Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [11880-11900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
11002γλυστρίδαβλ. γλιστρίδα
11003γλύφανογλύ-φα-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άνου} 1. ΤΕΧΝΟΛ. κυλινδρικό ή κωνικό εργαλείο πολλαπλών κόψεων, για τη διεύρυνση οπών ή/και τη λείανση της εσωτερικής επιφάνειας αντικειμένων. 2. γλυφίδα. [< μτγν. γλύφανος]
11004γλυφήγλυ-φή ουσ. (θηλ.) 1. σκαλισμένο ή χαραγμένο σχέδιο ή σύμβολο· (ειδικότ.-ΑΡΧΑΙΟΛ.) καθεμιά από τις αυλακώσεις του κίονα. Βλ. τρίγλυφος. 2. ΠΛΗΡΟΦ. χαρακτήρας (γραμματοσειράς). [< μτγν. γλυφή, γαλλ. glyphe , αγγλ. glyph]
11005γλυφίδαγλυ-φί-δα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. σμίλη. Βλ. οδοντο~. ΣΥΝ. γλύφανο (2) [< αρχ. γλυφίς]
11006γλυφός, ή, ό γλυ-φός επίθ.: ελαφρώς αλμυρός: ~ό: νερό. ΣΥΝ. υφάλμυρος [< μεσν. γλυφός]
10892γλύφω

γλεί-φω ρ. (μτβ.) {έγλει-ψα, γλεί-φτηκα, προστ. γλεί-ψου, γλείφ-οντας, γλει-μμένος} 1. κινώ τη γλώσσα μου πάνω σε κάτι, συνήθ. για να το γευτώ, να το καθαρίσω ή να το υγράνω: ~ το κουτάλι/το παγωτό (: το τρώω χρησιμοποιώντας τη γλώσσα)/το πιάτο (: τρώω όλο το φαγητό με όρεξη)/τα χείλη μου. Το σκυλάκι με ~ψε στο πρόσωπο. ~ψε το γραμματόσημο, πριν το κολλήσει στον φάκελο.|| (μτφ., συνήθ. για φλόγες ή κύματα:) Η φωτιά ~ψε τους τοίχους του σπιτιού, αλλά δεν το έκαψε. Η θάλασσα ~ει την ακτή/τα βράχια. Σούταρε και η μπάλα ~ψε το αριστερό δοκάρι (: πέρασε ξυστά). Πβ. αγγίζω.|| (μτφ.-προφ., καθαρίζω σχολαστικά:) To ~ψε το πάτωμα, έγινε καθρέφτης! 2. (μτφ.) κολακεύω: ~ει το αφεντικό/τους καθηγητές/τον προϊστάμενό του. Πβ. καλοπιάνω, λιβανίζω. ● Παθ.: γλείφομαι 1. κινώ τη γλώσσα πάνω στα χείλη, το σώμα μου ή (για ζώο) στο τρίχωμα: Ο σκύλος ~φτηκε και καθάρισε τη μουσούδα του.|| (κατ' επέκτ.) ~μμένο: μαλλί. Πβ. λαδωμένος, λιγδιασμένος. 2. (μτφ.-προφ.) νιώθω έντονη επιθυμία, λαχταρώ: Κοιτάζει το ψητό και ~εται. Πβ. λιγουρεύομαι, ορέγομαι.|| Μη ~εσαι, δεν είναι για σένα το δώρο! Πβ. λιμπίζομαι, ξερο~. ● ΦΡ.: γλείφει εκεί που έφτυνε: κολακεύει κάποιον που παλιότερα κατηγορούσε ή περιφρονούσε: Έχει ο καιρός γυρίσματα και τώρα ~ ~!, γλείφει τις πληγές του (μτφ.): προσπαθεί να ξεπεράσει κάτι δυσάρεστο, να συνέλθει: ~ ~ σαν πληγωμένο αγρίμι. Η αγορά ~ ~ της από την πιστωτική κρίση., να γλείφεις (και) τα δάχτυλά σου! (προφ.): για πάρα πολύ νόστιμο φαγητό: Έφτιαξε ένα παστίτσιο, ~ ~! Πβ. μπουκιά και συχώριο. [< γαλλ. se lécher les doigts] , του έδωσαν/πέταξαν να γλείφει ένα κοκαλάκι (μτφ.-προφ.): λέγεται για ευτελές αντίτιμο ή ασήμαντη ανταμοιβή για τις υπηρεσίες κάποιου. [< μεσν. γλείφω, γαλλ. lécher]

