| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10841 | γκρενά | γκρε-νά επίθ./ουσ. {άκλ.}: βαθυκόκκινος: ~ παντελόνι.|| (ως ουσ.) Το ~ (ενν. χρώμα). (στον πληθ.) Σου πάνε τα ~ (ενν. ρούχα). Πβ. βυσσινί, κεραμιδί, μπορντό. [< γαλλ. grenat] | |
| 10842 | γκρι | επίθ. {άκλ.}: που έχει χρώμα μεταξύ λευκού και μαύρου: ~ απόχρωση/κουστούμι/σύννεφα. ΣΥΝ. γκρίζος (1) ● Ουσ.: γκρι (το): το αντίστοιχο χρώμα: ανοιχτό/μεταλλικό/σκούρο ~. ~-μολυβί/ποντικί. ~ του πάγου. Πβ. ασημί, γραφίτης, σταχτί.|| (στον πληθ.) Δεν σου πάνε τα ~ (ενν. ρούχα). [< γαλλ. gris] | |
| 10843 | γκριζάρισμα | γκρι-ζά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η απόκτηση γκρίζου χρώματος: γήρανση του δέρματος και ~ των μαλλιών.|| ~ του ξύλου. Βλ. -ισμα. | |
| 10844 | γκριζάρω | γκρι-ζά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {γκρίζα-ρε κ. γκριζάρι-σε, -σμένος}: κάνω κάτι γκρίζο: (ΠΛΗΡΟΦ.) Γκριζάρετε το πλαίσιο και το όνομα. ● γκριζάρει: (συνήθ. για μαλλιά) αποκτά γκρίζο χρώμα, γίνεται γκρίζος: Παρά το νεαρό της ηλικίας του, έχει ~. ~σμένοι: κρόταφοι.|| Ο ουρανός ~σε (: έγινε μουντός, συννέφιασε). | |
| 10845 | γκριζομάλλης | , α, ικο γκρι-ζο-μάλ-λης επίθ./ουσ.: που έχει γκρίζα μαλλιά, συνήθ. λόγω ηλικίας: ~ης: κύριος/μεσήλικας.|| (συνήθ. ως ουσ.) Γοητευτικός/ώριμος ~. Βλ. -μάλλης. | |
| 10846 | γκρίζος | , α, ο γκρί-ζος επίθ. 1. που έχει γκρι χρώμα: ~ο: άλογο. ~α: μαλλιά (βλ. γκριζομάλλης)/σύννεφα (: που προμηνύουν βροχή). Πβ. λευκόφαιος, σταχτής, τεφρός, φαιός, ψαρός.|| ~α: κτίρια. 2. (μτφ.) μουντός, μελαγχολικός, πληκτικός: ~ο: πρωινό. ~ες: μέρες. Πβ. ασπρόμαυρος, καταθλιπτικός, μονότονος. 3. (μτφ.) ακαθόριστος, ασαφής, ενδιάμεσος: ~α: κατάσταση. ~α: σημεία. ● Ουσ.: γκρίζο (το): το αντίστοιχο χρώμα: το ~ των μεγαλουπόλεων (: από τα καυσαέρια και το τσιμέντο). Πβ. ανθρακί, ασημί, μολυβί, σταχτί.|| (στον πληθ.) Φόρεσε τα ~α (ενν. ρούχα). ● Υποκ.: γκριζάκι (το), γκριζούλης , α, ικο ● ΣΥΜΠΛ.: γκρίζες ζώνες/περιοχές 1. ΠΟΛΙΤ. που βρίσκονται στα σύνορα μεταξύ δύο (ή περισσότερων) κρατών και η κυριότητά τους αμφισβητείται, συνήθ. από το κράτος που τις διεκδικεί. Βλ. (εθνικός) εναέριος χώρος, υφαλοκρηπίδα. 2. (μτφ.) ασαφείς, ενδιάμεσες, μη ξεκάθαρες καταστάσεις: εφαρμογή της νομοθεσίας χωρίς ~ ~ (: αμφισβητήσεις, διακρίσεις, αποκλεισμούς) και "παραθυράκια"., γκρίζο νερό: ΟΙΚΟΛ. που εκρέει κυρ. από νιπτήρες, νεροχύτες, ντους και πλυντήρια και χρησιμοποιείται ξανά για διάφορες χρήσεις: Συστήματα ανακύκλωσης ~ου ~ού. [< αγγλ. grey water, 1970] , γκρίζα βιβλιογραφία βλ. βιβλιογραφία, γκρίζα διαφήμιση βλ. διαφήμιση, γκρίζο χρήμα βλ. χρήμα [< 1: ιταλ. grigio 2,3: αγγλ. grey] | |
| 10847 | γκριζωπός | , ή, ό γκρι-ζω-πός επίθ.: που το χρώμα του πλησιάζει προς το γκρίζο: ~ός: ουρανός (= μουντός, συννεφιασμένος). ~ό: μάρμαρο/τρίχωμα. ~ές: πέτρες. ~ά: μαλλιά. Βλ. -ωπός. | |
| 10848 | γκρίκλις | γκρί-κλις ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} (προφ.): Ελληνικά με λατινικούς χαρακτήρες, τα οποία χρησιμοποιούνται κυρ. σε διαδικτυακές μορφές επικοινωνίας (ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, μπλογκ, φόρουμ) ή σε γραπτά μηνύματα κινητού τηλεφώνου: Γράφω (στα) ~. Βλ. φραγκολεβαντίνικα, φραγκοχιώτικα. [< Greeklish < Greek + (Eng)lish] | |
