| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10881 | γλάσο | γλά-σο ουσ. (ουδ.) & γκλάσο 1. ΖΑΧΑΡ. σιρόπι με βάση τη ζάχαρη για την επικάλυψη γλυκών, τα οποία έτσι αποκτούν λεία και γυαλιστερή επιφάνεια: λευκό ~. Κέικ/μπισκότα με ~ λεμονιού/σοκολάτας. 2. ΜΑΓΕΙΡ. παχύρρευστη σάλτσα, κυρ. για κρέατα, η οποία παρασκευάζεται συνήθ. από τον ζωμό τους: κοτόπουλο με ~. [< γαλλ. glace] | |
| 10882 | γλάστρα | γλά-στρα ουσ. (θηλ.) {γλαστρ-ών} 1. δοχείο, συνήθ. πήλινο ή πλαστικό, το οποίο γεμίζεται με χώμα για να φυτευτεί καλλωπιστικό κυρ. φυτό· συνεκδ. το ίδιο το φυτό: κεραμική/κρεμαστή ~. ~ με βασιλικό/γαρδένια/φίκο. Το πιατάκι της ~ας. Μπαλκόνι με ~ες. Βλ. ζαρντινιέρα, κασπό.|| Οι ~ες ξεράθηκαν. Ποτίζω τις ~ες. 2. (μτφ.-μειωτ.) για νεαρή, όμορφη γυναίκα που έχει κυρ. διακοσμητικό ρόλο σε εκδήλωση, συνήθ. τηλεοπτική εκπομπή· γενικότ. για πρόσωπο που δεν έχει ενεργή συμμετοχή σε κάποια δραστηριότητα: ~ σε τηλεπαιχνίδι. Κάνει τη ~. Βλ. κομπάρσος, μαϊντανός. ● Υποκ.: γλαστράκι (το): στη σημ. 1., γλαστρούλα (η): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: μαζί με τον/κοντά στον βασιλικό/για χάρη του βασιλικού ποτίζεται κι η γλάστρα βλ. βασιλικός [< 1: μεσν. γλάστρα 2: γαλλ. potiche] | |
| 10883 | γλαστρικός | , ή, ό γλα-στρι-κός επίθ. (λόγ.): που καλλιεργείται σε γλάστρες: ~ά φυτά και καλλωπιστικά δέντρα. | |
| 10884 | γλαύκα | [γλαῦκα] γλαύ-κα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κουκουβάγια: Η ~ και η ελιά ήταν τα σύμβολα της θεάς Αθηνάς.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Αθηναϊκή/αττική ~ (: αργυρό νόμισμα της αρχαίας Αθήνας με παράσταση κουκουβάγιας στον οπισθότυπο). Βλ. πώλος, χελώνα. ● ΦΡ.: κομίζω γλαύκα ε(ι)ς Αθήνας (αρχαιοπρ.): παρουσιάζω ως νέο κάτι ήδη γνωστό: ~ει ~, αναμασώντας το πρόβλημα. [< αρχ. γλαῦξ, γλαύξ] | |
| 10885 | γλαυκός | , ή, ό γλαυ-κός επίθ. (λόγ.-λογοτ.): γαλάζιος. [< αρχ. γλαυκός] | |
| 10886 | γλαύκωμα | γλαύ-κω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. πάθηση των ματιών, κατά την οποία προκαλείται καταστροφή του οπτικού νεύρου, λόγω αύξησης της ενδοφθάλμιας πίεσης, με αποτέλεσμα τη σταδιακή μείωση της όρασης: απλό ή χρόνιο ~ (= ~ ανοιχτής γωνίας). Οξύ ~ (= ~ κλειστής γωνίας). Βλ. -ωμα2. [< αρχ. γλαύκωμα, γαλλ. glaucome, αγγλ. glaucoma] | |
| 10887 | γλαφυρός | , ή, ό γλα-φυ-ρός επίθ.: (για προφορικό ή γραπτό λόγο) που χαρακτηρίζεται από παραστατικότητα, εκφραστικότητα, κομψότητα και ζωντάνια: ~ή: αφήγηση/γλώσσα/(περι)γραφή. ~ό: κείμενο/ύφος.|| (για πρόσ.) ~ στην ομιλία του. ● επίρρ.: γλαφυρά [< μτγν. γλαφυρός] | |
