. ένταμ, ρεγκάτο. [< ολλανδική εμπορ. ονομασ. Gouda, από την ομώνυμη πόλη, γαλλ. gouda, 1926] | |
| 10809 | γκουρμέ | γκουρ-μέ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} 1. πρόσωπο που ξέρει να εκτιμά και να απολαμβάνει το καλό φαγητό και ποτό, την υψηλή κουζίνα. Πβ. γαστρονόμος, καλοφαγάς. Βλ. γευσιγνώστης, οινογνώστης, σομελιέ. 2. (ως επίθ.) που χαρακτηρίζει τον γκουρμέ, ιδ. (για φαγητό ή ποτό) εκλεκτός, εξαιρετικής ποιότητας: ~ απολαύσεις/γεύμα/γεύσεις/δείπνο/εστιατόριο/κουζίνα/πιάτο. [< γαλλ. gourmet] | |
| 10810 | γκουρού | γκου-ρού ουσ. (αρσ.) {άκλ.} 1. (μτφ.) καθοδηγητής, αυθεντία: ~ του μάνατζμεντ/της μόδας/της πληροφορικής. Πβ. ειδήμων, ειδικός, εξπέρ, σπεσιαλίστας. Βλ. μέντορας. 2. ΘΡΗΣΚ. (στον ινδουισμό) πνευματικός δάσκαλος. Βλ. βραχμάνος, γιόγκι. [< γαλλ. gourou. Η 1η σημ. διαδόθηκε περ. το 1960] | |
| 10811 | γκουσμάνια | γκου-σμά-νι-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. τροπικό καλλωπιστικό φυτό εσωτερικού χώρου (οικογ. Bromeliaceae). [< αγγλ. guzmania, ισπ. ανθρ. A. Guzmán] | |
| 10812 | γκουστέρα | βλ. γουστέρα | |
| 10813 | γκουχ-γκουχ | {άκλ.} & γκούχου-γκούχου: ο χαρακτηριστικός ήχος του βήχα: Βλ. αψού.|| (ως ουσ.) Άρχισε τα ~. Πβ. βήξιμο. [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 10814 | γκοφρέ | γκο-φρέ επίθ. {άκλ.}: ανάγλυφος, που έχει ανώμαλη επιφάνεια: ~ ρολό (υγείας)/ύφασμα/χαρτόνι. ΑΝΤ. λείος, στιλπνός ● Ουσ.: γκοφρέ (το): το αντίστοιχο είδος χαρτιού που χρησιμοποιείται συνήθ. στη χειροτεχνία: κολάζ με πολύχρωμα ~. Πβ. οντουλέ. Βλ. γλασέ, ιλουστρασιόν. [< γαλλ. gaufré] | |
| 10815 | γκοφρέτα | γκο-φρέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΖΑΧΑΡ. είδος γλυκίσματος από αλλεπάλληλες στρώσεις λεπτών και τραγανών φύλλων ζύμης με γέμιση και συνήθ. επικάλυψη σοκολάτας. Βλ. βάφλα, μιλφέιγ, ρυζο~, -έτα. 2. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. λεπτή πλακέτα ημιαγωγού. ● Υποκ.: γκοφρετάκι (το): στη σημ. 1., γκοφρετίτσα (η): στη σημ. 1., γκοφρετούλα (η): στη σημ. 1. [< γαλλ. gaufrette] | |
| 10816 | ΓΚΠ | (ο) 1. Γενικός Κανονισμός Προσωπικού. 2. Γενικός Κρατικός Προϋπολογισμός. | |
| 10817 | Γκράβαρα | Γκρά-βα-ρα ουσ. (ουδ.) & Κράβαρα (τα): κυρ. στη ● ΦΡ.: κατέβηκε/ήρθε/είναι από τα Γκράβαρα (προφ.): για αμόρφωτο, άξεστο άνθρωπο: Συμπεριφέρεται λες και ~ ~. | |
| 10818 | γκραβούρα | γκρα-βού-ρα ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. χαρακτικό έργο: ασπρόμαυρη/έγχρωμη ~. ~ες εποχής. Πίνακες και ~ες. Βιβλίο με ~ες. Πβ. λιθο-, ξυλο-, χαλκο-γραφία. [< γαλλ. gravure] | |
| 10819 | γκραμ | : ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. μόνο στα ● ΣΥΜΠΛ.: gram αρνητικός & αρνητικός κατά gram: που παίρνει κόκκινο χρώμα, όταν εφαρμόζεται η χρώση gram: ~ ~ά βακτήρια. ~ ~οί κόκκοι (: γονό-, μηνιγγιτιδό-κοκκος).|| (κατ' επέκτ.) ~ ~ή λοίμωξη. [< γαλλ. gram négatif] , gram θετικός & θετικός κατά gram: που διατηρεί το μοβ χρώμα, όταν εφαρμόζεται η χρώση gram: ~ ~ά βακτήρια. ~ ~οί κόκκοι (: εντερό-, πνευμονιό-, σταφυλό-, στρεπτό-κοκκος). [< γαλλ. gram positif] ● ΦΡ.: χρώση (κατά) gram & (κατά) gram χρώση: μέθοδος επεξεργασίας ιστών ή σωματικών υγρών που έχουν υποστεί βακτηριακή μόλυνση, κατά την οποία τα βακτήρια αρχικά χρωματίζονται μοβ και στη συνέχεια με διαδοχική χρήση οργανικού διαλύτη και δεύτερης χρωστικής είτε διατηρούν το χρώμα αυτό είτε αποχρωματίζονται και βάφονται κόκκινα, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκουν (gram θετικά ή gram αρνητικά αντίστοιχα). [< γαλλ. coloration de Gram] [< γαλλ. gram, δανέζικο ανθρ. Hans C. J. Gram] | |
| 10820 | γκραν | επίθ. {άκλ.} (προφ.): μεγάλος σε διαστάσεις ή σημασία· μεγαλειώδης, λαμπρός: ~ φαβορί (: το επικρατέστερο). ~ σουξέ/φινάλε. ● ΣΥΜΠΛ.: γκραν μετρ βλ. μετρ [< γαλλ. grand] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