| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10943 | γλύκανση | γλύ-καν-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. προσθήκη γλυκαντικών ουσιών (σε τρόφιμα, ποτά ή φάρμακα): ~ αναψυκτικών/οίνου. Παστίλιες με φυσική ~. Βλ. αρωματισμός. 2. ΧΗΜ. μέθοδος απομάκρυνσης του θείου ή θειούχων ενώσεων από πετρελαιοειδή: μονάδα ~ης βενζίνης/κηροζίνης. [< 1: μτγν. γλύκανσις 2: αγγλ. sweetening, 1924] | |
| 10944 | γλυκαντικός | , ή, ό γλυ-κα-ντι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. που σχετίζεται με τη γλύκανση, που προσδίδει γλυκιά γεύση: ~ός: παράγοντας. ~ό: μέσο. ΑΝΤ. πικραντικός ● ΣΥΜΠΛ.: γλυκαντικές ουσίες/ύλες & γλυκαντικά (τα): φυσικές ή συνθετικές κρυσταλλικές ουσίες, σακχαρούχες και μη, που προσδίδουν γλυκιά γεύση σε ροφήματα και γλυκά, δηλ. η ζάχαρη και τα υποκατάστατά της (ασπαρτάμη, γλυκόζη, ξυλιτόλη, σακχαρίνη, στέβια, φρουκτόζη). Βλ. πρόσθετα (τροφίμων). [< μτγν. γλυκαντικός] | |
| 10945 | γλύκας | γλύ-κας ουσ. (αρσ.) (οικ.): για αξιαγάπητο μωρό, παιδί ή άνδρα: Είναι ένας μπόμπιρας σκέτος ~! | |
| 28505 | Γλυκατζής | , α, ικο λι-χού-δης επίθ. (προφ.): που του αρέσει πολύ να τρώει συχνά, κυρ. γλυκά: Είναι πολύ ~α. Πβ. λαίμαργος. [< μεσν. λιχούδης] | |
| 10946 | γλυκατζής, γλυκατζού | γλυ-κα-τζής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ήδες, -ούδες} (προφ.): πρόσωπο που του αρέσουν πολύ τα γλυκά. | |
| 10947 | γλυκερία | γλυ-κε-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ψηλό ποώδες φυτό (οικογ.Gramineae) που αναπτύσσεται σε ελώδη μέρη και μοιάζει με καλάμι. [< γαλλ. glycérie] | |
| 10948 | γλυκερίδια | γλυ-κε-ρί-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΙΟΧ. σύνθετοι εστέρες της γλυκερίνης. Βλ. λιπίδια, τρι~. [< γαλλ. glycérides, αγγλ. glycerides] | |
| 10949 | γλυκερίνη | γλυ-κε-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. τρισθενής αλκοόλη (σύμβ. C3H8O3) με τη μορφή άχρωμης, άοσμης και γλυκιάς παχύρρευστης ουσίας, που παράγεται από φυτικά ή ζωικά λίπη ή πετρέλαιο και χρησιμοποιείται κυρ. ως καλλυντικό ή διαλυτικό: σαπούνι ~ης. Κρέμα με ~. Βλ. -ίνη, νιτρο~. ΣΥΝ. γλυκερόλη [< γαλλ. glycérine, αγγλ. glycerin(e)] | |
| 10950 | γλυκερόλη | γλυ-κε-ρό-λη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. γλυκερίνη. [< γαλλ. glycérol, 1905, αγγλ. glycerol] | |
| 10951 | γλυκερός | , ή, ό γλυ-κε-ρός επίθ. 1. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από υπερβολικό, ρηχό και ψεύτικο συναισθηματισμό: ~ός: λόγος. ~ή: γραφή. ~ό: κλίμα (νοσταλγίας)/ύφος. ~ά: τραγούδια. ΣΥΝ. γλυκανάλατος (2), μελό (2), μελοδραματικός (2) 2. (για φαγητό ή ποτό) που γλυκίζει. Βλ. -ερός. [< αρχ. γλυκερός ‘γλυκός’] | |
| 10952 | γλυκίδια | γλυ-κί-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {γλυκιδί-ων, σπάν. στον εν. γλυκίδιο}: ΒΙΟΧ. υδατάνθρακες. Βλ. -ίδια, άμυλο, δεξτρίνη, κυτταρίνη, σάκχαρο. [< διεθν. glycide] | |
| 10953 | γλυκίζει | γλυ-κί-ζει ρ. (αμτβ.) {κυρ. στον ενεστ.}: (για φαγητό ή ποτό) έχει ελαφρώς γλυκιά γεύση, συνήθ. ανεπιθύμητη. ΑΝΤ. πικρίζει [< μτγν. γλυκίζω] | |