| 10888 | γλαφυρότητα | γλα-φυ-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του γλαφυρού: η ~ της αφήγησης. Διήγημα/συγγραφέας που παρουσιάζει/περιγράφει με (απολαυστική) ~ εικόνες από τη ζωή της πόλης. Πβ. καλλιέπεια. Βλ. -ότητα. [< μτγν. γλαφυρότης ‘λεπτότητα, κομψότητα’] | |
| 10889 | γλειφιτζούρι | γλει-φι-τζού-ρι ουσ. (ουδ.) & γλειφιντζούρι: ζαχαρωτό διαφόρων γεύσεων και χρωμάτων, συνήθ. σκληρό, σφαιρικού ή κυκλικού σχήματος, στερεωμένο σε ξύλινο ή πλαστικό στέλεχος: Γλείφω το ~. Βλ. -ούρι. ● Υποκ.: γλειφιτζουράκι (το) | |
| 10890 | γλείφτης | γλεί-φτης ουσ. (αρσ.) 1. {θηλ. γλείφτρα} (προφ.-μειωτ.) κόλακας. Πβ. αυλοκόλακας, γαλίφης, γλειφτρόνι, λακές, οσφυοκάμπτης, παρατρεχάμενος, τσιράκι. 2. ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι ενυδρείου (επιστ. ονομασ. Gyrinocheilus aymonieri) που τρέφεται με άλγη. | |
| 10891 | γλειφτρόνι | γλει-φτρό-νι ουσ. (ουδ.) & γλειφτράκι (προφ.-μειωτ.): (συνήθ. για νεαρό άτομο) γλείφτης: το ~ της τάξης. Βλ. -όνι. | |
| 10893 | γλείψιμο | γλεί-ψι-μο ουσ. (ουδ.) {γλειψίμ-ατα} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γλείφω: ~ της πληγής (: από ζώο).|| (μτφ.) Πέφτει/ρίχνει πολύ ~ (στον προϊστάμενο). Άσε τα ~ατα και τα καλοπιάσματα. Πβ. κολακεία, λιβάνισμα. [< μεσν. γλείψιμον] | |
| 10894 | γλεντάω | βλ. γλεντώ | |
| 10895 | γλεντζέδικος | , η, ο γλε-ντζέ-δι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με τον γλεντζέ: ~η: ατμόσφαιρα/ζωή (= μποέμικη). ~α: τραγούδια (= κεφάτα). | |
| 10896 | γλεντζές | γλε-ντζές ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. γλεντζού} (προφ.): πρόσωπο που του αρέσει να γλεντά συχνά. Πβ. μπον-βιβέρ. Βλ. -ές. ΣΥΝ. γλεντοκόπος [< τουρκ. eğlence] | |
| 10900 | γλεντζές | γλε-ντο-κό-πος ουσ. (αρσ.): γλεντζές. | |
| 10897 | γλέντι | γλέ-ντι ουσ. (ουδ.) {γλεντ-ιού} 1. διασκέδαση, γιορτή με φαγητό και ποτό, μουσική και συνήθ. τραγούδι και χορό: αποκριάτικο/γαμήλιο/ζωηρό/λαϊκό/ξέφρενο/ολονύκτιο/παραδοσιακό/τρικούβερτο/υπαίθριο ~. ~ μέχρι πρωίας. Στήθηκε ~. Έγινε μεγάλο ~. Πβ. ξεφάντωμα. 2. (μτφ.-ειρων., συνήθ. στον πληθ.) μεγάλη φασαρία, καβγάς: Αν μάθουν τι έκανε, έχουν να γίνουν κάτι ~ια! Ε ρε ~ια! Πβ. πανηγύρι. ● Υποκ.: γλεντάκι (το): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: ανάβει το γλέντι/κέφι βλ. ανάβω [< τουρκ. eğlenti] | |
| 10898 | γλεντοκοπάω | βλ. γλεντοκοπώ | |
| 10899 | γλεντοκόπι | γλε-ντο-κό-πι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) γλεντοκόπημα (προφ.-επιτατ.): ξέφρενο γλέντι, ξεφάντωμα: ατελείωτο ~ με τραγούδια και χορούς. | |
| 10901 | γλεντοκοπώ | [γλεντοκοπῶ] γλε-ντο-κο-πώ ρ. (αμτβ.) {γλεντοκοπ-άς ... -ώντας | (σπάν.) γλεντοκόπ-ησε} & γλεντοκοπάω (προφ.-επιτατ.): γλεντώ ξέφρενα, ξεφαντώνω. Βλ. -κοπώ. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