11007γλύφωγλύ-φω ρ. (μτβ.) {έγλυ-ψα} (αρχαιοπρ.): λαξεύω, σμιλεύω. [< αρχ. γλύφω]
11008γλώσσα[γλῶσσα] γλώσ-σα ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -ης | -ες, -ών} 1. ΓΛΩΣΣ. φωνητικο-ακουστικό σύστημα συμβατικών σημείων μιας κοινότητας ανθρώπων για τη διατύπωση ή ανταλλαγή σκέψεων και πληροφοριών, καθώς και για την παγίωση και μετάδοση από γενιά σε γενιά εμπειρίας και γνώσης, το οποίο βασίζεται σε νοητικές διαδικασίες, καθορίζεται κοινωνικά και υπόκειται στην ιστορική εξέλιξη: αγγλική/αρχαία/βοηθητική/δημοτική/διεθνής/εθνική/ελληνική/μεσαιωνική/περιφερειακή/τοπική ~. Διάλεκτοι/ιδιωματισμοί/λέξεις (βλ. λεξιλόγιο)/μονάδες (βλ. φώνημα, μόρφημα)/μορφολογία (βλ. γραμματική) της ~ας. Ιστορία/προέλευση/σύνταξη μιας ~ας. Ανάλυση/γνώση/διδακτική/κακοποίηση/κωδικοποίηση/περιγραφή/προστασία/τυποποίηση (βλ. νόρμα)/χρήση της ~ας. Αδελφές/άκλιτες/ανάμικτες (βλ. κρεολή, λίνγκουα φράνκα, πίτζιν)/ασθενείς/ειδικές/ισχυρές/κλασικές/κλιτές/μειονοτικές/ξένες/συγγενικές/τονικές (βλ. κινέζικα) ~ες. Εργαστήριο/τυπολογία ~ών. Επαφή των ~ών. Διδάσκω μια ~. Λεξικό της ...~ας. Διδασκαλία της Νέας Ελληνικής ως ξένης ~ας. Μεταγραφή σε μια ~ (βλ. γκρίκλις). Μεταφράζω από μια ~ προς/σε μια άλλη. Μιλώ δύο/πολλές ~ες (βλ. δί-, πολύ-γλωσσος, γλωσσομάθεια). Βλ. λόγος, μεταγλώσσα, (συν)ομιλία, πρωτόγλωσσα.|| (με κεφαλ. Γ, το αντίστοιχο μάθημα) Η ~ της Γ' τάξης. 2. (ειδικότ.) ο προφορικός ή γραπτός λόγος, ο τρόπος έκφρασης ενός ατόμου, μιας ηλικιακής, κοινωνικής ή επαγγελματικής ομάδας, μιας επιστήμης ή εποχής: ανεπίσημη/απλή/αρχαΐζουσα/δημώδης/δόκιμη/ειδική (βλ. ζαργκόν)/επίσημη/επιστημονική/ιδιωματική/καθημερινή/καλλιεργημένη/κοινή/λαϊκή/λόγια/ομιλούμενη/παιδική/ποιητική/πρότυπη/σύγχρονη/τεχνική ~. ~ διδασκαλίας/επικοινωνίας/εργασίας. Η ~ του διαδικτύου/της διαφήμισης/του Δικαίου/των ειδήσεων/της λογοτεχνίας/της μετάφρασης/των ΜΜΕ/των νέων (βλ. κοινωνιόλεκτος)/της πιάτσας (βλ. αργκό)/ενός ποιητή (βλ. ιδιόλεκτος, στιλ, ύφος)/των πολιτικών/της τεχνολογίας. Ανεπαρκές/ικανοποιητικό επίπεδο ~ας. Η μουσικότητα της ~ας. Γράφω/διαβάζω/εκφράζομαι/επικοινωνώ/λέω κάτι σε μια ~. ~ και γραμματεία/ιδεολογία/κοινωνία/πολιτισμός/φύλο.