| 10849 | Γκρίκο | Γκρί-κο ουσ. (ουδ. + θηλ.) (τα/η) {άκλ.} (κ. με πεζό γ): ΓΛΩΣΣ. Κατωιταλιώτικα. [< ιταλ. Griko, 1952] | |
| 10850 | γκριλ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ραβδωτή ηλεκτρική αντίσταση προσαρμοσμένη στην άνω εσωτερική επιφάνεια του φούρνου για ψήσιμο κυρ. κρέατων ή ψαριών ή σχάρα για ψήσιμο στα κάρβουνα: κοτόπουλο στο ~. Ψηστιέρα με επιφάνεια ~. Βλ. μπάρμπεκιου. [< αγγλ. grill] | |
| 10851 | γκριλιέρα | γκρι-λιέ-ρα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρική συσκευή που ψήνει με γκριλ. Βλ. -ιέρα. | |
| 10852 | γκριμάτσα | γκρι-μά-τσα ουσ. (θηλ.) (προφ.): εκούσια ή ακούσια, στιγμιαία και συνήθ. κωμική αλλοίωση των χαρακτηριστικών του προσώπου λόγω σύσπασης των μυών: αστεία/ειρωνική/πονηρή ~. Έκανε μια ~ αηδίας/αποδοκιμασίας/θλίψης/πόνου. Βλ. χειρονομία. ΣΥΝ. μορφασμός, στραβομουτσούνιασμα [< γαλλ. grimace] | |
| 10853 | γκρίνια | γκρί-νια ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) γρίνια: διαρκής έκφραση δυσαρέσκειας και παραπόνων χωρίς ιδιαίτερα σοβαρό λόγο: αφόρητη ~. Αμάν πια αυτή η ~ σου! Είναι όλο ~ και απαιτήσεις. Πβ. γογγυσμός, κλάψα, μεμψιμοιρία, μουρμούρα. ● ΦΡ.: η φτώχεια φέρνει γκρίνια βλ. φτώχεια [< μεσν. γκρίνια] | |
| 10854 | γκρινιάζω | γκρι-νιά-ζω ρ. (αμτβ.) {γκρίνια-ξα, γκρινιάζ-οντας} & (σπάν.) γρινιάζω: εκδηλώνω διαρκή δυσαρέσκεια, παραπονιέμαι χωρίς ιδιαίτερα σοβαρό λόγο: Όλο ~ει. ~ει για τα πάντα/που δεν πήγαμε για μπάνιο. Πβ. κλαψουρίζω, μεμψιμοιρώ, μουρμουρίζω, τρώγομαι. [< ιταλ. (διαλεκτ.) grignare] | |
| 10855 | γκρινιάρης | , α, ικο γκρι-νιά-ρης επίθ. & (σπάν.) γρινιάρης: (για πρόσ.) που γκρινιάζει διαρκώς: ~ης: άνθρωπος. ~ικο: μωρό/παιδί. Πβ. μουρτζούφλης. Βλ. -ιάρης. ● Ουσ.: γκρινιάρης (ο) 1. {θηλ. γκρινιάρα} αυτός που γκρινιάζει: Δεν μου αρέσουν οι ~ηδες. Πβ. κλαψιάρης, μεμψίμοιρος, μουρμούρης, παραπονιάρης. 2. είδος επιτραπέζιου παιχνιδιού. | |
| 10856 | γκρινιάρικος | , η, ο γκρι-νιά-ρι-κος επίθ. & (σπάν.) γρινιάρικος: που αναφέρεται στον γκρινιάρη ή την γκρίνια: ~η: διάθεση/φωνή. ~ο: ύφος. ~α: σχόλια. ● επίρρ.: γκρινιάρικα | |
| 10857 | Γκρίνουιτς | Γκρί-νου-ιτς ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: στα ● ΣΥΜΠΛ.: μεσημβρινός του Γκρίνουιτς: ΓΕΩΓΡ. ο πρώτος μεσημβρινός., ώρα Γκρίνουιτς: το σταθερό σημείο αναφοράς για τον καθορισμό της ώρας σε κάθε χώρα της Γης: Το διαστημικό λεωφορείο προσγειώθηκε στις 21.00 ~ ~. ΣΥΝ. παγκόσμιος χρόνος/παγκόσμια ώρα [< αγγλ. Greenwich] | |
| 10858 | γκριφόν | γκρι-φόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. σκύλος με πλούσιο, μακρύ και σκληρό τρίχωμα, κυνηγετικής ή άλλης ράτσας: ~-κανίς. Βλ. ιχνηλάτης. [< γαλλ. griffon] | |
| 10859 | γκρο μπετόν | γκρο μπε-τόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΙΚΟΔ. άοπλο σκυρόδεμα. ΑΝΤ. μπετόν αρμέ (1) [< γαλλ. gros béton] | |
| 10860 | γκρο πλαν | ουσ. (ουδ.) {συνήθ. άκλ.} & γκροπλάν: ΚΙΝΗΜ. κοντινό πλάνο (ως τεχνική λήψης): πρόσωπο σε ~ ~. Κάνω/τραβάω ~ πλάνα (: εστιάζω). Βλ. ζουμ, πανοραμική λήψη. [< γαλλ. gros plan] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