| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 172 | αγαρικό | [ἀγαρικό] α-γα-ρι-κό ουσ. (ουδ.): γένος μυκήτων που περιλαμβάνει και το κοινό μανιτάρι: ~ το αγροτικό/δασόβιο/κηπευτικό/πεδινό. [< μτγν. ἀγαρικόν ‘σπογγοειδές ξύλο για προσάναμμα’, γαλλ.-αγγλ. agaric] | |
| 173 | άγαρμπος | , η, ο [ἄγαρμπος] ά-γαρ-μπος επίθ.: που δεν έχει ή δεν γίνεται με λεπτότητα, κομψότητα ή χάρη: ~ος: οδηγός. ~ στους τρόπους (: χοντροκομμένος). ~ και άτσαλος/ατσούμπαλος.|| ~η: κίνηση/συμπεριφορά/χειρονομία. ~ο: μαρκάρισμα/περπάτημα/σουλούπι/σώμα. Πιέζω (κάποιον) με ~ο τρόπο. Κάνει ~α αστεία. Θα ήταν ~ο εκ μέρους του να επιμείνει. Πβ. αδέξιος, άκομψος. ● επίρρ.: άγαρμπα | |
| 174 | αγαρμποσύνη | [ἀγαρμποσύνη] α-γαρ-μπο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (προφ.): έλλειψη λεπτότητας, κομψότητας ή χάρης και (συνεκδ. στον πληθ.) οι αντίστοιχες πράξεις: Αδεξιότητα/ατσαλοσύνη και ~.|| Γκάφες/προχειρότητες και ~ες. Βλ. -οσύνη. | |
| 175 | αγάς | [ἀγάς] α-γάς ουσ. (αρσ.) {αγάδες}: ΙΣΤ. τίτλος αξιωματούχου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας: το τσιφλίκι του αγά. Βλ. μπέης, πασάς. ● ΦΡ.: σαν αγάς 1. με άνεση, πολυτέλεια: Ζει/κάθεται/περνά ~ ~. 2. αυταρχικά, δεσποτικά: (Συμπερι)φέρεται ~ ~., σφάξε με αγά μου ν' αγιάσω βλ. αγιάζω [< μεσν. αγάς] | |
| 176 | αγαστός | , ή, ό [ἀγαστός] α-γα-στός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): αξιοθαύμαστος· κατ' επέκτ. απόλυτα αρμονικός, τέλειος: ~ός: σκοπός. ~ή: συνεργασία/συνύπαρξη/σχέση. ~ό: κλίμα. ~ές: προθέσεις. Συνεργάζονται με ~ό τρόπο. ● ΦΡ.: σε αγαστή σύμπνοια βλ. σύμπνοια [< αρχ. ἀγαστός ‘αξιέπαινος, αξιαγάπητος’] | |
| 177 | αγαύη | [ἀγαύη] α-γαύ-η ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. το φυτό αθάνατος: μπλε ~ (επιστ. ονομασ. A. tequilana). Βλ. σιζάλ, τεκίλα. [< αρχ. Ἀγαυή < ἀγαυός ‘επιφανής, λαμπρός’, αγγλ.-γαλλ. agave] | |
| 178 | αγγαρεία | [ἀγγαρεία] αγ-γα-ρεί-α ουσ. (θηλ.) 1. ακούσια, δυσάρεστη, βαρετή ή/και υποχρεωτική εργασία ή δραστηριότητα, που γίνεται συνήθ. χωρίς αμοιβή: βαριά/σκέτη ~. Το βλέπω/νιώθω σαν ~. Υποχρεώνω κάποιον να κάνει ~. (Κάτι) καταντάει ~. Καθημερινές/οικιακές ~ες (πβ. δουλειές του σπιτιού). ~ες του γραφείου. Φορτώνω κάποιον με ~ες. Πβ. καταναγκαστικά έργα. Βλ. θέλημα, χαμαλίκι. 2. ΣΤΡΑΤ. πρόσθετη, υποχρεωτική υπηρεσία που εκτελείται από στρατιώτες: ~ στα μαγειρεία. Βλ. καψόνι. ● ΣΥΜΠΛ.: στολή υπηρεσίας βλ. στολή ● ΦΡ.: το κάνω αγγαρεία (με επιρρ. χρ.): εκτελώ κάτι καταναγκαστικά, με δυσαρέσκεια, χωρίς ενδιαφέρον: Το διασκεδάζω, δεν ~ ~. [< μτγν. ἀγγαρ(ε)ία ‘στρατολόγηση για δημόσια υπηρεσία’] | |
