Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [11920-11940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
11044γναθοχειρουργικός, ή, ό γνα-θο-χει-ρουρ-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη γναθοχειρουργική: ~ή: κλινική. ~ό: τμήμα (νοσοκομείου). ~ές: επεμβάσεις.
11045γναθοχειρουργόςγνα-θο-χει-ρουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) & γναθοχειρούργος: ΙΑΤΡ. γιατρός ειδικευμένος στη γναθοχειρουργική. [< αγγλ. maxillofacial surgeon]
11046γνέθωγνέ-θω ρ. (μτβ.) {έγνε-σα} (λαϊκό-παλαιότ.): φτιάχνω νήμα από ίνες μαλλιού, βαμβακιού, λιναριού, χρησιμοποιώντας ρόκα. Βλ. ξαίνω, υφαίνω. ΣΥΝ. κλώθω (1) [< μεσν. γνέθω]
11047γνέμαγνέ-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-παλαιότ.): νήμα που παράγεται με γνέσιμο. Βλ. αδράχτι, ανέμη, ρόκα.
11048γνέσιμογνέ-σι-μο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-παλαιότ.): η ενέργεια του γνέθω: ~ του μαλλιού. ~ με τη ρόκα. Πβ. ξάσιμο, κλώση. Βλ. πλέξιμο, ύφανση.
11049γνέφωγνέ-φω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έγνε-ψα}: απευθύνομαι σε κάποιον κουνώντας το κεφάλι, τα μάτια ή/και τα χέρια, για να συνεννοηθώ μαζί του· κάνω νόημα: ~ψε αρνητικά/καταφατικά/"ναι"/"όχι". (Του) ~ψε με συγκατάβαση/με χαμόγελο.|| Μου 'γνεψε να φύγουμε. ΣΥΝ. νεύω [< μεσν. γνεύω < αρχ. ἐκνεύω ‘]
11050γνέψιμογνέ-ψι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.): νεύμα. Βλ. εξωγλωσσικά στοιχεία.
11051γνήσιος, α, ο γνή-σι-ος επίθ. 1. που αποτελεί το πρωτότυπο, δεν πρόκειται δηλ. για απομίμηση, αντιγραφή: ~ο: δέρμα (βλ. δερματίνη)/έγγραφο/έργο τέχνης/λογισμικό (βλ. παράνομο, πειρατικό). ~α: ανταλλακτικά (αυτοκινήτου)/αξεσουάρ/κοσμήματα/προϊόντα/χαρτονομίσματα (βλ. παραχάραξη, πλαστογραφία). Πβ. ορίτζιναλ. ΣΥΝ. αυθεντικός (1) ΑΝΤ. ιμιτασιόν, μαϊμού (2), πλαστός (1), ψεύτικος (4) 2. ανόθευτος, αγνός: ~ο: ελαιόλαδο/μαλλί (= παρθένο). ΑΝΤ. νοθευμένος.|| ~ος: χρυσός. ~ο: ασήμι. ΣΥΝ. αμιγής, καθαρός, πούρος.|| (για ζώα, κυρ. σκυλιά) ~ο: σπάνιελ (= καθαρόαιμο, ΑΝΤ. ημίαιμο, νόθο). 3. (μτφ.-εμφατ.) αληθινός, πραγματικός: ~ος: αγωνιστής/εκφραστής (μιας ιδέας)/φίλος (= ειλικρινής). ~ Αθηναίος/Θεσσαλονικιός (= βέρος)/Έλληνας. ~οι απόγονοι των ...|| ~ος: πατριωτισμός (= αγνός, ΑΝΤ. προσποιητός). ~ο: ταλέντο/χιούμορ (= ανεπιτήδευτο, πηγαίο, έμφυτο). ~α: δημοκρατία.|| (ΜΑΘ.) ~ο: υποσύνολο. ΣΥΝ. ακραιφνής, αυθεντικός (2) ΑΝΤ. ψεύτικος (1) ● επίρρ.: γνήσια & (λόγ.) γνησίως: (ΜΑΘ.) ~ίως αύξουσα/φθίνουσα συνάρτηση (στο διάστημα ...). ● ΣΥΜΠΛ.: γνήσιο τέκνο: ΝΟΜ. παιδί που το συνδέουν βιολογικοί δεσμοί με τους γονείς του (σε αντίθεση με το υιοθετημένο)., το γνήσιο(ν) της υπογραφής: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. η γνησιότητά της: υπεύθυνη δήλωση θεωρημένη για ~ ~. Βεβαίωση/επικύρωση του ~ου ~., γνήσια σύνθεση βλ. σύνθεση [< αρχ. γνήσιος]
