| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10821 | γκραν γκινιόλ | γκραν γκι-νιόλ επίθ./ουσ. {άκλ.}: είδος της κινηματογραφικής ή της θεατρικής τέχνης που προκαλεί φρίκη· κατ' επέκτ. τρομακτικός, μακάβριος: ταινία ~. Το φιλμ περιλαμβάνει το ~, την κωμωδία και το μελόδραμα. Βλ. θρίλερ.|| (ως επίθ.) ~ ατμόσφαιρα (= ανατριχιαστική, φρικιαστική). Το φαινόμενο αποκτά ~ διαστάσεις. (σε αθλητικά κείμενα) Αγώνας/ματς/παιχνίδι/φινάλε ~ (: με σασπένς). Σε ~ εξελίχθηκε ο τελικός στο μπάσκετ. [< γαλλ. Grand-Guignol, παρισινό θέατρο (1897) με σχετικό ρεπερτόριο] | |
| 10822 | γκραν πρι | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. σειρά αγώνων που συνδέονται μεταξύ τους με κοινή βαθμολογία και κοινό έπαθλο και (καταχρ.) αγώνας αυτοκινήτων της φόρμουλα 1. [< γαλλ. Grand Prix de Paris, 1863] | |
| 10823 | γκραν σλαμ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο τένις): νίκη αθλητή στα ετήσια τουρνουά της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας, της Αυστραλίας και των Η.Π.Α.: τουρνουά ~. [< αγγλ. Grand Slam] | |
| 10824 | γκράνα | γκρά-να ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. σκληρό κίτρινο αγελαδινό τυρί, ποικιλία της παρμεζάνας. [< ιταλ. grana] | |
| 10825 | γκρανκάσα | γκραν-κά-σα ουσ. (θηλ.) 1. ΜΟΥΣ. πολύ μεγάλο μπάσο τύμπανο. 2. (μτφ.-παλαιότ.-μειωτ.) παχύς άνθρωπος, κυρ. γυναίκα. [< ιταλ. grancassa] | |
| 10826 | γκράπα | γκρά-πα ουσ. (θηλ.) & γράπα: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. διαυγές, παραδοσιακό ιταλικό αλκοολούχο ποτό που προέρχεται από διπλή απόσταξη στεμφύλων: παγωμένη ~. Βλ. λικέρ, μπράντι, ούζο, ρακή, τσίπουρο. [< ιταλ. grappa, γαλλ. ~, 1941] | |
| 10827 | γκρατέν | βλ. ογκρατέν | |
| 10828 | γκρατινέ | γκρα-τι-νέ επίθ. {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. (για φαγητό) που είναι μαγειρεμένο ογκρατέν: κρεμμυδόσουπα/λαχανικά/πατάτες ~. Βλ. σοτέ. [< γαλλ. gratiné] | |
| 10829 | γκράφικ νόβελ | βλ. νουβέλα | |
| 10830 | γκραφιτάς | γκρα-φι-τάς ουσ. (αρσ.) (προφ.): νεαρό συνήθ. πρόσωπο που κάνει γκράφιτι. Βλ. -άς. | |
| 10831 | γκράφιτι | γκρά-φι-τι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: γραφή ή ζωγραφική, συνήθ. με σπρέι, σε τοίχους ή άλλες επιφάνειες, δημόσιων κυρ. χώρων ως εναλλακτική μορφή τέχνης. Πβ. τοιχογράφημα [< ιταλ. graffiti, πληθ. του graffitο, κατά το graffiare < πβ. λατ. graphium < γραφεῖον ‘γραφίδα, σμίλη’] | |
| 10832 | γκρέιντερ | γκρέι-ντερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα οδοποιίας με πλατιά λεπίδα που χρησιμοποιείται για να στρώνει ή να λειαίνει το οδόστρωμα ή άλλες επιφάνειες: Μπουλντόζες και ~ άνοιξαν τον δρόμο. Βλ. αλατιέρα, εκσκαφέας, εκχιονιστικό, οδοστρωτήρας. ΣΥΝ. ισοπεδωτής [< αγγλ. grader, γαλλ. ~, 1931] | |
| 10833 | γκρέιπ φρουτ | γκρέ-ιπ φρουτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. εσπεριδοειδές φρούτο, μεγαλύτερο σε μέγεθος από το πορτοκάλι, με κίτρινη φλούδα και ελαφρώς πικρή και ξινή γεύση, που χρησιμοποιείται κυρ. για την παρασκευή χυμών· σπανιότ. το ομώνυμο δέντρο (επιστ. ονομασ. Citrus paradisi). Βλ. γιούζου, φράπα. [< αγγλ. grapefruit, γαλλ. ~, 1910] | |
| 10834 | γκρέκα | : κυρ. στη ● ΦΡ.: αλά γκρέκα: κατά τον ελληνικό τρόπο: (ΜΑΓΕΙΡ.) λαζάνια/μελιτζάνες ~ ~. (ειρων.) Ντιμπέιτ ~ ~. Βλ. αλά τούρκα. [< ιταλ. alla greca] | |