|| Αγοραία/ανεπιτήδευτη/αυστηρή/αφηρημένη/βρόμικη/γλαφυρή/κατανοητή/κομψή/κυνική/κυριολεκτική/μεταφορική/περίτεχνη/πικρή/πλούσια/πρόστυχη/ρέουσα/σεξιστική/στρυφνή/στρωτή/συμβολική (: αλληγορική)/σύνθετη/χυδαία (βλ. λέξη ταμπού)/ωμή ~. Χρησιμοποίησε σκληρή ~. Έχει φαρμακερή ~ (: είναι φαρμακόγλωσσος). Βλ. βρομόγλωσσα.|| (μτφ.) Τρέχει η ~ του νεράκι (: μιλά με ευχέρεια). Βλ. διατύπωση. 3. ευκίνητο μακρόστενο μυώδες όργανο στη στοματική κοιλότητα και συνεκδ. οτιδήποτε έχει το συγκεκριμένο σχήμα: η διχαλωτή ~ του φιδιού. Η τραχιά ~ της γάτας. (ΜΑΓΕΙΡ.) Αρνίσια/βοδινή ~.|| Άσπρη/ροδαλή ~. Ο βλεννογόνος/οι θηλές/η κορυφή/η ρίζα/ο χαλινός της ~ας. Η ~ ως όργανο της γεύσης/της ομιλίας (βλ. αρθρωτής). Ξεράθηκε/στέγνωσε η ~ μου. Δάγκωσα/έκαψα τη ~μου. Πλαταγίζω τη ~ μου. Γλείφω με τη ~.|| Η ~ της καμπάνας/της κλειδαριάς (βλ. γλωσσίδι)/του κουδουνιού/του παπουτσιού. ~ες γης/στεριάς (βλ. λωρίδα, μύτη)/φωτιάς (βλ. φλόγα). 4. (μτφ.) μη λεκτικός τρόπος έκφρασης ή/και επικοινωνίας: η ~ της αγάπης/της αλήθειας/των αριθμών/της βίας/της εξουσίας/της ζωγραφικής/της καρδιάς/του κινηματογράφου/της λογικής/των λουλουδιών/των ματιών/της μουσικής/του χορού/του χρήματος/των χρωμάτων. Η ~ των ζώων/των μελισσών/των πουλιών.|| Η ~ του σώματος. Βλ. παρα~.|| ~ (των) σφυριγμάτων.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ες υπολογιστή. ~ HTML. Βλ. ψευδο~. 5. ΙΧΘΥΟΛ. θαλάσσιο ψάρι (οικογ. Soleidae) με ωοειδές πλατύ σώμα, λευκή εύγευστη σάρκα και μικρά, σκληρά λέπια: ~ καπνιστή. Φιλέτα ~ας. Βλ. ιππόγλωσσα. 6. ΦΙΛΟΛ. (σπανιότ.) απαρχαιωμένη ή άγνωστη λέξη ή έκφραση που χρειάζεται ερμηνεία (γλῶττα). ● Υποκ.: γλωσσίτσα (η) & γλωσσούλα (η) & γλωσσάκι (το): Βγάζει τη ~ του.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Έχει κοφτερή ~! (: είναι ετοιμόλογος, καυστικός). ● Μεγεθ.: γλωσσάρα (η): (προφ.) Ο σκύλος τους έχει μία ~ να!|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Έχει μια ~ ίσαμε το μπόι του! (: είναι πολύ αναιδής). ● ΣΥΜΠΛ.: γλώσσα μηχανής: ΠΛΗΡΟΦ. γλώσσα δυαδικών εντολών που είναι άμεσα εκτελέσιμες από τον επεξεργαστή: μετάφραση προγράμματος σε ~ ~. Βλ. κωδικοποίηση, συμβολική γλώσσα. [< αγγλ. machine language, 1947] , γλώσσα προγραμματισμού: ΠΛΗΡΟΦ. τυπικό σύστημα συμβόλων που χρησιμοποιείται για την επικοινωνία του ανθρώπου με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή: συναρτησιακές ~ες ~. ~ες ~ υψηλού/χαμηλού επιπέδου. [< αγγλ. programming language, 1959] , δεύτερη γλώσσα: ΓΛΩΣΣ. αυτή που μαθαίνεται και χρησιμοποιείται