| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10902 | γλεντώ | [γλεντῶ] γλε-ντώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {γλεντ-άς ..., -ώντας | γλέντ-ησα} & γλεντάω (προφ.) 1. διασκεδάζω με πολύ κέφι, με φαγητό, ποτό, μουσική και συνήθ. τραγούδι και χορό: Πάμε έξω να ~ήσουμε. (Το) ~ησαν μέχρι τα ξημερώματα/το πρωί. ~ούν (= πανηγυρίζουν) τη νίκη της ομάδας τους. Πβ. γιορτάζω, ξεσκάω, ξεφαντώνω, το ρίχνω έξω.|| (συνήθ. από άνδρα σε γυναίκα) Θα σε ~ήσω στα καλύτερα μαγαζιά (: θα σε βγάλω έξω να το κάψουμε)! 2. (μτφ.) απολαμβάνω, χαίρομαι: Τη ~ησα τη ζωή μου, παράπονο δεν έχω. Τα ~άει (= τα σπαταλάει, τα ξοδεύει) τα λεφτά του. Το ~ησα το ταξίδι (= το ευχαριστήθηκα)!|| (παρωχ., συνήθ. για άνδρα) Τη ~ησε καλά καλά και στο τέλος την παράτησε (: την είχε μόνο για ερωμένη). [< τουρκ. eğlenmek] | |
| 10903 | γλεύκος | [γλεῦκος] γλεύ-κος ουσ. (ουδ.) {γλεύκ-ους | -η} (λόγ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μούστος: ~ σταφυλιών. Συμπυκνωμένα ~η. [< αρχ. γλεῦκος] | |
| 10904 | γλήγορος | , η, ο βλ. γρήγορος | |
| 10905 | γλήνι | γλή-νι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) γληνί: ΙΧΘΥΟΛ. εδώδιμο ψάρι του γλυκού νερού (επιστ. ονομασ. Tinca tinca) με μικρά λέπια, καστανή ράχη με μεγάλο πτερύγιο, χρυσά ή χρυσοπράσινα πλευρά και κιτρινωπή κοιλιά, το οποίο ζει σε λασπώδεις πυθμένες. | |
| 10906 | γλίνα | γλί-να ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. λίπος που βγαίνει από το βράσιμο κυρ. χοιρινού κρέατος. Βλ. σύγκλινο. 2. (σπάν.-μτφ.) λίγδα, γλίτσα. [< μτγν. γλίνα] | |
| 10907 | γλιστερός | , ή, ό γλι-στε-ρός επίθ. (προφ.): ολισθηρός: ~ός: δρόμος. ~ή: άσφαλτος. ~ό: οδόστρωμα. Βλ. -ερός. | |
| 10908 | γλίστρα | γλί-στρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. πτώση λόγω ολισθηρότητας: Έφαγα μια ~ (στο πάτωμα)! Πβ. γλίστρημα. 2. κεκλιμένο επίπεδο σε λιμάνι ή μαρίνα, που χρησιμοποιείται για να πέφτουν μέσω αυτού τα σκάφη αναψυχής στη θάλασσα. Βλ. καθέλκυση, ράμπα. [< μεσν. γλίστρα] | |
| 10909 | γλιστράω | βλ. γλιστρώ | |
| 10910 | γλίστρημα | γλί-στρη-μα ουσ. (ουδ.) {γλιστρήμ-ατα}: η ενέργεια και κυρ. το αποτέλεσμα του γλιστρώ: ~ στο πεζοδρόμιο/στο χιόνι. Πβ. γλίστρα.|| ~ του πίσω τροχού (πβ. ολίσθηση). ~ του δοξαριού πάνω στις χορδές.|| (μτφ.) ~ της γλώσσας. Πβ. ολίσθημα. Βλ. ξε~, στραβοπάτημα. ● Υποκ.: γλιστρηματάκι (το) | |