| 10835 | γκρελίνη | γκρε-λί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. γαστρεντερική ορμόνη, πεπτίδιο από εικοσιοκτώ αμινοξέα, που αποτελεί ισχυρό διεγέρτη για την έκκριση της αυξητικής ορμόνης καθώς και ορεξιογόνο σήμα από το γαστρεντερικό σύστημα προς τον εγκέφαλο. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. ghrelin, (g(rowth) h(ormone) rel(easing) + in, 1999] | |
| 10836 | γκρεμίζω | γκρε-μί-ζω ρ. (μτβ.) {γκρέμι-σα, -στηκε, -σμένος, γκρεμίζ-οντας} 1. ρίχνω κάτω, σωριάζω: ~ ένα αυθαίρετο (πβ. κατεδαφίζω)/τα θεμέλια (= ξεθεμελιώνω)/ένα κτίριο/έναν τοίχο. Ο ανεμοστρόβιλος/ο σεισμός ~σε τη σκεπή. Από τις κατολισθήσεις ~στηκαν (= κατέρρευσαν) έξι σπίτια και υπέστησαν ζημιές άλλα δέκα. ΣΥΝ. ισοπεδώνω (1) ΑΝΤ. κτίζω (1), οικοδομώ (1) 2. (μτφ.) ανατρέπω, καταλύω, καταστρέφω: ~ το καθεστώς/έναν μύθο (= απομυθοποιώ). ~ τα είδωλα (πβ. αποκαθηλώνω)/τα ινδάλματα/τα όνειρα κάποιου. Με μία κουβέντα τα ~σε όλα. Όταν το έμαθα, ένιωσα να ~εται ο κόσμος μου. Παραμένει ψύχραιμη, ενώ γύρω της ~εται το σύμπαν (πβ. χαλάει ο κόσμος). To θεωρητικό οικοδόμημα ~στηκε (= κατέρρευσε) σαν χάρτινος πύργος. ~στηκαν τα σύνορα/τα τείχη μεταξύ των λαών. Πβ. αναιρώ, καταργώ. 3. πετώ κάποιον κάτω συνήθ. από ψηλά: Τον ~σε από τον βράχο στη θάλασσα. ~στηκε από το άλογο. Πβ. γκρεμοτσακίζω, κατακρημνίζω.|| (μτφ.) ~στηκε από την κορυφή της βαθμολογίας. Πβ. κατρακυλώ. ● ΦΡ.: γκρεμίσου! (απειλητ.): φύγε να μη σε βλέπω: ~ από 'δω! ΣΥΝ. γκρεμοτσακίσου, ξεκουμπίσου, χάσου., κάποιος φούρνος θα γκρεμίστηκε (ειρων.): για κάτι που συμβαίνει απροσδόκητα, αντίθετα με τα αναμενόμενα: Πώς και ξύπνησες τόσο νωρίς; ~ ~!, κόβει/γκρεμίζει τις γέφυρες βλ. γέφυρα [< μεσν. γκρεμνίζω] | |
| 10837 | γκρέμισμα | γκρέ-μι-σμα ουσ. (ουδ.) {γκρεμίσμ-ατος | -ατα}: η ενέργεια του γκρεμίζω· καταστροφή: το ~ των αυθαιρέτων/της περίφραξης. Το σπίτι είναι για/θέλει ~. Πβ. εκθεμελίωση, κατεδάφιση. ΑΝΤ. κτίσιμο.|| (μτφ.) ~ των ειδώλων/των προτύπων/των συνόρων. Πβ. ανατροπή, κατάλυση, κατάργηση. ΣΥΝ. ισοπέδωση ΑΝΤ. οικοδόμηση (1) ● γκρεμίσματα (τα): ερείπια, χαλάσματα. | |
| 10838 | γκρεμός | γκρε-μός ουσ. (αρσ.) 1. βαθύ και απότομο, σχεδόν κατακόρυφο, ρήγμα του εδάφους: απόκρημνος ~. Ο δρόμος καταλήγει σε ~ό. Το αυτοκίνητο έπεσε στον ~ό. Πβ. άβυσσος, βάραθρο, χαράδρα, χάσμα. ΣΥΝ. κρημνός (2) 2. (μτφ.) καταστροφή: Βαδίζει/οδεύει προς τον ~ό. ● ΦΡ.: μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα (προφ.): για δύσκολη και αδιέξοδη επιλογή., στο χείλος του γκρεμού/της αβύσσου/της καταστροφής (μτφ.): σε οριακό σημείο, ένα βήμα πριν από τον όλεθρο: Βρίσκεται/έφτασε/στέκεται ~ ~. Άπειρα λάθη τους έφεραν ~ ~. [< γερμ. am Rande des Abgrund(e)s] [< μεσν. γκρεμνός] | |
| 10839 | γκρεμοτσακίζω | γκρε-μο-τσα-κί-ζω ρ. (μτβ.) {γκρεμοτσάκι-σα, κυρ. μεσοπαθ. -στηκα, -σμένος} (προφ.): ρίχνω κάποιον από ψηλά τραυματίζοντάς τον: Της έδωσε μια και τη ~σε. ΣΥΝ. γκρεμίζω (1), κατακρημνίζω (1) ● Παθ.: γκρεμοτσακίζομαι 1. πέφτω, συνήθ. από ψηλό σημείο, και τραυματίζομαι: ~στηκε απ' τις σκάλες. 2. (μτφ.) δείχνω μεγάλο ζήλο, για να εξυπηρετήσω κάποιον: Εγώ ~στηκα να τους βοηθήσω και δεν άκουσα ούτε ένα ευχαριστώ (= σκοτώθηκα, τσακίστηκα). ΣΥΝ. σκίζομαι 3. (μτφ.) φεύγω γρήγορα: (κυρ. απειλητ.) Γκρεμοτσακίσου από 'δω (= γκρεμίσου, ξεκουμπίσου, χάσου)! | |
| 10840 | γκρεμοτσάκισμα | γκρε-μο-τσά-κι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γκρεμοτσακίζω. ΣΥΝ. γκρέμισμα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