| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 11063 | γνωμοδοτώ | [γνωμοδοτῶ] γνω-μο-δο-τώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {γνωμοδοτ-εί, -ώντας | γνωμοδότ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, σπάν. παθ.} (κυρ. ΝΟΜ.): διατυπώνω έγκυρη γνώμη ως αρμόδιος: Το Συμβούλιο της Επικρατείας ~ησε ότι/(θετικά) για ... Πβ. αποφαίνομαι, γνωματεύω. Βλ. -δοτώ. [< μτγν. γνωμοδοτῶ] | |
| 11064 | γνώμονας | γνώ-μο-νας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) γνώμων 1. (μτφ.) κριτήριο, αρχή, κανόνας: Πολιτική που χαράσσεται με (βασικό/κύριο/πρωταρχικό) ~α την προστασία του περιβάλλοντος/το δημόσιο συμφέρον. Πβ. αξίωμα. 2. ΓΕΩΜ. γεωμετρικό όργανο με τη μορφή ορθογώνιου τριγώνου για τη χάραξη ορθών γωνιών και κάθετων γραμμών. Πβ. γωνία, τρίγωνο. Βλ. διαβήτης, μοιρογνωμόνιο, χάρακας. 3. ΑΣΤΡΟΝ. ο στύλος του ηλιακού ρολογιού, η σκιά του οποίου αποτελεί δείκτη της ώρας. Βλ. εξάντας, κλεψύδρα. 4. ΜΟΥΣ. (σπάν.) κλειδί (πενταγράμμου). [< αρχ. γνώμων, γαλλ.-αγγλ. gnomon] | |
| 11065 | γνωρίζω | γνω-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {γνώρι-σα, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, γνωρίζ-οντας} 1. ξέρω, έχω γνώση, είμαι ενήμερος· διαθέτω μια ικανότητα: ~ τον τόπο/τη χώρα μου. ~ τα δικαιώματά/τις υποχρεώσεις/το χρέος μου (= έχω επίγνωση). ~ει τις δυσκολίες/τις παγίδες/την πιάτσα. ~ το θέμα/την κατάσταση. ~ πολύ καλά το παρελθόν/τους σκοπούς/τις προθέσεις σου (πβ. διαβλέπω). Δεν ~/δεν απαντώ (: κατηγορία απάντησης σε ερωτηματολόγιο, δημοσκόπηση). Δεν ~ για ποιο λόγο φέρθηκε έτσι (= δεν καταλαβαίνω)/πού βρίσκεται/τι συνέβη. Δεν ~ τίποτε γι' αυτή την υπόθεση. Απ' ό,τι/εξ όσων ~, το νομοσχέδιο ψηφίστηκε. Όλα όσα/τι πρέπει να ~ουμε για την περίπτωση ατυχήματος/σεισμού.|| ~ει κολύμπι/μαγειρική/ξένες γλώσσες (= είναι γνώστης)/οδήγηση/υπολογιστή. Πβ. κατέχω. Βλ. μαθαίνω, παρα~. ΑΝΤ. αγνοώ (1) 2. βιώνω, ζω, αποκτώ εμπειρία: ~σε την αποθέωση/τιμές/τη χαρά (της νίκης). ~σε μεγάλη ανταπόκριση/απογοήτευση/δόξα/επιτυχία (= σημείωσε)/πίκρα/ταπείνωση. Η γενιά μας δεν ~σε δυστυχία/Κατοχή/πείνα/πόλεμο. Η ομάδα μας ~σε την ήττα (= γεύτηκε, δοκίμασε). Το εμπόριο στην περιοχή ~σε μεγάλη άνθιση/κρίση. Δεν ~ει όρια/φραγμούς (= δεν έχει). Η τέχνη δεν ~ει σύνορα.|| Θέλει να ~σει τον κόσμο. Πρέπει να κοιτάξει βαθιά μέσα του, για να ~σει τον εαυτό του. Πβ. ανακαλύπτω. 3. κάνω ή έχω γνωριμία: Χαίρομαι που σας ~. ~εστε; ~όμαστε εδώ και χρόνια. Πώς ~στήκατε; ~στήκαμε πέρσι/στις διακοπές. Τον ~ από παιδί. Δεν ~ ούτε έναν άνθρωπο σ’ αυτό το μέρος. Τον ~ απ' την καλή κι απ' την ανάποδη. Δεν την έχω ~σει από κοντά. (λόγ.) ~ κάποιον εξ ακοής/εξ όψεως. Τον ~σε στην οικογένειά της (= τον παρουσίασε, σύστησε).|| Δεν ~σε μάνα/πατέρα (: συνήθ. για κάποιον που ορφάνεψε πολύ μικρός). 4. αναγνωρίζω: ~ (κάποιον) από την εμφάνιση/το περπάτημα/τη φωνή. Παραλίγο να μη σε ~σω μ' αυτό το κούρεμα. Μεγάλωσες και δεν σε ~σα. 5. (επίσ.) γνωστοποιώ, ανακοινώνω, πληροφορώ, ενημερώνω: Σας ~ουμε ότι η αίτησή/ένστασή σας έγινε δεκτή. ● ΦΡ.: γνωρίζει (μεγάλες) πιένες βλ. πιένες, γνώρισα/ένιωσα/αισθάνθηκα στο πετσί μου βλ. πετσί, δεν γνωρίζει/δεν ξέρει η αριστερά τι ποιεί η δεξιά βλ. αριστερός, χάνει/δεν γνωρίζει ο σκύλος/το σκυλί τον αφέντη του βλ. αφέντης, αφέντρα [< αρχ. γνωρίζω] | |
