Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [11900-11920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
11022γλωσσολογίαγλωσ-σο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Γ): ΓΛΩΣΣ. επιστήμη που μελετά την ανθρώπινη γλώσσα, κυρ. ως προς τη δομή και τις λειτουργίες της, και ειδικότ. τις φυσικές γλώσσες· συνεκδ. το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα και το σχετικό βιβλίο: ανθρωπολογική/γνωσιακή/διαχρονική (: εξετάζει τη γλωσσική μεταβολή)/δικαστική (ή δικανική)/δομι(στι)κή (= δομισμός)/κριτική/μαθηματική/περιγραφική/συγχρονική (: μελετά τη δομή μιας γλώσσας σε δεδομένη χρονική περίοδο)/τυπολογική (: προσδιορισμός των κοινών χαρακτηριστικών διαφόρων γλωσσών ή γλωσσικών οικογενειών) ~. Βλ. βιο~, γραμματική, εθνο~, κειμενο~, κοινωνιο~, νευρο~, ψυχο~, διαλεκτο-, ετυμο-, λεξικο-, μορφο-, ονοματο-, σημασιο-, φωνο-λογία.|| Eργαστήριο/τομέας ~ας (: σε πανεπιστήμια). ● ΣΥΜΠΛ.: γενική/θεωρητική γλωσσολογία: κλάδος που έχει ως αντικείμενο θεωρητικά ζητήματα για τη δομή και τις λειτουργίες της γλώσσας καθώς και τη διατύπωση γενικών αρχών για τη μελέτη όλων των γλωσσών., εκπαιδευτική γλωσσολογία: διεπιστημονικός κλάδος που μελετά την εφαρμογή των ερευνητικών εργαλείων της γλωσσολογίας και άλλων κλάδων των κοινωνικών επιστημών σε εκπαιδευτικά περιβάλλοντα., εφαρμοσμένη γλωσσολογία: εφαρμογή μεθόδων και πορισμάτων της θεωρητικής γλωσσολογίας στην επίλυση πρακτικών προβλημάτων σε διάφορους τομείς, όπως στον τομέα της διδασκαλίας της γλώσσας στην εκπαίδευση. [< αγγλ. applied linguistics], λειτουργική γλωσσολογία: θεωρία που συλλαμβάνει την έννοια της γλώσσας ως όργανο κοινωνικής αλληλεπίδρασης μεταξύ των ανθρώπων και εξετάζει τις επικοινωνιακές λειτουργίες που επιτελούν τα διάφορα γλωσσικά στοιχεία. Βλ. λειτουργισμός. [< γαλλ. linguistique fonctionnelle], υπολογιστική γλωσσολογία: διεπιστημονικός κλάδος που επιχειρεί την ανάλυση της ανθρώπινης γλώσσας (επισημείωση κειμένων, δημιουργία σωμάτων κειμένων, αυτόματη μετάφραση) με τη χρήση υπολογιστών. Βλ. γλωσσική τεχνολογία. [< αγγλ. computational linguistics, 1961], ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία βλ. ιστορικοσυγκριτικός [< πβ. μτγν. γλωσσολογία ‘φλυαρία’, γαλλ. linguistique, αγγλ. linguistics]
11023γλωσσολογικός, ή, ό γλωσ-σο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τη γλωσσολογία: ~ή: ανάλυση. ~ό: συνέδριο. ~οί: όροι. ~ές: θεωρίες/μελέτες/σχολές. Βλ. κοινωνιο~, ψυχο~. ● επίρρ.: γλωσσολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. linguistique]
11024γλωσσολόγοςγλωσ-σο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που έχει ως αντικείμενο έρευνας τη γλωσσολογία. Βλ. κοινωνιο~, ψυχο~, -λόγος. [< γαλλ. linguiste]
11025γλωσσομάθειαγλωσ-σο-μά-θει-α ουσ. (θηλ.): γνώση μίας ή περισσότερων ξένων γλωσσών: έλεγχος/(Κρατικό) Πιστοποιητικό/τίτλος ~ας.|| Προώθηση της ~ας και της κατανόησης διαφορετικών πολιτισμών. Βλ. -μάθεια. ● ΣΥΜΠΛ.: επίπεδα γλωσσομάθειας: τυποποίηση που αξιολογεί τη γνώση μιας γλώσσας ανάλογα με την ικανότητα κατανόησης και χρήσης της στον προφορικό και γραπτό λόγο. Επίπεδα πιστοποίησης: Α1 (στοιχειώδης γνώση), Α2 (βασική γνώση), Β1 (μέτρια γνώση), Β2 (καλή γνώση), Γ1 (πολύ καλή γνώση), Γ2 (άριστη γνώση).
11026γλωσσομαθής, ής, ές γλωσ-σο-μα-θής επίθ./ουσ. {υπερθ. γλωσσομαθέστατος} (λόγ.): που γνωρίζει ή που του αρέσει να μαθαίνει ξένες γλώσσες. Πβ. πολύγλωσσος. Βλ. -μαθής.
11027γλωσσοπλασίαγλωσ-σο-πλα-σί-α ουσ. (θηλ.): δημιουργία νεολογισμών. Βλ. -πλασία. ΣΥΝ. λεξιπλασία
11028γλωσσοπλάστηςγλωσ-σο-πλά-στης ουσ. (αρσ.) {θηλ. γλωσσοπλάστρια}: αυτός που δημιουργεί νεολογισμούς. ΣΥΝ. λεξιπλάστης
11030γλωσσοτρώωγλωσ-σο-τρώ-ω ρ. (μτβ.) {γλωσσόφαγα, γλωσσοφάει} & γλωσσοτρώγω (λαϊκό): μιλώ με φθόνο ή κακεντρέχεια ή γενικότ. με αρνητικό τρόπο για κάποιον, με αποτέλεσμα να του προκαλέσω, σύμφωνα με τις λαϊκές προλήψεις, κακοτυχία: Μας έχουν γλωσσοφάει, γι' αυτό μας πάνε όλα στραβά. Πβ. γκαντεμιάζω, γρουσουζεύω, ματιάζω. Βλ. κακομελετώ.
11369γλωσσοτρωω