| 10911 | γλιστρίδα | γλι-στρί-δα ουσ. (θηλ.) & γλυστρίδα: ΒΟΤ. ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Portulaca oleracea), τα φύλλα και ο βλαστός του οποίου τρώγονται συνήθ. ωμά σε σαλάτες: ~ και κάππαρη. ΣΥΝ. αντράκλα ● ΦΡ.: έφαγε γλιστρίδα (προφ.): για κάποιον που μιλά ακατάπαυστα, τον διακρίνει ακατάσχετη πολυλογία: Καλά, γλιστρίδα έφαγες και δεν έχεις βάλει γλώσσα μέσα; ΣΥΝ. η γλώσσα του/της πάει ροδάνι [< μεσν. γλυστρίδα] | |
| 10912 | γλιστρώ | [γλιστρῶ] γλι-στρώ ρ. (αμτβ.) {γλιστρ-άς ... -ώντας | γλίστρ-ησα} & γλιστράω 1. χάνω την ισορροπία μου, συνήθ. λόγω ολισθηρότητας, ή/και πέφτω κάτω: ~ησε στις σκάλες. ~ησα και έσπασα το χέρι μου/χτύπησα. 2. μετακινούμαι με συνεχή κίνηση πάνω σε λεία ή υγρή επιφάνεια, έχοντας διαρκώς επαφή με αυτή: ~ (πάνω) στο χιόνι με πέδιλα/στην τσουλήθρα. Τα πατίνια ~ούν πάνω στον πάγο/στην πίστα. Το αυτοκίνητο ~ησε προς την κατηφόρα. Πβ. ολισθαίνω, τσουλώ. 3. (μτφ.) κινούμαι διακριτικά, αθόρυβα, χωρίς να γίνω αντιληπτός: ~ησε απαρατήρητος έξω από το δωμάτιο. ~ησαν σαν κλέφτες μέσα στο σπίτι. (λογοτ.) Το φως της σελήνης ~ησε μέσα από τις γρίλιες. ● γλιστρά & γλιστράει 1. (για επιφάνεια) είναι ολισθηρή, με κίνδυνο να πέσει κάποιος: Ο δρόμος/το έδαφος/η μπανιέρα/το παρκέ/το πάτωμα ~ (= είναι γλιστερό). 2. (+ γεν. του αδύνατου τ. της προσ. αντων.) φεύγει από τη θέση του, πέφτει: Καθώς έσκυψε, της ~ησαν τα γυαλιά. ● ΦΡ.: γλιστρά (μέσα) από τα δάχτυλά/από τα χέρια μου 1. μου ξεφεύγει κατά λάθος, ακούσια: Η μπάλα ~ησε από τα χέρια του τερματοφύλακα. Το ψάρι ~ησε ~.|| Ο ληστής ~ησε από τα χέρια των αστυνομικών Πβ. διαφεύγω, ξεγλιστρώ. 2. (μτφ.) χάνω απρόσμενα ή χωρίς να μπορώ να το εμποδίσω κάτι που θεωρούσα σίγουρο ή σταθερό: Η ζωή/ο χρόνος ~ ~. Άφησε τις ευκαιρίες να ~ήσουν ~ του., φέξε μου και γλίστρησα (προφ.-ειρων.): για κάτι που γίνεται με μεγάλη καθυστέρηση, όταν είναι πια πολύ αργά: Αν περιμένω τη βοήθειά σου, τότε ~ ~. Μέχρι να αποφασίσει, ~ ~!, η γη/το έδαφος χάνεται/φεύγει/υποχωρεί/γλιστράει/τρίζει κάτω από τα πόδια μου βλ. έδαφος, ξεγλιστρά/γλιστρά σαν (το) χέλι βλ. χέλι [< μεσν. γλιστρώ, γαλλ. (se) glisser] | |
| 10913 | γλίσχρος | , α, ο γλίσ-χρος επίθ. (λόγ.): φτωχικός, πενιχρός, ανεπαρκής: ~ος: μισθός. ~α: αμοιβή/αποζημίωση/σύνταξη. ~ο: εισόδημα/επίδομα. ~α: αποτελέσματα/μέσα. Βλ. φτενός. ΣΥΝ. ισχνός (1), λιγοστός ΑΝΤ. αδρός (1), πλουσιοπάροχος ● επίρρ.: γλίσχρα [< αρχ. γλίσχρος] | |
