| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10922 | γλοιότητα | γλοι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ιξώδες: η ~ των πτυέλων. Αύξηση της ~ας του αίματος (βλ. λιποπρωτεΐνη). Βλ. -ότητα. | |
| 10923 | γλοιώδης | , ης, ες γλοι-ώ-δης επίθ. {γλοιώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών∙ γλοιωδέστ-ερος, -ατος} (λόγ.) 1. (μτφ.) για πρόσωπο που προκαλεί αντιπάθεια, λόγω αναξιοπρέπειας, δουλοπρέπειας ή χυδαιότητας: ~ης: άνθρωπος/τύπος. Βλ. γλείφτης.|| ~ης: στάση/συμπεριφορά. ~ες: ύφος. Πβ. αηδιαστικός, μικροπρεπής, σιχαμερός, χαμερπής. 2. που έχει λιπαρή και κολλώδη υφή, με αποτέλεσμα συνήθ. να προκαλεί αποστροφή: ~ης: ουσία. ~ες: δέρμα/υγρό. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: γλοιωδώς [-ῶς] [< 2: αρχ. γλοιώδης] | |
| 10924 | γλοίωμα | γλοί-ω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. όγκος που αναπτύσσεται κυρ. στον εγκέφαλο από νευρογλοιακά κύτταρα: κακοήθη ~ατα. Βλ. μηνιγγίωμα, -ωμα2. [< γαλλ. gliome, αγγλ. glioma] | |
| 10925 | γλόμπος | γλό-μπος ουσ. (αρσ.) (προφ.) 1. ηλεκτρικός λαμπτήρας, λάμπα. 2. (μτφ., για πρόσ.) εντελώς φαλακρός ή με ξυρισμένο κεφάλι: Έγινε ~. Πβ. γουλί. ● Υποκ.: γλομπάκι (το): στη σημ. 1. [< ιταλ. globo] | |
| 10927 | γλουταμίνη | γλου-τα-μί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. κρυσταλλικό αμινοξύ (σύμβ. C5H10N2O3), παράγωγο του γλουταμινικού οξέος, το οποίο απαντά στις πρωτεΐνες, δρα ως νευροδιαβιβαστής και παίζει σημαντικό ρόλο στον μεταβολισμό του οργανισμού και την αύξηση της μυϊκής μάζας. Βλ. -ίνη. [< αγγλ.-γαλλ. glutamine, glut(en) + amine] | |
| 10926 | γλουταµινικός | , ή, ό γλου-τα-µι-νι-κός επίθ. & γλουταμικός: ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με τη γλουταμίνη: ~ό: νάτριο/οξύ. [< γαλλ. glutamique] | |
| 10928 | γλουτένη | γλου-τέ-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πρωτεΐνη η οποία απαντά στα άλευρα των δημητριακών: ξηρή/υγρή ~. Δίαιτα ελεύθερη ~ης. Δυσανεξία στη ~ (= κοιλιοκάκη).|| Ζωοτροφές από ~ καλαμποκιού. Βλ. αλευρόκολλα. [< γαλλ. gluten] | |
| 10929 | γλουτιαίος | , α, ο [γλουτιαῖος] γλου-τι-αί-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με τους γλουτούς: ~α: αρτηρία/περιοχή/χώρα. ~ο: νεύρο. Βλ. -ιαίος, μεσο~. ● ΣΥΜΠΛ.: γλουτιαίοι (μύες): οι τρεις μύες των γλουτών: μέγας ή μείζων/μέσος/μικρός ή ελάσσων ~ος. Γυμνάζω τους ~ους. [< γαλλ. fessier] | |
| 10930 | γλουτολίνη | γλου-το-λί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. υδατοδιαλυτή, σε μορφή σκόνης ή πάστας, κόλλα ταπετσαρίας και γενικότ. χάρτινων επιφανειών. Βλ. -ίνη. [< γερμ. εμπορ. ονομασ. Glutolin] | |
| 10931 | γλουτός | γλου-τός ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΑΝΑΤ. καθεμία από τις δύο σαρκώδεις προεξοχές στο κατώτερο τμήμα της ράχης, που σχηματίζονται από τους γλουτιαίους μυς και λιπώδη ιστό: αριστερός/δεξιός ~. Σμιλεμένοι/σφιχτοί/χαλαροί ~οί. Ανόρθωση/λίκνισμα των ~ών. Ασκήσεις που γυμνάζουν/συσφίγγουν τους ~ούς. Πβ. κωλομέρι, κώλος, οπίσθια, πισινός. Βλ. καπούλια. [< αρχ. γλουτός] | |