από μη μητρικούς ομιλητές: η Ελληνική ως ~ ~. Βλ. μητρική/πρώτη γλώσσα., Ευρωπαϊκή Ημέρα Γλωσσών: η 26η Σεπτεμβρίου που καθιερώθηκε με αφορμή το Ευρωπαϊκό Έτος Γλωσσών (2001), προκειμένου να αντιληφθεί ο κόσμος τη σημασία της διά βίου εκμάθησης γλωσσών και να συνειδητοποιήσει τη γλωσσική πολυμορφία της Ευρώπης. [< αγγλ. European Day of Languages] , ζωντανή γλώσσα 1. που έχει φυσικούς ομιλητές, που ομιλείται σε συγχρονικό επίπεδο: ~ές και νεκρές γλώσσες.|| Η ~ ~ του λαού (: η δημοτική σε αντιδιαστολή με την καθαρεύουσα). 2. έντονο, ζωηρό ύφος. [< γαλλ. langue vivante] , η γλώσσα της σιωπής (μτφ.): μη λεκτικός τρόπος επικοινωνίας με τον οποίο μπορεί να δηλωθεί συγκατάβαση, συγκατάθεση, θαυμασμός, σεβασμός ή περιφρόνηση: Απάντησε με τη ~ ~ (πβ. η σιωπή μου προς απάντησή σου). [< αγγλ. the language of silence] , κανονική γλώσσα: ΠΛΗΡΟΦ. γλώσσα παραγόμενη από μια κανονική γραμματική: ~ ~ προγραμματισμού. [< αγγλ. regular language] , μητρική/πρώτη γλώσσα: ΓΛΩΣΣ. ο πρώτος γλωσσικός κώδικας που κατακτά το παιδί. Βλ. δεύτερη γλώσσα. [< γαλλ. langue maternelle/première] , νεκρή γλώσσα: που δεν μιλιέται πια. Βλ. γλωσσικός θάνατος. ΑΝΤ. ζωντανή γλώσσα (1) [< γαλλ. langue morte] , ξύλινη γλώσσα: άκαμπτη, τυποποιημένη, δογματική γλώσσα, συνήθ. της πολιτικής προπαγάνδας: η ~ ~ της γραφειοκρατίας/των κομμάτων/των πολιτικών. Βλ. κλισέ. [< γαλλ. langue de bois] , πύρινη γλώσσα 1. {συνηθέστ. στον πληθ.} φλόγα: ~ες ~ες έκαψαν χιλιάδες στρέμματα δάσους.|| (ειδικότ. ΘΕΟΛ., συμβολισμός του χαρίσματος που δέχθηκαν οι Απόστολοι από το Άγιο Πνεύμα την ημέρα της Πεντηκοστής, πβ. γλωσσολαλιά). 2. (μτφ.) ύφος, λόγος γεμάτος ένταση και πάθος: ρήτορες με ~ ~. Χρησιμοποίησε ~ ~ (: εξαπέλυσε μύδρους) κατά ..., τυπική γλώσσα 1. (στη μαθηματική Λογική και στην Πληροφ.) σύνολο από σειρές χαρακτήρων που ανήκουν σε ένα πεπερασμένο σύστημα στοιχείων (αλφάβητο): ~ ~ αναπαράστασης. Η γλώσσα προγραμματισμού είναι μία ~ ~. Βλ. αυτόματο, τυπική γραμματική. 2. συμβατικός, επιτηδευμένος τρόπος έκφρασης: η ~ ~ των δημοσίων εγγράφων/του σχολείου. [< αγγλ. formal language] , αναλυτικές γλώσσες βλ. αναλυτικός, απομονωμένη γλώσσα βλ. απομονωμένος, απομονωτικές γλώσσες βλ. απομονωτικός, γερμανικές γλώσσες βλ. γερμανικός, γλώσσα σήμανσης βλ. σήμανση, επίσημη γλώσσα βλ. επίσημος, Ευρωπαϊκό Πορτφόλιο/Χαρτοφυλάκιο Γλωσσών βλ. πορτφόλιο, ινδοευρωπαϊκές γλώσσες βλ. ινδοευρωπαϊκός, μητέρα γλώσσα