11052γνησιότηταγνη-σι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του γνήσιου: ανιχνευτής ~ας χαρτονομισμάτων. Σιντί/φάρμακα με ταινία ~ας. Έργα τέχνης με πιστοποιητικό ~ας (βλ. απομίμηση). Έγγραφα επικυρωμένα για τη ~ του περιεχομένου τους. Αμφισβητείται/δεν έχει εξακριβωθεί/να ελεγχθεί η ~ του κειμένου. Βεβαιώθηκε η ~ (= το γνήσιο) της υπογραφής (: από δημόσια Αρχή ή γραφολόγο). Βλ. εγκυρ-, πιστ-ότητα.|| (μτφ.) Η ~ των συναισθημάτων. ΣΥΝ. αυθεντικότητα ΑΝΤ. πλαστότητα ● ΣΥΜΠΛ.: σήμα γνησιότητας: εγκεκριμένο σύμβολο που τοποθετείται σε διάφορα προϊόντα ή πολύτιμα μέταλλα και επιβεβαιώνει την προέλευση ή την ποιότητά τους. [< αρχ. γνησιότης]
7729Γνησιότητα

[αὐθεντικότητα] αυ-θε-ντι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του αυθεντικού· γνησιότητα ή εγκυρότητα, αλήθεια: ~ της διαθήκης (= το γνήσιο)/του εγγράφου. Έλεγχος/πιστοποιητικό ~ας. Αμφισβητείται/επιβεβαιώνεται η ~ του έργου.|| ~ των αισθημάτων/της μαρτυρίας. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. authenticité, αγγλ. authenticity]

11053γνοιάζομαιβλ. νοιάζομαι
11054γνώθι[γνῶθι] γνώ-θι ρ. (αρχαιοπρ.): μόνο στη ● ΦΡ.: γνώθι σαυτόν (γνωμ.): (ως προτροπή για αυτογνωσία) γνώρισε τον εαυτό σου: (ως ουσ.) (Δεν) έχει το ~ ~. Πβ. αυτεπίγνωση. Βλ. δεν ξέρεις τι σου γίνεται. [< αρχ. γνῶθι]
11055γνωμάτευσηγνω-μά-τευ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γνωματεύω: επίσημη/επιστημονική/νομική ~. Χορήγηση αναρρωτικής άδειας με ιατρική ~. Σύμφωνα με ~ του θεράποντος ιατρού/της υγειονομικής επιτροπής ... Εκδόθηκε αρνητική/θετική ~. Ζητούν ~ (του Συμβουλίου) για/όσον αφορά/σχετικά με ... Πβ. απόφανση, γνωμοδότηση. Βλ. εμπειρο-, πραγματο-γνωμοσύνη. [< γαλλ. avis]
11056γνωματεύωγνω-μα-τεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {γνωμάτευ-σα, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (επίσ.): αποφαίνομαι ως ειδικός αναφορικά με θέμα του αντικειμένου ή της αρμοδιότητάς μου: Η Επιτροπή ~σε αρνητικά/θετικά/ομόφωνα για ... Έγκριτοι νομικοί/οι γιατροί ~σαν ότι ... Πβ. γνωμοδοτώ. [< μτγν. γνωματεύω]
11057γνώμηγνώ-μη ουσ. (θηλ.) 1. αυτό που αντιλαμβάνεται, νομίζει ή πιστεύει κάποιος για κάτι, άποψη: αιτιολογημένη/αντίθετη (πβ. αντιγνωμία)/αντικειμενική/απόλυτη/αρνητική/διαφορετική/θετική/παραινετική/προσωπική/υποκειμενική ~. Αλλάζω/διαμορφώνω/εκφέρω/σχηματίζω ~. Διατυπώνω/δίνω/εκφράζω/επιβάλλω/λέω/υποστηρίζω τη ~ μου. Άρθρο/δικαίωμα/έκφραση/έρευνα/εφημερίδα/κατάθεση/κείμενο/μεταστροφή/στήλη ~ης. Η ~ των αναγνωστών/μελών/πελατών/χρηστών (για προσφερόμενες υπηρεσίες). Ζητώ τη ~ ενός ειδικού (βλ. γνωμοδοτώ). Έχω τη ~ (πβ. πεποίθηση)/η ~ μου είναι/είμαι της ~ης ότι ... (= νομίζω). Kατά/σύμφωνα με τη ~ μου ... Παρά τη ~ (συνήθ. + γεν.) ... Η ~ μου για/όσον αφορά το/περί του/σχετικά με ... Tι ~ έχεις για/ποια είναι η ~ σου για ...; (Δεν) συμμερίζομαι τη ~ τους. Έχω διαμορφώσει ιδία ~. Οι ~ες (μας) διίστανται/διχάζονται (= διαφέρουν· ΑΝΤ. συγκλίνουν, συμπίπτουν). (Δεν) έχω (καθόλου) καλή ~ (= εντύπωση) για κάποιον. Δεν με ενδιαφέρουν οι ~ες των άλλων. Θέλω να ακούσω/πάρω (και) μια άλλη/δεύτερη/τρίτη ~. Η ~ του μετράει. Πβ. αντίληψη, εκτίμηση, κρίση. 2. ΝΟΜ. γνωμοδότηση: διαδικασία απλής/σύμφωνης ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: ελευθερία (της) γνώμης/(της) έκφρασης/(των) ιδεών/(του) λόγου βλ. ελευθερία, η κοινή γνώμη βλ. κοινός, το θάρρος της γνώμης βλ. θάρρος ● ΦΡ.: κατά την ταπεινή μου γνώμη ...: για έκφραση άποψης με μετριοφροσύνη: ~ ~, είναι καλύτερα να μην ..., με (τη) σύμφωνη γνώμη (επίσ.): αποδοχή, συγκατάθεση: Κρίθηκαν προφυλακιστέοι με ~ ~ ανακριτή και εισαγγελέα. Παράταση προθεσμίας με τη ~ ~ των συμβαλλομένων (πβ. κοινή συναινέσει). Αυτά έγιναν με τη ~ ~ μου. [< 1: αρχ. γνώμη, γαλλ.-αγγλ. opinion]
11058γνωμικόγνω-μι-κό ουσ. (ουδ.): επιγραμματικά διατυπωμένη φράση που εκφράζει μια γενική αλήθεια ή αρχή και έχει συνήθ. διδακτικό χαρακτήρα: αρχαίο/λαϊκό ~. Πβ. απόφθεγμα, διδαχή, ρήση, ρητό. Βλ. παροιμία. [< μτγν. γνωμικόν]
11059γνωμικός, ή, ό γνω-μι-κός επίθ. 1. που περιέχει γνωμικά ή σχετίζεται με αυτά: ~ός: λόγος. ~ή: ποίηση. ~ές: φράσεις. 2. ΓΡΑΜΜ. για ρηματικό τύπο σε εκφράσεις που περιέχουν μια γενική αλήθεια και έχουν καθολική ισχύ, συνήθ. σε γνωμικά ή αποφθέγματα: ~ός: αόριστος (π.χ. "Ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε")/ενεστώτας (π.χ. "Ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη"). [< μτγν. γνωμικός ‘αποφθεγματικός’, γαλλ. gnomique, αγγλ. gnomic]
11060γνωμοδότηςγνω-μο-δό-της ουσ. (αρσ.) {θηλ. γνωμοδότρια} (κυρ. ΝΟΜ.): φυσικό ή νομικό πρόσωπο αρμόδιο να γνωμοδοτεί. Βλ. -δότης, εμπειρο-, πραγματο-γνώμονας, σύμβουλος. [< μτγν. γνωμοδότης]
11061γνωμοδότησηγνω-μο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) (κυρ. ΝΟΜ.): διατύπωση έγκυρης γνώμης: απλή (: μη δεσμευτική)/σύμφωνη (: δεσμευτική) ~. Δικαστική/διοικητική/ιατρική/νομική/συμβουλευτική/τεχνική ~. ~ του εισαγγελέα/της επιτροπής/του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Πβ. γνωμάτευση. Βλ. -δότηση. [< μεσν. γνωμοδότησις]
11062γνωμοδοτικός, ή, ό γνω-μο-δο-τι-κός επίθ.: (κυρ. ΝΟΜ.) που στοχεύει στη γνωμοδότηση: ~ή: αρμοδιότητα/επιτροπή. ~ό: συμβούλιο. Πβ. συμβουλευτικός. ● επίρρ.: γνωμοδοτικά [< γαλλ. consultatif]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.