| 10932 | γλυκ- | βλ. γλυκο1- & γλυκό-, γλυκο2- & γλυκ- | |
| 10934 | γλυκαγόνη | γλυ-κα-γό-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. παγκρεατική ορμόνη η οποία αυξάνει τα επιπέδα της γλυκόζης στο αίμα· (κατ' επέκτ., ΦΑΡΜΑΚ.) το αντίστοιχο αποστειρωμένο διάλυμα που χορηγείται σε περιπτώσεις υπογλυκαιμίας: ~, επινεφρίνη, κορτιζόλη (: αντιρροπιστικές ορμόνες). Βλ. ινσουλίνη, -όνη. [< αγγλ. glucagon, 1923, γαλλ. glucagon, 1926] | |
| 10935 | γλυκάδα | γλυ-κά-δα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): γλύκα, γλυκύτητα. Βλ. -άδα. ΑΝΤ. πικράδα [< μεσν. γλυκάδα] | |
| 10936 | γλυκάδι | γλυ-κά-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-ευφημ.): ξίδι. ● γλυκάδια (τα): ΜΑΓΕΙΡ. οι αδένες κυρ. του λαιμού και του παγκρέατος των σφαγίων, ως παραδοσιακός μεζές: αρνίσια/μοσχαρίσια ~. Βλ. εντόσθια. [< μεσν. γλυκάδιν] | |
| 10937 | γλυκαιμία | γλυ-και-μί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. η περιεκτικότητα του αίματος σε γλυκόζη (σάκχαρο): ρύθμιση της ~ας σε διαβητικούς. Βλ. -αιμία, υπερ~, υπο~. ΣΥΝ. σακχαραιμία [< γαλλ. glycémie, αγγλ. glycemia, 1901] | |
| 10938 | γλυκαιμικός | , ή, ό γλυ-και-μι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με τη γλυκαιμία: ~ός: δείκτης/έλεγχος. Διατροφή με υψηλό/χαμηλό ~ό φορτίο. Βλ. υπερ~, υπο~. [< γαλλ. glycémique, 1907, αγγλ. glycemic, 1923] | |
| 10939 | γλυκαίνω | γλυ-καί-νω ρ. (μτβ κ. αμτβ.) {γλύκα-να, γλυκά-νει, -θηκα, -μένος, γλυκαίν-οντας} 1. (μτφ.) κάνω κάτι πιο ήπιο· γίνομαι πιο ήπιος: Ο χρόνος ~νε τον πόνο του (πβ. ανακουφίζω, καταπραΰνω). Τα λόγια της ~ναν την καρδιά του (πβ. ευχαριστώ, τέρπω. ΑΝΤ. πικραίνω).|| Η φωνή του γλύκαινε (= γινόταν γλυκιά), όταν μιλούσε για την πατρίδα. Ο καιρός έχει ~νει (= γαληνέψει). ΣΥΝ. απαλύνω (1), μαλακώνω (2) 2. κάνω κάτι γλυκό· αποκτώ γλυκιά γεύση: Γλυκαντικό που ~ει ζεστά ή κρύα ροφήματα.|| Ρίξε λίγη ζάχαρη, να ~νει ο καφές! 3. (μτφ.-προφ.) δελεάζω: Τον ~ναν με ψεύτικες υποσχέσεις. Πβ. παρασύρω. ● Παθ.: γλυκαίνομαι (μτφ.-προφ.): καλομαθαίνω, καλοσυνηθίζω: ~θηκε με τα λεφτά. ● ΦΡ.: καλόμαθε/γλυκάθηκε η γριά στα σύκα (θα φάει/κι έφαγε και τα συκόφυλλα) βλ. γριά [< αρχ. γλυκαίνω] | |
| 10940 | γλυκανάλατος | , η, ο γλυ-κα-νά-λα-τος επίθ. (προφ.) 1. ανούσιος, ανιαρός: ~α: αστεία/κείμενα. Πβ. κρύος.|| Είναι ξενέρωτος και ~. Πβ. βαρετός. 2. γλυκερός, μελοδραματικός: ~η: ταινία. ~ο: τραγούδι. ΣΥΝ. μελό (2) | |
| 10941 | γλυκάνη | γλυ-κά-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πολυσακχαρίτης που αποτελεί πολυμερές της γλυκόζης: β-~ (της βρόμης). Βλ. άμυλο, γλυκογόνο, κυτταρίνη. [< αγγλ. glycan, 1950] | |
| 10942 | γλυκάνισο | γλυ-κά-νι-σο ουσ. (ουδ.) & (επίσ.) γλυκάνισος (ο): ΒΟΤ. ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Pimpinella anisum) και συνεκδ. οι καρποί του, οι οποίοι χρησιμοποιούνται κυρ. ως αρωματική ουσία σε τροφές και ποτά: τσίπουρο/ψωμί με ~. [< μτγν. γλυκάνισον] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