| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10962 | γλυκοζαμίνη | γλυ-κο-ζα-μί-νη ουσ. (θηλ.) & γλυκοσαμίνη: ΒΙΟΧ. αμινοξύ παράγωγο της γλυκόζης (σύμβ. C6H13NO5)που απαντά κυρ. σε ζωντανούς συνδετικούς ιστούς και σε ορισμένα φυτικά κυτταρικά τοιχώματα: υδροχλωρική ~. Βλ. -ίνη. [< γαλλ.-αγγλ. glucosamine] | |
| 10963 | γλυκόζη | γλυ-κό-ζη ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΧ. μονοσακχαρίτης (C6H12O6) ο οποίος εντοπίζεται στα τρόφιμα, κυρ. σε φρούτα, και αποτελεί την κύρια πηγή ενέργειας για τους ζωντανούς οργανισμούς: η ~ του αίματος (= σάκχαρο). Βλ. μανν-, φρουκτ-όζη. ΣΥΝ. δεξτρόζη, σταφυλοσάκχαρο 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γλυκαντική ουσία η οποία παράγεται από άμυλο, κυρ. καλαμποκιού: σιρόπι ~ης. [< γαλλ.-αγγλ. glucose] | |
| 10964 | γλυκοζίτης | γλυ-κο-ζί-της ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΒΙΟΧ. καθεμιά από τις γλυκοσίδες που το σάκχαρό τους είναι η γλυκόζη. Βλ. -ίτης2. [< γαλλ.-αγγλ. glucoside] | |
| 10965 | γλυκοζουρία | γλυ-κο-ζου-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αύξηση του σακχάρου στα ούρα: νεφρική ~. Βλ. διαβήτης, -ουρία. ΣΥΝ. σακχαρουρία [< γαλλ. glycosurie, αγγλ. glycosuria] | |
| 10966 | γλυκόηχος | , η, ο γλυ-κό-η-χος επίθ. (λογοτ.): που ηχεί ευχάριστα, που έχει γλυκό ήχο: ~η: καμπάνα. ~ο: κελάηδισμα. Πβ. γλυκόλαλος. Βλ. άηχος. | |
| 10967 | γλυκοκοιτάζω & γλυκοκοιτώ | [γλυκοκοιτῶ] γλυ-κο-κοι-τά-ζω ρ. (μτβ.) {γλυκοκοίτα-ξε} ΣΥΝ. καλοβλέπω, καλοκοιτάζω 1. κοιτάζω κάποιον ερωτικά, κάνω τα γλυκά μάτια: Τη ~ει. 2. εποφθαλμιώ: ~ει τη θέση του διευθυντή. | |
| 10968 | γλυκοκορτικοειδή | [γλυκοκορτικοειδῆ] γλυ-κο-κορ-τι-κο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. γλυκοκορτικοειδές}: ΒΙΟΧ. κορτικοστεροειδή που συμμετέχουν στον μεταβολισμό κυρ. υδατανθράκων, πρωτεϊνών και λιπών και χρησιμοποιούνται στη φαρμακευτική ως αντιφλεγμονώδη, αντιαλλεργικά ή ανοσοκατασταλτικά. Βλ. κορτιζ-όνη, -όλη, κορτικοστερόνη, υδροκορτιζόνη. [< αγγλ. glucocorticoids, 1950] | |
| 10969 | γλυκόλαλος | , η, ο γλυ-κό-λα-λος επίθ. (λογοτ.): που έχει γλυκό, μελωδικό ήχο ή φωνή: ~η: φλογέρα. ~ο: αηδόνι. Πβ. γλυκόηχος. Βλ. άλαλος. [< μεσν. γλυκόλαλος] | |
| 10970 | γλυκόλη | γλυ-κό-λη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. ονομασία των κορεσμένων δισθενών αλκοολών: αιθυλενική ~. ~ προπυλενίου. Βλ. -όλη. [< γαλλ.-αγγλ. glycol] | |