| 10914 | γλισχρότητα | γλισ-χρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του γλίσχρου. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. ανεπάρκεια (1), πενιχρότητα [< αρχ. γλισχρότης] | |
| 10915 | γλίτσα | γλί-τσα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. λεπτό και γλοιώδες στρώμα λάσπης που δημιουργείται στα πεζοδρόμια και το οδόστρωμα μετά από βροχή (συνήθ. ψιλόβροχο) ή χιόνι και προκαλεί ολισθηρότητα: Οι δρόμοι έχουν πιάσει ~. 2. λιπαρή βρομιά, λίγδα: Τα τζάμια έχουν ~. Βλ. μάκα. [< πιθ. μτγν. γλία 'κόλλα'] | |
| 10916 | γλίτσας | γλί-τσας ουσ. (αρσ.) (αργκό): βρομιάρης. Πβ. σιχαμερός. ΣΥΝ. βρομύλος | |
| 10917 | γλιτσερός | , ή, ό γλι-τσε-ρός επίθ. (προφ.): που έχει γλίτσα: ~ό: οδόστρωμα. ~ά και βρόμικα σκαλοπάτια. Βλ. -ερός. | |
| 10918 | γλιτωμός | γλι-τω-μός ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-λογοτ.): διαφυγή, λυτρωμός. ΣΥΝ. λύτρωση, σωτηρία (1) [< μεσν. γλυτωμός] | |
| 10919 | γλιτώνω | γλι-τώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {γλίτω-σα, γλιτών-οντας} 1. απαλλάσσομαι από κίνδυνo ή δυσάρεστη κατάσταση, διαφεύγω· σώζω: ~σε (από) τη γκρίνια/τα έξοδα/την καταστροφή/τους μπελάδες/την ταλαιπωρία/τις φασαρίες. Από θαύμα/τύχη ~σε τη ζωή του/τον θάνατο/το ξύλο. ~σα παρά τρίχα/στο παρά πέντε/στο τσακ. ~σε με μια απλή γρατζουνιά/ελαφρά τραύματα. Ξεκίνησα νωρίς για να ~σω (= αποφύγω) την κίνηση. Φύγε να ~σεις! (απειλητ.) Δεν θα μου ~σεις (= ξεφύγεις)!|| Αν μαθευτεί, δεν μας ~ει τίποτα. 2. (προφ.) εξοικονομώ, κερδίζω: ~ δρόμο/κόπο/χρήματα/χρόνο/χώρο. ~σα πολλές ώρες δουλειάς. ΑΝΤ. χάνω (10) ● ΦΡ.: τη γλίτωσε: κατάφερε να ξεφύγει από κάτι δυσάρεστο: (εμφατ.) Φτηνά ~ ~! ~ ~ με μια επίπληξη/με ένα μικρό πρόστιμο (= ξεμπέρδεψε).|| Αν το μάθει, θα με σκοτώσει, δεν τη γλιτώνω. Πβ. τη βγάζω καθαρή. ΣΥΝ. τη σκαπουλάρω, γλιτώνω από τα χέρια κάποιου βλ. χέρι, γλίτωσα/σώθηκα απ' το στόμα του λύκου βλ. λύκος, γλίτωσα/σώθηκα/μ' έσωσε απ' του χάρου τα δόντια βλ. χάρος, γλίτωσε/έσωσε το κεφάλι του βλ. κεφάλι, σώζω/γλιτώνω το τομάρι μου βλ. τομάρι [< μεσν. γλυτώνω] | |
| 10920 | ΓΛΚ | (το): Γενικό Λογιστήριο του Κράτους. | |
| 10921 | γλοία | βλ. νευρογλοία |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