γρου-σου-ζεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {γρουσούζε-ψα} (προφ.): (σύμφωνα με τη λαϊκή αντίληψη) φέρνω γρουσουζιά σε κάποιον: Μην (το) ~εις! Μας έχουν ~ψει και μας πάνε όλα χάλια. Πβ. γλωσσοτρώω. Βλ. ματιάζω. ΣΥΝ. γκαντεμιάζω

11031γλωσσούγλωσ-σού ουσ. (θηλ.) {σπάν. αρσ. γλωσσάς} (προφ.): γυναίκα φλύαρη ή/και αυθάδης. Πβ. γαλιάντρα, πολυλογού. Βλ. -άς. ΣΥΝ. γλωσσοκοπάνα [< μεσν. γλωσσού]
11032γλωσσοφαγιάγλωσ-σο-φα-γιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γλωσσοτρώω: Με τόση ~ πώς να μην πηγαίνουν όλα χάλια; Φυλάξου απ' το κακό μάτι και τη ~ (του κόσμου). Πβ. βασκανία, γρουσουζιά, μάτιασμα. ΣΥΝ. κακογλωσσιά [< μεσν. γλωσσοφαγία]
11033γλωσσόφιλογλωσ-σό-φι-λο ουσ. (ουδ.) (προφ.): γαλλικό φιλί.
30580Γλώτα

με-τα-γλωτ-τι-σμός ουσ. (αρσ.): μεταγλώττιση. Βλ. -ισμός. [< μεσν. μεταγλωττισμός]

11034γλωττίδα & γλωσσίδαγλωτ-τί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. το άνοιγμα μεταξύ των φωνητικών χορδών, το οποίο συντελεί στην παραγωγή της φωνής. Βλ. επιγλωττίδα. 2. ΜΟΥΣ. (λόγ.) γλωσσίδι. [< μτγν. γλωττίς 1: αγγλ. glottis, γερμ. Glottis, γαλλ. glotte]
11035γλωχίναγλω-χί-να ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. καθένα από τα πέταλα των κολποκοιλιακών βαλβίδων. [< αρχ. γλωχίς ‘αιχμή, άκρο’]
11039ΓΝΑ(το): Γενικό Νοσοκομείο Αεροπορίας.
11040γναθιαίος, α, ο [γναθιαῖος] γνα-θι-αί-ος επίθ. & γναθικός, ή, ό: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με τη γνάθο: ~ος: κόλπος (πβ. ιγμόρειο). ~ο: νεύρο/οστό. Βλ. -ιαίος, ορθο-, προ-γναθικός.
11041γναθοπροσωπικός, ή, ό γνα-θο-προ-σω-πι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη φυσιολογία και τις παθήσεις των γνάθων, του στόματος και του προσώπου: ~ή: περιοχή. Στοματική και ~ή χειρουργική (= γναθοχειρουργική). [< αγγλ. maxillofacial, 1923]
11042γνάθοςγνά-θος ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. καθένα από τα δύο οστά του προσώπου που φέρουν δόντια: άνω (: ο σκελετός στην οροφή του στόματος)/κάτω (: το κινητό οστό στο έδαφος του στόματος) ~. Η άρθρωση της ~ου. Βλ. προγναθισμός. ΣΥΝ. σιαγόνα (1) [< αρχ. γνάθος]
11043γναθοχειρουργικήγνα-θο-χει-ρουρ-γι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ειδικότητα της χειρουργικής η οποία έχει ως αντικείμενο τη χειρουργική αντιμετώπιση δυσπλασιών, κακώσεων και παθήσεων της γνάθου. Βλ. γναθοπροσωπικός, ορθοδοντική. [< αγγλ. maxillofacial surgery]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.