Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [11740-11760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
10861γκρόβεργκρό-βερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. μεταλλικός δακτύλιος για τη σταθεροποίηση του παξιμαδιού, ώστε να μη χαλαρώνει. Βλ. βίδα, ροδέλα. [< αγγλ. gro(o)ver]
10862γκρόσο μόντογκρό-σο μό-ντο επίρρ. & grosso modo (προφ.): σε γενικές γραμμές, χονδρικά: Αυτά είπε ~. [< ιταλ. grosso modo]
10863γκροτέσκος, α, ο γκρο-τέ-σκος επίθ. & γκροτέσκ {άκλ.}: αλλόκοτος, παράξενος, με αποτέλεσμα να προκαλεί γέλιο: ~α: εικόνα/μορφή/σάτιρα/φάρσα/φιγούρα. ~ο: θέαμα/σκηνικό. Πβ. γελοίος, κωμικός. ● Ουσ.: γκροτέσκο (το): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. είδος τέχνης που συνδυάζει το κωμικό, την καρικατούρα και το εξωπραγματικό. Βλ. μπουρλέσκ. [< ιταλ. grottesco, γαλλ. grotesque]
10864γκρουμουσ. (αρσ.) {άκλ.}: υπάλληλος, κυρ. μεγάλου ξενοδοχείου, που μεταφέρει αποσκευές και εξυπηρετεί τους πελάτες. Βλ. καμαριέρης, ρεσεψιονίστ. [< αγγλ. groom]
10865γκρουπουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μικρή συνήθ. ομάδα ατόμων: ροκ ~ (= συγκρότημα). ~ αρχαρίων/προχωρημένων. ~ τουριστών. Μέλη του ~. Ταξίδι με (οργανωμένο) ~. Παραδίδονται μαθήματα σε κλειστά/μικρά/ολιγομελή ~ (μαθητών). Βλ. τάργκετ ~.|| (ΑΘΛ.) ~ δυναμικότητας (στο Τσάμπιονς Λιγκ). Βλ. όμιλος. ● Υποκ.: γκρουπάκι (το) ● Μεγεθ.: γκρουπάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: γκρουπ θέραπι: ΨΥΧΟΛ. ομαδική (ψυχο)θεραπεία. [< γαλλ. groupe]
10866γκρουπάρισμαγκρου-πά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ομαδοποίηση: Πβ. ταξινόμηση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ παραθύρων. Βλ. -ισμα.
10867γκρουπάρωγκρου-πά-ρω ρ. (μτβ.) {γκρουπάρ-ισα, -εται, -ίστηκε, -ισμένος} (προφ.): τοποθετώ ομοειδή αντικείμενα σε ομάδες: ~ τα αποτελέσματα σε κατηγορίες. ~ισμένες: αιτήσεις/φωτογραφίες. Πβ. ομαδοποιώ, ταξινομώ.
10868γκρουπιέρηςβλ. κρουπιέρης
10869γκρουπούσκουλογκρου-πού-σκου-λο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (αρνητ. συνυποδ.): ΠΟΛΙΤ. μικρή αποσχιστική ομάδα, συνήθ. εξτρεμιστών ή ακτιβιστών. [< γαλλ. groupuscule, 1932]
10870γλαδιόλαγλα-διό-λα ουσ. (θηλ.) & (επίσ.) γλαδίολος (ο): ΒΟΤ. φυτό (γένος Gladiolus) με βολβώδη ρίζα, ξιφοειδή φύλλα και ρόδινα ή πορφυρά άνθη που βγαίνουν κατά μήκος του βλαστού και γέρνουν όλα προς τη μια πλευρά: άγριες ~ες. Βλ. ιριδίδες, σπαθόχορτο. [< μεσν. γλαδίολα < μτγν. γλαδίολος]
10871γλαρόνιγλα-ρό-νι ουσ. (ουδ.) ΟΡΝΙΘ. 1. πτηνό συγγενικό προς τον γλάρο (οικογ. Sternidae), με γκρίζο-λευκό φτέρωμα και συνήθ. μαύρο στην κεφαλή, που ζει σε αποικίες σε ακτές και υγροτόπους: αρκτικό ~. 2. (σπάν.) το μικρό του γλάρου. Βλ. -όνι.
10872γλαροπούλιγλα-ρο-πού-λι ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. γλάρος. Βλ. -πούλι.
10873γλάροςγλά-ρος ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. πτηνό (οικογ. Laridae) που ζει σε παράκτιες περιοχές, με φτέρωμα λευκό και στη ράχη γκρίζο ή μαύρο, μακριές φτερούγες, χοντρό και ελαφρά κυρτό ράμφος και δάχτυλα ενωμένα με νηκτική μεμβράνη: το κρώξιμο των ~ων. Βλ. γλαρόνι. ΣΥΝ. γλαροπούλι ● Υποκ.: γλαράκι (το) ● ΦΡ.: σαν γλάρος: λαίμαργα: Καταπίνει/τρώει ~ ~., μη φας, έχουμε γλάρο/γλαρόσουπα βλ. γλαρόσουπα [< μεσν. γλάρος]
10874γλαρός, ή, ό γλα-ρός επίθ. (λογοτ.): (για μάτια ή βλέμμα) λαμπερός, ζωηρός, σπινθηροβόλος· κατ' επέκτ. ηδυπαθής, ονειροπόλος. [< αρχ. ἱλαρός]
10875γλαρόσουπαγλα-ρό-σου-πα ουσ. (θηλ.): στη ● ΦΡ.: μη φας, έχουμε γλάρο/γλαρόσουπα (ειρων.): ως προειδοποίηση σε κάποιον για αποτυχία των σχεδίων ή των ενεργειών του.
10876γλάρωμαγλά-ρω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): νύστα, υπνηλία: γλυκό ~.|| ~ των ματιών (: όταν μισοκλείνουν).
10877γλαρώνωγλα-ρώ-νω ρ. (αμτβ.) {γλάρω-σα, -μένος} (προφ.) 1. μισοκλείνω τα μάτια μου από τη νύστα: ~σε πάνω στο τιμόνι/μπροστά στην τηλεόραση. Είχα ~σει από την κούραση. Πβ. νυστάζω. 2. (σπάν.) κοιτάζω με βλέμμα απλανές και ηδυπαθές.
10878γλασάρισμαγλα-σά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) γκλασάρισμα: ΖΑΧΑΡ. επικάλυψη με γλάσο: ~ φρούτων. Βλ. -ισμα.
10879γλασάρωγλα-σά-ρω ρ. (μτβ.) {γλασάρ-ισα κ. γλάσαρα, -ισμένος} & (σπάν.) γκλασάρω: ΖΑΧΑΡ. επικαλύπτω με γλάσο (μαρμελάδα, σιρόπι, μέλι): ~ισμένο κέικ. [< γαλλ. glacer]
10880γλασέγλα-σέ επίθ. {άκλ.} & γκλασέ: ΖΑΧΑΡ. επικαλυμμένος με γλάσο: κερασάκια ~. ● Ουσ.: γλασέ (το): χρωματιστό χαρτί (κυρ. για χειροτεχνίες) με λεία και γυαλιστερή τη μια του επιφάνεια. Πβ. ιλουστρασιόν. Βλ. γκοφρέ. ● ΣΥΜΠΛ.: φρουί γλασέ: μικρά τεμάχια φρούτου καλυμμένα με γλάσο. Βλ. κόντιτα., μαρόν γλασέ βλ. μαρόν, ρύζι γλασέ βλ. ρύζι [< γαλλ. glacé]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.