| 10954 | γλυκίνη | γλυ-κί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. το απλούστερο αμινοξύ που είναι συστατικό των πρωτεϊνών και λειτουργεί ως ανασταλτικός νευροδιαβιβαστής στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Βλ. -ίνη. [< γαλλ.-αγγλ. glycine] | |
| 10955 | γλύκισμα | γλύ-κι-σμα ουσ. (ουδ.) {γλυκίσμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΖΑΧΑΡ. κάθε γλυκό παρασκεύασμα, συνήθ. μικρού μεγέθους: παραδοσιακά/σπιτικά/τοπικά ~ατα. 2. (μτφ.) για πολύ νόστιμο φαγητό. ΣΥΝ. λουκούμι (2) [< μεσν. γλύκισμα < μτγν. γλύκυσμα] | |
| 10956 | γλυκό | γλυ-κό ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΖΑΧΑΡ. παρασκεύασμα με φυσική ή/και συνθετική γλυκαντική ουσία: παραδοσιακά/σοκολατένια/σπιτικά/τοπικά/χειροποίητα ~ά. Αγαπημένο/νόστιμο ~. ~ά (του) ψυγείου. ~ με αγνά υλικά/καρύδια/μέλι/φρούτα. ~ για/ως επιδόρπιο. Κουταλάκι/πιατάκι του ~ού. Συνταγές/φύλλο κρούστας για ~ά. Κουτί (με) ~ά. Δένει/κρυώνει το ~. Ψήνω το ~. Δοκιμάζω/κερνώ/προσφέρω/τρατάρω (ένα) ~. ~ά και αρτοσκευάσματα. Κάνει/φτιάχνει ωραία ~ά. Το ~ με λίγωσε. Τα ~ά παχαίνουν. Πβ. γλύκισμα. Βλ. αμυγδαλωτό, κέικ, πάστα, τούρτα. ● Υποκ.: γλυκάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: γλυκά (του) ταψιού: σιροπιαστά, συνήθ. με φύλλο, που ψήνονται στον φούρνο. Βλ. γαλακτομπούρεκο, καζάν ντιπί, κανταΐφι, μπακλαβάς, ραβανί, σαραγλί., γλυκό του κουταλιού: γλύκισμα από φρούτα και σπανιότ. άνθη ή λαχανικά, που έχουν βράσει με ζάχαρη και έχουν σιροπιάσει, το οποίο σερβίρεται με μικρό κουτάλι σε πιατάκι: ~ ~ βύσσινο/κεράσι/κυδώνι/περγαμόντο/σύκο/τριαντάφυλλο. Βλ. νεραντζάκι. ● ΦΡ.: ήρθε κι έδεσε (το γλυκό)/δένει το γλυκό βλ. έρχομαι [< μεσν. γλυκός] | |
| 10957 | γλυκο1- & γλυκό- | & γλυκύ- & γλυκ- α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία 1. του γλυκού στη γεύση και κατ' επέκτ. του ευχάριστου: ~πατάτα. Γλυκό-ξινος/~πικρος/~ριζα. Γλυκ-ανάλατος.|| Γλυκό-ηχος/~λαλος/~πιοτος. 2. (μτφ.) της ηπιότητας, της τρυφερότητας, της αγάπης ή της ερωτικής διάθεσης: γλυκο-χαράζει.|| Γλυκο-αίματος/~μίλητος/~φιλώ. Γλυκο-κοιτάζω. Γλυκό-λογα.|| Γλυκ-ύτητα. | |
| 10958 | γλυκο2- & γλυκ- | & γλυκοζ- (επιστ.): α' συνθετικό λέξεων, κυρ. όρων της βιοχημείας, με αναφορά συνήθ. στη γλυκόζη: γλυκο-γόνο/~κορτικοειδή/~σίδες.|| Γλυκ-αγόνη/~άνη/~ίδια. Υπο-γλυκ-αιμία.|| Γλυκοζ-ουρία. | |
| 10959 | γλυκοαίματος | , η, ο γλυ-κο-αί-μα-τος επίθ. (προφ.): (για πρόσ.) που έχει γλυκό αίμα· (κυρ.-κατ' επέκτ.) ελκυστικός, αξιαγάπητος: Τα κουνούπια προτιμούν τους ~ους. | |
| 10960 | γλυκοασπάζομαι | γλυ-κο-α-σπά-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {μόνο στο α' πρόσ. ενεστ.} (λόγ.): γλυκοφιλώ: Σας ~. | |
| 10961 | γλυκογόνο | γλυ-κο-γό-νο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΧ. πολυσακχαρίτης ο οποίος αποτελεί τη μορφή με την οποία αποθηκεύεται η γλυκόζη στους ζωικούς ιστούς: ηπατικό/μυϊκό ~. ΣΥΝ. ζωικό άμυλο. Βλ. υδατάνθρακες. [< γαλλ. glycogène, αγγλ. glycogen] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