βλ. μητέρα, νοηματική γλώσσα βλ. νοηματικός, νόσος της κυανής γλώσσας βλ. νόσος, οικογένεια γλωσσών/γλωσσική οικογένεια βλ. οικογένεια, πολυσυνθετική γλώσσα βλ. πολυσυνθετικός, ρομανικές/λατινογενείς/νεολατινικές γλώσσες βλ. ρομανικός, συγκολλητικές γλώσσες βλ. συγκολλητικός, συμβολική γλώσσα βλ. συμβολικός, συμπεριληπτική γλώσσα βλ. συμπεριληπτικός, συνθετικές γλώσσες βλ. συνθετικός, συνθηματική γλώσσα βλ. συνθηματικός, τεχνητή γλώσσα βλ. τεχνητός, τριχωτή γλώσσα βλ. τριχωτός, φυσική γλώσσα βλ. φυσικός ● ΦΡ.: βάζω χαλινάρι στη γλώσσα μου (μτφ.-προφ.): προσέχω ή μετριάζω τα λόγια μου., βγάζει γλώσσα (μτφ.-προφ.): μιλά προσβλητικά, με αναίδεια, αυθαδιάζει: Τολμάει και ~ ~; Για δες το μικρό, έβγαλε ~! Πβ. αντιμιλώ., βγάζω τη γλώσσα (σε κάποιον/κάτι): δείχνω τη γλώσσα μου σε κάποιον και κατ' επέκτ. κοροϊδεύω, περιφρονώ: Μου έβγαλε ~ ~ και χαμογέλασε αυτάρεσκα., γλώσσα-πηγή/γλώσσα-στόχος & γλώσσα αφετηρίας/γλώσσα αφίξεως: αυτή που μεταφράζεται και αυτή στην οποία καταλήγει η μετάφραση: Mεταφορά κειμένου από τη ~-πηγή στη ~-στόχο.|| (ΠΑΙΔΑΓ.) Διδασκαλία στη ~-στόχο. [< αγγλ. source language/target language, 1953] , δεν (το) πάει η γλώσσα μου (προφ.): διστάζω να μιλήσω από σεβασμό, ντροπή ή φόβο μήπως γίνω δυσάρεστος: ~ ~ να την κατηγορήσω. Έχω πολλά να πω, αλλά ~ ~., δεν βάζει γλώσσα μέσα (του) (προφ.): μιλάει αδιάκοπα, φλυαρεί: Δεν έβαζε ~ ~, λες κι είχε φάει γλιστρίδα., δένεται η γλώσσα μου (κόμπος) (μτφ.): δυσκολεύομαι να μιλήσω: Μου δέθηκε η ~ από την αγωνία. Ξαφνιάστηκε τόσο, που του δέθηκε η ~ του κόμπος και δεν είπε λέξη., έγινε η γλώσσα μου τσαρούχι/παπούτσι (μτφ.-προφ.): στέγνωσε (συνήθ. από τη δίψα)., έχει μεγάλη γλώσσα (προφ.-μτφ.) 1. & έχει μακριά/μια γλώσσα: αυθαδιάζει: ~ ~, πρόσεχε μη σε πιάσει στο στόμα της! 2. κολακεύει, για να εξυπηρετήσει το συμφέρον του. ΣΥΝ. γλείφω (2), έχω κάτι στην άκρη της γλώσσας μου (μτφ.): είμαι έτοιμος να πω ή να θυμηθώ κάτι: Μια στιγμή, στην ~ ~ το 'χω (: για λέξη ή έκφραση). [< γαλλ. avoir (un mot) sur le bout de la langue] , η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει (παροιμ.): τα λόγια, συνήθ. τα κακοπροαίρετα σχόλια, μπορεί να πληγώσουν ανεπανόρθωτα: Σκέψου τι θα ξεστομίσεις, ~ ~., κακές γλώσσες & κακά στόματα: (μετωνυμ.) όσοι σχολιάζουν κακοπροαίρετα τους άλλους: ~ ~ διαδίδουν/επιμένουν/υποστηρίζουν ότι ... Οι ~ ~ δεν την έχουν πιάσει στο στόμα τους. Όπως λένε οι ~ ~... Βλ. καλοθελητής.