Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [11860-11880]

IDΛήμμαΕρμηνεία
10982γλυκός, ιά, ό γλυ-κός επίθ. {γλυκύτ-ερος, -ατος} 1. που έχει τη γεύση της ζάχαρης ή του μελιού και γενικότ. που είναι νόστιμος: ~ός: καφές (βλ. βαρύγλυκος, ANT. πικρός)/τραχανάς (βλ. ξινός). ~ιά: κρέπα (βλ. αλμυρός)/πιπεριά (βλ. καυτερός)/πίτα/σάλτσα. ~ό: κρασί (ΑΝΤ. ξηρός)/πορτοκάλι. ~ά: κουλουράκια (ΑΝΤ. άγλυκος). ~ πειρασμός (: για γλυκίσματα). Θέλω να φάω κάτι ~ό. Βλ. γλυκόξινος, ημί-, ολό-, υπό-γλυκος. 2. (μτφ.) που δημιουργεί ευχάριστη αίσθηση: ~ός: ήχος/καιρός (πβ. μαλακός)/πόνος/ύπνος (= ήρεμος). ~ιά: αγκαλιά/αμαρτία/ανάμνηση (= όμορφη)/βραδιά/ζωή (πβ. ντόλτσε βίτα)/μελαγχολία (του φθινοπώρου)/μελωδία/νοσταλγία/προσμονή/φωνή (= απαλή). ~ό: αεράκι (= ελαφρύ)/άρωμα (βλ. γλυκερό)/βλέμμα (= στοργικό, τρυφερό)/καλωσόρισμα/κλίμα (= ήπιο)/φιλί/φως (ΑΝΤ. σκληρό)/χάδι/χαμόγελο (= ζεστό). ~ιές: ευχές/κουβέντες. ~ά: λόγια (= γλυκόλογα).|| ~ό: προσωπάκι ~ιά: φυσιογνωμία. Πβ. συμπαθητικός, χαριτωμένος.|| (για πρόσ.) ~ός: άνθρωπος. ~ό: παιδί/πλάσμα. Πβ. γλυκομίλητος, καλοσυνάτος, μειλίχιος, πράος.|| (ως προσφών.) ~έ μου! Aγάπη μου ~ιά! ● Υποκ.: γλυκούλης , α, -ικο/-ι: για δήλωση τρυφερότητας: Τι ~ι που είναι!, γλυκούλικος , η, ο, γλυκούτσικος , η/ια, ο ● επίρρ.: γλυκά: Γελώ/μιλώ/τραγουδώ ~. Σε φιλώ ~. ● ΣΥΜΠΛ.: γλυκό νερό & (σπάν.-λόγ.) γλυκό ύδωρ {συνήθ. στον πληθ.}: το νερό ποταμών, λιμνών και πηγών που δεν είναι αλμυρό: επιφανειακά/στάσιμα/υπόγεια ~ά ~ά. Θαλασσινό και ~ ~. Υγρότοποι ~ού ~ού. Ψάρεμα στα ~ά ~ά. Ιχθυοπονία γλυκέων υδάτων. [< γαλλ. eau douce] ● ΦΡ.: του γλυκού νερού 1. για οργανισμό που ζει και αναπτύσσεται σε λίμνες, ποτάμια και όχι στη θάλασσα: γαρίδες/φυτά/χελώνες/ψάρια (βλ. ιχθυοπανίδα) ~ ~. 2. (μτφ.-μειωτ.) για πρόσωπο άπειρο, δειλό και γενικώς ανάξιο για την ιδιότητα που του αποδίδεται: επαναστάτης/μάγκας (πβ. ψευτόμαγκας) ~ ~., κάνω τα γλυκά μάτια (σε κάποιον) βλ. μάτι, κάνω τα πικρά γλυκά βλ. πικρός, όνειρα γλυκά! βλ. όνειρο, τζάμπα ξίδι, γλυκό σαν μέλι βλ. τζάμπα, το γλυκό/πικρό ψωμί βλ. ψωμί [< μεσν. γλυκός, γαλλ. doux]
10983γλυκοσαμίνηβλ. γλυκοζαμίνη
10984γλυκοσίδεςγλυ-κο-σί-δες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. γλυκοσίδη} & γλυκοσίδια (τα): ΦΑΡΜΑΚ. φυτικές ουσίες που περιέχουν σάκχαρο και εμφανίζουν καρδιοτονωτική δράση. [< γαλλ.-αγγλ. glycosides]
10985γλυκούλης, γλυκούλικοςβλ. γλυκός
10986γλυκουλίνιγλυ-κου-λί-νι ουσ. (ουδ.) (οικ.): χαρακτηρισμός ή προσφώνηση που εκφράζει τρυφερότητα, στοργή. Πβ. αγαπ-, μωρ-ουλίνι, ζουζούνι.