| 179 | αγγάρεμα | [ἀγγάρεμα] αγ-γά-ρε-μα ουσ. (ουδ.) (σπάν.): επιβολή αναγκαστικής εργασίας και κατ' επέκτ. η ίδια η καταναγκαστική εργασία: ~ των φαντάρων. Τι ~ ήταν αυτό σήμερα! [< μεσν. αγγάρευμα] | |
| 180 | αγγαρεύω | [ἀγγαρεύω] αγ-γα-ρεύ-ω ρ. (μτβ.) {αγγάρ-εψα, -εμένος}: αναθέτω σε κάποιον αγγαρεία: Τον ~εψα να με μεταφέρει/να μου ψωνίσει. [< μτγν. ἀγγαρεύω ‘στρατολογώ για μια υπηρεσία, εξαναγκάζω’] | |
| 181 | αγγειακός | , ή, ό [ἀγγειακός] αγ-γει-α-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στα αιμοφόρα αγγεία: ~ός: δακτύλιος/τόνος. ~ή: απόφραξη/βλάβη/κυκλοφορία/νόσος/υπερτροφία/χειρουργική (= αγγειοχειρουργική). ~ό: δίκτυο/εγκεφαλικό επεισόδιο/ενδοθήλιο/μόσχευμα/σύστημα/τοίχωμα. ~οί: υπέρηχοι. ~ές: παθήσεις. Βλ. ενδ~, καρδι~, νεφρ~. [< γαλλ. vasculaire] | |
| 182 | αγγειεκτασία | [ἀγγειεκτασία] αγ-γει-ε-κτα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαστολή και συχνά επιμήκυνση λεμφικού ή αιμοφόρου αγγείου: επίκτητη/συγγενής ~. [< γαλλ. angiectasie, αγγλ. angiectasia, angiectasis] | |
| 183 | αγγειίτιδα | [ἀγγειίτιδα] αγ-γει-ί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή των τοιχωμάτων λεμφικού ή αιμοφόρου αγγείου: αλλεργική/δερματική/πρωτοπαθής/συστηματική ~. ~ του αμφιβληστροειδούς. Νεφρικές/πνευμονικές ~ες. Βλ. -ίτιδα, λεμφ~, χολ~. [< γαλλ. angéite, αγγλ. angiitis] | |
| 184 | αγγείο | [ἀγγεῖο] αγ-γεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ. δοχείο με χρηστικό ή διακοσμητικό χαρακτήρα: αποθηκευτικό/αττικό/γυάλινο/δακτυλιόσχημο/ερυθρόμορφο/ζωόμορφο/κεραμικό/κορινθιακό/κυκλαδικό/κυλινδρικό/μελανόμορφο/μινωικό/μυκηναϊκό/πήλινο/ταφικό/τελετουργικό/τριποδικό/χάλκινο ~. ~ πόσης. ~ με ανάγλυφη/γραμμική/γραπτή/εγχάρακτη διακόσμηση.|| Κρυστάλλινα/πορσελάνινα ~α. ~ για νερό (πβ. κανάτα, στάμνα). 2. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. {κυρ. στον πληθ.} αγωγός του οργανισμού μέσα στον οποίο κυκλοφορεί το αίμα, η λέμφος ή άλλο υγρό: απαγωγά (: φλέβες)/εγκεφαλικά/λεμφικά (ή λεμφαγγεία)/παράπλευρα/περιφερικά/προσαγωγά (: αρτηρίες)/στεφανιαία/χοληφόρα ~α. Αθηρωμάτωση/απόφραξη/διάνοιξη/διαστολή/ρήξη/στένωση/τοιχώματα/φλεγμονή ~ου/ων. 3. ΒΟΤ. {συνήθ. στον πληθ.} πολύ λεπτός αγωγός που μεταφέρει χυμούς μέσα στο φυτό. Τα ~α του ριζικού συστήματος ● ΣΥΜΠΛ.: αιμοφόρα αγγεία βλ. αιμοφόρος, καμαραϊκά αγγεία βλ. καμαραϊκός, τριχοειδή αγγεία βλ. τριχοειδής [< αρχ. ἀγγεῖον, γαλλ. vaisseau] | |
| 185 | αγγειο- & αγγει- | α' συνθετικό ουσιαστικών και επιθέτων με αναφορά 1. σε δοχείο ή σκεύος: αγγειο-γραφία/~πλάστης. 2. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. στα αιμοφόρα αγγεία: αγγειο-πάθεια/~χειρουργικός. Αγγει-εκτασία. | |