|| Τον έφαγαν οι ~ ~ (= τον γλωσσόφαγαν)! [< γαλλ. (les) mauvaises langues] , μάζεψε τη γλώσσα σου (απειλητ.): πρόσεξε τα λόγια σου, μην αυθαδιάζεις, μη βρίζεις: Για ~ ~, σε παρακαλώ! ~ ~ λιγάκι και μην προσβάλλεις τους άλλους!, μάλλιασε η γλώσσα μου/(σπάν.) το στόμα μου (προφ.) & (σπάν.-λαϊκό) γάνιασε η γλώσσα μου: ως έκφραση αγανάκτησης για τη μάταιη επανάληψη του ίδιου πράγματος: ~ ~ να το λέω/το εξηγώ, μα πού ν' ακούσουν!, με τρώει η γλώσσα μου (μτφ.-προφ.): θέλω πολύ να πω κάτι που είναι αρνητικό, δυσάρεστο ή μυστικό: Μέρες τώρα ~ ~, αλλά κρατιέμαι., μιλώ άλλη/διαφορετική γλώσσα με κάποιον (μτφ.): έχουμε διαφορετικό τρόπο σκέψης: Δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε, μιλάμε ~ ~., μιλώ την ίδια γλώσσα με κάποιον (μτφ.): έχω τις ίδιες αντιλήψεις, κοινό κώδικα επικοινωνίας: Είναι νωρίς να λες ότι ~άτε την ίδια ~, αφού μόλις γνωριστήκατε., μου βγήκε η γλώσσα (μτφ.-προφ.): λαχανιάζω και κατ' επέκτ. ταλαιπωρούμαι: ~ ~ (έξω) ν' ανεβώ τις σκάλες.|| Του βγαίνει ~ ~ απ' την κούραση (= ξεθεώνεται). Πβ. μου βγαίνει η πίστη/η Παναγία/η ψυχή/το λάδι., φάε/δάγκωσε/κατάπιε τη γλώσσα σου! & που να φας τη γλώσσα σου!: (προφ., ως απάντηση) για αποτροπή αρνητικών προβλέψεων: ~ ~ (: πάψε, μη γρουσουζεύεις, μην κακομελετάς) όλα θα πάνε καλά! ΣΥΝ. κουνήσου από τη θέση σου, χτύπα/να χτυπήσω ξύλο!, (η γλώσσα/το στόμα του) στάζει/έχει μέλι βλ. στάζω, (η γλώσσα/το στόμα του) στάζει/έχει φαρμάκι/δηλητήριο/κακία/χολή βλ. στάζω, αλέθει η γλώσσα του/της βλ. αλέθω, γλώσσα παπούτσι, μυαλό κουκούτσι βλ. παπούτσι, γλώσσα/γλώττα λανθάνουσα (τ' αληθή/(την) αλήθεια(ν) λέγει) βλ. λανθάνων, η γλώσσα του/της πάει ροδάνι βλ. ροδάνι, θα σου κόψω τη γλώσσα βλ. κόβω, κατάπιε τη γλώσσα του βλ. καταπίνω, λύνεται η γλώσσα μου βλ. λύνω, μπερδεύω τα λόγια μου/τη γλώσσα μου/τα μπερδεύω βλ. μπερδεύω, να μην προτρέχει η γλώσσα της διανοίας/της σκέψης βλ. προτρέχω, πιπέρι στο στόμα/στη γλώσσα! βλ. πιπέρι, πριν μιλήσεις, βούτα τη γλώσσα στο μυαλό σου βλ. βουτώ, στέγνωσε το σάλιο/η γλώσσα/ο λαιμός/το λαρύγγι μου βλ. στεγνώνω, το έχω στο στόμα/στη γλώσσα (μου) βλ. στόμα [< αρχ. γλῶσσα, γαλλ. langue, αγγλ. language, γερμ. Sprache]
11009γλωσσαμύντοραςγλωσ-σα-μύ-ντο-ρας ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λόγ.-ειρων.): φανατικός υποστηρικτής συντηρητικών απόψεων για τη γλώσσα· (ιδ. παλαιότ.) υπέρμαχος της καθαρεύουσας: ~ες και δημοτικιστές. Πβ. καθαρευουσιάνος, καθαρολόγος.