10987γλυκούτσικοςβλ. γλυκός
10988Γλυκοφιλούσα[Γλυκοφιλοῦσα] Γλυ-κο-φι-λού-σα επίθ./ουσ.: ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία της Θεοτόκου σε εικόνες στις οποίες κρατά τον Χριστό στην αγκαλιά, ακουμπώντας το μάγουλό της στο δικό του: Παναγία η ~. Βλ. Βρεφοκρατ-, Ελε-ούσα, Οδηγήτρια, Πλατυτέρα. [< μεσν. γλυκοφιλούσα]
10989γλυκοφιλώ[γλυκοφιλῶ] γλυ-κο-φι-λώ ρ. (μτβ.) {-άς ... | γλυκοφίλ-ησα, συνήθ. στο α΄πρόσ. ενεστ.}: (κυρ. ως κλείσιμο φιλικής επιστολής) φιλώ γλυκά, τρυφερά: Σε ~. ΣΥΝ. γλυκοασπάζομαι [< μεσν. γλυκοφιλώ]
10990γλυκοχαράζειγλυ-κο-χα-ρά-ζει ρ. (αμτβ.) {γλυκοχάρα-ξε} (λογοτ.): χαράζει, ξημερώνει.
10991γλυκοχάραμαγλυ-κο-χά-ρα-μα ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): χάραμα, ξημέρωμα.
10992γλυκύ-βλ. γλυκο1
10993γλυκύς, εία, ύ γλυ-κύς επίθ. {γλυκ-έος | -είς (ουδ. -έα), -έων∙ γλυκύτ-ερος, -ατος} (λόγ.): γλυκός: ιχθυοπονία ~έων υδάτων. ● ΣΥΜΠΛ.: γλυκύς βραστός: (για ελληνικό καφέ) με ποσότητα ζάχαρης διπλάσια σε σχέση με αυτή του καφέ· πολύ γλυκός. [< αρχ. γλυκύς]
10994γλυκύτηταγλυ-κύ-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του γλυκού, γλύκα: (μτφ.) η ~ της φωνής/του χαρακτήρα της (= ηπιότητα, πραότητα). Η ~ μιας ανάμνησης.|| Η ~ των φρούτων. Ο βαθμός ~ας ενός κρασιού. Πβ. ηδύτητα. Βλ. οξύτητα, -ύτητα. [< αρχ. γλυκύτης]
10995γλύπτηςγλύ-πτης ουσ. (αρσ.) , γλύπτρια (η): δημιουργός γλυπτών έργων: το εργαστήρι του ~η. Πβ. αγαλματο-, ανδριαντο-ποιός. Βλ. λιθοξόος, λιθο~, ξυλο~. [< μτγν. γλύπτης]
10996γλυπτικήγλυ-πτι-κή ουσ. (θηλ.) & γλυπτική τέχνη: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. η εικαστική τέχνη της δημιουργίας τρισδιάστατων αναπαραστάσεων ή μορφών με τη διαμόρφωση κυρ. μάρμαρου, πέτρας, ξύλου ή μετάλλου: αρχαία/αφαιρετική/μνημειακή/μοντέρνα ~. Βλ. αγαλματοποιία, ζωγραφική, λιθο~, μαρμαρο~, μικρο~, ξυλο~, χαρακτική. ΣΥΝ. πλαστική [< μτγν. γλυπτική]
10997γλυπτικός, ή, ό γλυ-πτι-κός επίθ.: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με τη γλυπτική: ~ό: έργο (= γλυπτό). ~ και ζωγραφικός διάκοσμος. ~ά και αρχιτεκτονικά μέλη. Βλ. ανάγλυφος, ξυλο~. [< μτγν. γλυπτικός, αγγλ. glyptic, πβ. γαλλ. glyptique]
10998γλυπτόγλυ-πτό ουσ. (ουδ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. έργο γλυπτικής: μαρμάρινο/ξύλινο/χάλκινο ~. Αρχαία ~ά. Τα ~ά του Παρθενώνα (βλ. ελγίνεια). Βλ. άγαλμα, ανάγλυφο, ανδριάντας, προτομή. ● ΣΥΜΠΛ.: κινητικό γλυπτό βλ. κινητικός [< μτγν. γλυπτόν]
10999γλυπτοθήκηγλυ-πτο-θή-κη ουσ. (θηλ.): μουσείο έργων γλυπτικής. Βλ. πινακοθήκη. [< γαλλ. glyptothèque, γερμ. Glyptothek]
11000γλυπτός, ή, ό γλυ-πτός επίθ.: λαξευμένος, σμιλευμένος, σκαλισμένος: ~ός: διάκοσμος. ~ή: σύνθεση. ~ό: έργο. Πβ. ανάγλυφος, γλυπτικός, λαξευτός, σκαλιστός. Βλ. ζωγραφικός. [< μτγν. γλυπτός]
11001γλυσίναγλυ-σί-να ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) γλυτσίνα: ΒΟΤ. φυλλοβόλο αναρριχητικό καλλωπιστικό φυτό (επιστ. ονομασ. Wisteria chinensis, Glicine sinensis) με μοβ αρωματικές ταξιανθίες. [< γαλλ. glycine < νεολατ. glycina < αρχ. γλυκύς]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.