| 186 | αγγειογένεση | [ἀγγειογένεση] αγ-γει-ο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. σχηματισμός νέων αιμοφόρων αγγείων από προϋπάρχοντα: αυξηµένη/θεραπευτική/τριχοειδική/φυσιολογική ~. ~ στα καρκινώµατα. Αναστολείς/μηχανισμοί ~ης. Απόπτωση και ~. Βλ. λεμφ~. [< αγγλ. angiogenesis] | |
| 187 | αγγειογράφημα | [ἀγγειογράφημα] αγ-γει-ο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. ιατρική εξέταση με την οποία επιτυγχάνεται η απεικόνιση των αγγείων: εγκεφαλικό ~. Εξέταση των καρωτίδων με ~. Βλ. -γράφημα. | |
| 188 | αγγειογραφία | [ἀγγειογραφία] αγ-γει-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. ακτινογραφική εξέταση των αιμοφόρων ή λεμφικών αγγείων ύστερα από έγχυση σκιαγραφικού διαλύματος αδιαπέραστου από ακτίνες Χ: αφαιρετική/διαγνωστική/ενδοφλέβια/ηπατική/μαγνητική/ραδιοϊσοτοπική/τρισδιάστατη/ψηφιακή ~. ~ εγκεφάλου/καρδιάς/νεφρών. ~ με αξονικό τομογράφο/καθετήρα. Βλ. στεφανιογραφία, χολ~. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. ζωγραφική διακόσμηση ή παράσταση αγγείων και η αντίστοιχη τέχνη ή τεχνική: αρχαϊκή/αττική/γεωμετρική/ερυθρόμορφη/μελανόμορφη ~. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ. (σπάν.) μελέτη των ζωγραφικών παραστάσεων σε αγγεία. Βλ. αγγειολογία, -γραφία. [< 1: γαλλ. angiographie, 1952, αγγλ. angiography, 1933] | |
| 189 | αγγειογραφικός | , ή, ό [ἀγγειογραφικός] αγ-γει-ο-γρα-φι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην αγγειογραφία: ~ός: έλεγχος. ~ή: απεικόνιση (ανευρύσματος). ~ό: εύρημα.|| (ως ουσ.) ~ό (ενν. εργαστήριο). 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. που σχετίζεται με την αγγειογραφία: ~ός: ρυθμός. ~ή: τέχνη. ● επίρρ.: αγγειογραφικά: ΙΑΤΡ. με αγγειογραφία. [< γαλλ. angiographique, αγγλ. angiographic, 1950] | |
| 190 | αγγειογράφος | [ἀγγειογράφος] αγ-γει-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ.) 1. τεχνίτης, καλλιτέχνης που διακοσμεί αγγεία: Οι ~οι της αρχαϊκής/κλασικής εποχής. Βλ. αγγειοπλάστης, κεραμοποιός. 2. ΙΑΤΡ. συσκευή για την εξέταση, απεικόνιση των αγγείων. Πβ. τομογράφος. Βλ. -γράφος. [< 2: γαλλ. angiographe] | |
| 191 | αγγειοδιασταλτικός | , ή, ό [ἀγγειοδιασταλτικός] αγ-γει-ο-δι-α-σταλ-τι-κός επίθ.: ΦΥΣΙΟΛ. που προκαλεί αγγειοδιαστολή: ~ός: αναστολέας/παράγοντας. ~ή: δράση/ουσία. ~ές: ιδιότητες. ~ά: (και ινότροπα) φάρμακα. ΑΝΤ. αγγειοσυσταλτικός ● Ουσ.: αγγειοδιασταλτικό (το): ΦΑΡΜΑΚ. φάρμακο που προκαλεί αγγειοδιαστολή. [< γαλλ. vasodilatateur] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