11010γλωσσάριογλωσ-σά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} & (προφ.) γλωσσάρι: (ως αυτοτελής έκδοση ή παράρτημα στο τέλος βιβλίου) αλφαβητικός κατάλογος με όρους συγκεκριμένου γνωστικού πεδίου ή κειμένου και συνήθ. με σύντομο ορισμό τους: αρχαιολογικό ~. ~ Βιολογίας. Πβ. ίντεξ, λεξιλόγιο. Βλ. ευρετήριο, ορολογία. [< μτγν. γλωσσάριον, νεολατ. glossarium]
11012γλωσσίδαβλ. γλωττίδα
11013γλωσσίδιγλωσ-σί-δι ουσ. (ουδ.) 1. μεταλλικό, συνήθ. μικρό, τμήμα αντικειμένου ή μηχανισμού σε σχήμα γλώσσας: το ~ της καμπάνας/του κουδουνιού (: που χτυπάει στα τοιχώματα και παράγει ήχο). ~ της κλειδαριάς (: κινητό μεταλλικό στέλεχος). Βλ. -ίδι. 2. ΜΟΥΣ. μικρή λεπτή πλάκα στο επιστόμιο πνευστών οργάνων (κλαρινέτο, σαξόφωνο, όμποε) και σε πληκτροφόρα που λειτουργούν με αέρα (ακορντεόν, αρμόνιο), η οποία, όταν πάλλεται, παράγει ήχο: διπλό/μονό ~. ΣΥΝ. γλωττίδα & γλωσσίδα (2) [< μτγν. γλωσσ(ττ)ίδιον]
11014γλωσσικός, ή, ό γλωσ-σι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη γλώσσα ως σύστημα επικοινωνίας ή (σπάν.) ως μέλος του σώματος: ~ός: έλεγχος/θησαυρός/κώδικας/όρος/πλουραλισμός/πλούτος/προγραμματισμός/σχεδιασμός/τύπος. ~ή: ανάλυση/ανάπτυξη/άσκηση/διαίσθηση/διαταραχή (βλ. δυσλεξία, τραυλισμός)/διδασκαλία/δομή/εκμάθηση/εκπαίδευση/επικοινωνία/επιστήμη (πβ. γλωσσολογία)/έρευνα/ετερότητα/ευαισθησία/ιδεολογία/ιδιαιτερότητα/καλλιέργεια/κατάκτηση/κληρονομιά/κοινότητα/μειονότητα/μεταβολή (βλ. διαχρονία)/μετακίνηση (= ~ή μετατόπιση)/μεταρρύθμιση/παιδεία/παραδρομή (βλ. σαρδάμ)/ποικιλία (βλ. διάλεκτος)/πολιτική/πολυμορφία/συμπεριφορά. ~ό: ενδιαφέρον/ένστικτο/ερέθισμα/ιδίωμα/κριτήριο/λάθος (πβ. μαργαριτάρι)/μάθημα/μωσαϊκό/ολίσθημα/όργανο (: η γλώσσα)/πρόβλημα/πρότυπο/σύστημα/υλικό (βλ. κόρπους)/ύφος/φαινόμενο. ~οί: φραγμοί. ~ές: αδυναμίες/ατέλειες/δεξιότητες/διακρίσεις/στάσεις (: αντιλήψεις για τη γλώσσα). ~ά: δικαιώματα/εργαλεία (βλ. αυτόματος μεταφραστής)/παιχνίδια (: παιχνίδια με τη γλώσσα· βλ. γλωσσοδέτης)/στερεότυπα/στοιχεία/χαρακτηριστικά. Βλ. δι~, εθνο~, εξω~, μετα~, παρα~, πολυ~.|| (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) ~oί: μύες. ~ά: άγκιστρα (πβ. σιδεράκια). ● ΣΥΜΠΛ.: γλωσσική επιτέλεση/πραγμάτωση: ΓΛΩΣΣ. (στη γενετική-μετασχηματιστική γραμματική) η χρήση της γλώσσας σε πραγματικές συνθήκες επικοινωνίας σε αντιδιαστολή προς τη γλωσσική ικανότητα· συνεκδ. τα συγκεκριμένα εκφωνήματα ενός ομιλητή. [< αγγλ. (linguistic) performance, 1963] , γλωσσική ικανότητα: ΓΛΩΣΣ. (στη γενετική-μετασχηματιστική γραμματική) η έμφυτη ικανότητα των ομιλητών μιας γλώσσας να παράγουν και να καταλαβαίνουν απεριόριστο αριθμό προτάσεων. [< αγγλ. (linguistic) competence, 1962] , γλωσσική πράξη & λεκτική πράξη: ΓΛΩΣΣ. η γλώσσα ως ενέργεια (απειλή, απολογία, δήλωση, διαταγή, κατηγορία, παράκληση, προειδοποίηση, υπόσχεση) σε δεδομένη περίσταση επικοινωνίας. Bλ. πραγματολογία, προθετικότητα. [< αγγλ. speech act, 1946] , γλωσσικό (ζήτημα): ΓΛΩΣΣ. (ιδ. για τη νεότερη Ελλάδα) το πρόβλημα της συνύπαρξης καθαρεύουσας και δημοτικής και η