| 10971 | γλυκολικός | , ή, ό επίθ.: ΧΗΜ. κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: γλυκολικό οξύ: διαφανής κρυσταλλική ένωση (C2H4O3) που βρίσκεται κυρ. στα άγουρα σταφύλια και τα ζαχαρότευτλα, με ευρεία χρήση στη φαρμακευτική και την κοσμετολογία [< αγγλ. glycolic acid] | |
| 10972 | γλυκόλογα | γλυ-κό-λο-γα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. γλυκόλογο}: γλυκά και τρυφερά λόγια, κυρ. ερωτικά: Της μιλούσε με ~. Δεν μου έχει πει ούτε ένα ~ο! Πβ. ερωτόλογα. ΣΥΝ. τρυφερόλογα ΑΝΤ. πικρόλογα | |
| 10973 | γλυκόλυση | γλυ-κό-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. μεταβολική διαδικασία που συνίσταται στη διάσπαση της γλυκόζης από τη δράση ενζύμων: (αν)αερόβια ~. Βλ. καταβολισμός. [< γαλλ. glycolyse, αγγλ. glycolysis] | |
| 10974 | γλυκομίλητος | , η, ο γλυ-κο-μί-λη-τος επίθ.: που μιλά ευγενικά και ήπια: ~ος: υπάλληλος. Πβ. ευπροσήγορος, μειλίχιος. Βλ. α-, λιγο-μίλητος. | |
| 10975 | γλυκομιλώ | [γλυκομιλῶ] γλυ-κο-μι-λώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {γλυκομιλ-άς κ. (σπάν.) -είς ... | γλυκομίλ-ησα} & γλυκομιλάω: μιλώ ευγενικά και ήπια. | |
| 10976 | γλυκόξινος | , η, ο γλυ-κό-ξι-νος επίθ.: που η γεύση του είναι γλυκιά και ξινή: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ο: κοτόπουλο/χοιρινό (: με ~η σάλτσα). ΣΥΝ. ξινόγλυκος. Βλ. υπόξινος.|| (μτφ.) ~ες: εντυπώσεις. Πβ. γλυκόπικρος. [< μεσν. γλυκόξινος] | |
| 10977 | γλυκοπατάτα | γλυ-κο-πα-τά-τα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. η εδώδιμη, κονδυλώδης και γλυκιά ρίζα του ομώνυμου ποώδους φυτού (επιστ. ονομασ. Ipomoea batatas). [< γαλλ. patate douce] | |
| 10978 | γλυκόπικρος | , η, ο γλυ-κό-πι-κρος επίθ. 1. (μτφ.) που προκαλεί ανάμεικτα, ευχάριστα και δυσάρεστα, συναισθήματα: ~η: νοσταλγία. ~ο: φινάλε/χαμόγελο/χιούμορ. ~ες: αναμνήσεις. Βλ. αντιφατικός.|| ~η: ταινία. 2. γλυκός και πικρός ως προς τη γεύση. ● επίρρ.: γλυκόπικρα [< μεσν. γλυκόπικρος] | |
| 10979 | γλυκόπιοτος | , η, ο γλυ-κό-πιο-τος επίθ. (λογοτ.): που πίνεται ευχάριστα, συνήθ. λόγω της γλυκιάς του γεύσης: ~ο: κρασί. | |
| 10980 | γλυκοπρωτεΐνη | γλυ-κο-πρω-τε-ΐ-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένωση που περιέχει πρωτεΐνες και υδατάνθρακες. Βλ. ινωδογόνο. [< γαλλ. glycoprotéine, 1908, αγγλ. glycoprotein, 1908] | |
| 10981 | γλυκόριζα | γλυ-κό-ρι-ζα ουσ. (θηλ.) & γλυκόρριζα: ΒΟΤ. ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Glycyrrhiza glabra), η ρίζα του οποίου έχει μαλακτικές και χαλαρωτικές ιδιότητες και χρησιμοποιείται κυρ. στη φαρμακευτική και τη ζαχαροπλαστική. [< μτγν. γλυκύρριζα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