διαμάχη μεταξύ των υποστηρικτών τους. Βλ. διγλωσσία, διμορφία., γλωσσικό σημείο: ΓΛΩΣΣ. μοναδικός και συμβατικός συνδυασμός σημαίνοντος (μορφής) και σημαινομένου (περιεχομένου). Βλ. αυθαιρεσία, λέξη. [< γαλλ. signe linguistique] , γλωσσικός άτλαντας: ΓΛΩΣΣ. χάρτες όπου καταγράφονται ανά περιοχή γλώσσες, διάλεκτοι, ιδιώματα και γλωσσικές ποικιλίες. Βλ. γλωσσογεωγραφία, ισόγλωσσο. [< αγγλ. linguistic atlas, 1917] , (γλωσσικό) δάνειο βλ. δάνειο, (γλωσσικός) δανεισμός βλ. δανεισμός, γλωσσική αγωγή βλ. αγωγή, γλωσσική επίγνωση βλ. επίγνωση, γλωσσική τεχνολογία βλ. τεχνολογία, γλωσσικό αίσθημα βλ. αίσθημα, γλωσσικό περιβάλλον βλ. περιβάλλον, γλωσσικοί πόροι βλ. πόρος, γλωσσικός θάνατος βλ. θάνατος, οικογένεια γλωσσών/γλωσσική οικογένεια βλ. οικογένεια [< γαλλ. lingual, αγγλ. linguistic]
11015γλωσσίτιδαγλωσ-σί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή της γλώσσας. Βλ. άφθα, στοματίτιδα, -ίτιδα. [< γαλλ. glossite, αγγλ. glossitis]
11016γλωσσο-& γλωσσό- & γλωσσ- α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στη γλώσσα ως 1. κώδικα επικοινωνίας: γλωσσο-γεωγραφία/~λογία. ~μάθεια/~πλασία (πβ. λεξι-). Γλωσσο-δέτης/~κοπάνα.|| Γλωσσ-αμύντορας. 2. μυώδες όργανο στη στοματική κοιλότητα: γλωσσό-φιλο.|| Γλωσσ-ίδα/~ίδι/~ίτιδα.
11017γλωσσογεωγραφίαγλωσ-σο-γε-ω-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο την γεωγραφική κατανομή των γλωσσών και ειδικότ. των διαλέκτων και ιδιωμάτων τους, με σκοπό τη σύνταξη γλωσσικού άτλαντα. Βλ. ισόγλωσσο. [< γερμ. Sprachgeographie, αγγλ. linguistic geography, 1926]
11018γλωσσοδέτηςγλωσ-σο-δέ-της ουσ. (αρσ.) 1. γλωσσικό παιχνίδι, κατά το οποίο κάποιος καλείται να πει γρήγορα φράσεις που περιέχουν λέξεις δύσκολες στην προφορά: π.χ. Ο τζίτζιρας, ο μίτζιρας, ο τζιτζιμιτζιχότζιρας. Βλ. λογοπαίγνιο. 2. (κατ' επέκτ.) λέξη που προφέρεται δύσκολα: Αυτό δεν είναι όνομα, είναι ~! ● ΦΡ.: με πιάνει γλωσσοδέτης/παθαίνω γλωσσοδέτη: κομπιάζω, μπερδεύω τα λόγια μου: Κάθε φορά που τη βλέπει, τον πιάνει ~.
11019γλωσσοεκπαιδευτικός, ή, ό γλωσ-σο-εκ-παι-δευ-τι-κός επίθ.: ΠΑΙΔΑΓ. κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: γλωσσοεκπαιδευτική μεταρρύθμιση 1. η επίσημη καθιέρωση της Νεοελληνικής ως γλώσσας της εκπαίδευσης το 1976. 2. πρώτη προσπάθεια εισαγωγής της δημοτικής γλώσσας στις πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου που διήρκεσε από το 1917 ως το 1920.
11020γλωσσοκοπάναγλωσ-σο-κο-πά-να ουσ. (θηλ.) (προφ.): γλωσσού: μεγάλη ~. Πβ. γαλιάντρα. Βλ. κουτσομπόλα.
11021γλωσσολαλιάγλωσ-σο-λα-λιά ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) γλωσσολαλία: ΘΕΟΛ. το χάρισμα που απέκτησαν οι Απόστολοι, με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος την ημέρα της Πεντηκοστής, να μπορούν να κηρύσσουν σε άγνωστες σε αυτούς γλώσσες και γενικότ. το φαινόμενο του ακατάληπτου λόγου που παρατηρείται σε μέλη κάποιων θρησκευτικών ομάδων, κυρ. των Πεντηκοστιανών. [< μτγν. γλωσσολαλία, γαλλ. glossolalie, αγγλ. glossolalia]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.