| 11066 | γνωριμία | γνω-ρι-μί-α ουσ. (θηλ.) {γνωριμι-ών} & (λαϊκό) γνωριμιά 1. παρουσίαση, σύσταση ενός προσώπου σε ένα άλλο και η κοινωνική σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ τους: επαγγελματική/ερωτική/φιλική ~. Επίσκεψη/συνάντηση ~ας. Έκανε (σημαντικές) ~ες με εξέχουσες προσωπικότητες (= γνώρισε). Βλ. αλληλο~.|| (ειδικότ.) ~ γάμου (: με σκοπό τον γάμο). Αγγελίες ~ών. || Γεύμα/δείπνο/δώρο ~ας. 2. (συνεκδ.) το πρόσωπο που γνωρίζει κάποιος· γνώριμος, γνωστός: κύκλος ~ών. Έχει πολιτικές/προσωπικές/υψηλές ~ες. ~ες και διασυνδέσεις. Πρόκειται για (μια) απλή ~, τίποτα περισσότερο. Μου θυμίζει μια παλιά μου ~ (= σχέση). 3. επαφή, εξοικείωση: ~ με το έργο του μεγάλου λογοτέχνη (πβ. τριβή). Μια πρώτη ~ με την πόλη. ● ΣΥΜΠΛ.: τιμή γνωριμίας: πώληση νέου προϊόντος σε τιμή χαμηλότερη της κανονικής, με σκοπό την προσέλκυση αγοραστών: Ο πρώτος τόμος διατίθεται σε ~ ~. [< αγγλ. introduction price] , γραφείο συνοικεσίων/γνωριμιών βλ. συνοικέσιο ● ΦΡ.: χάρηκα για τη γνωριμία! (προφ.): τυπικός χαιρετισμός όταν δύο πρόσωπα συστήνονται μεταξύ τους. [< μεσν. γνωριμία, γαλλ. connaissance] | |
| 11067 | γνώριμος | , η, ο γνώ-ρι-μος επίθ.: γνωστός, οικείος: ~ος: ήχος/κόσμος. ~η: ατμόσφαιρα/εικόνα/μουσική/φωνή. ~ο: περιβάλλον/συναίσθημα/ύφος. ● Ουσ.: γνώριμος, γνώριμη (ο/η): γνωστό πρόσωπο: Είναι παλιός μου ~. ΣΥΝ. γνωριμία (2) ΑΝΤ. άγνωστος, άγνωστη (1), ξένος, ξένη [< αρχ. γνώριμος] | |
| 11068 | γνώρισμα | γνώ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {γνωρίσμ-ατα}: ιδιαίτερο στοιχείο που διακρίνει κάποιον ή κάτι: γενικό/κοινό/ξεχωριστό/τυπικό ~. Τα ~ατα του χαρακτήρα ενός ατόμου. Το ήπιο κλίμα αποτελεί χαρακτηριστικό ~ της περιοχής. Πβ. διακριτικό, ιδιότητα, χαρακτηριστικό. [< αρχ. γνώρισμα] | |
| 11069 | γνώση | γνώ-ση ουσ. (θηλ.) 1. η διαδικασία της μάθησης, της απόκτησης αντίληψης του κόσμου· συνεκδ. οτιδήποτε γνωρίζει κανείς· (ειδικότ., στον πληθ.) το σύνολο των πληροφοριών που κατέχει: βιωματική/δηλωτική/διαδικαστική/παθητική/συστηματική ~. Δικαίωμα/πρόσβαση στη ~. Δίψα για ~. Τα όρια της ~ης. Κοινωνία της ~ης. Θεωρία της ~ης (βλ. γνωσιο-, επιστημο-λογία). Βλ. μετα~.|| Άριστη/βαθιά/ελλιπής/επαρκής/επιστημονική/επιφανειακή/ιστορική/κοινή/ρηχή/στείρα ~. Σε βάθος ~. ~ ξένων γλωσσών/χειρισμού Η/Υ. ~ (πάνω) σε έναν τομέα. Η διαχείριση/η κατάκτηση της ~ης. Έχω άμεση/απόλυτη/πλήρη (πβ. επίγνωση)/σαφή/συνολική/σφαιρική ~ (συνήθ. +γεν., πβ. συναίσθηση). Ενεργώ με/χωρίς ~ των συνεπειών.|| Άρτιες/γενικές/εγκυκλοπαιδικές/ειδικές/εξειδικευμένες/επαγγελματικές/θεωρητικές/νέες/πρακτικές/προαπαιτούμενες/σχολικές/τεχνικές/τυπικές ~εις. Επίπεδο ~εων. Τεχνολογία ~εων. Οι αποκτηθείσες ~εις και δεξιότητες. Έχει/διαθέτει πολλές ικανότητες και ~εις. Aξιολογώ/αξιοποιώ/βελτιώνω/ελέγχω/εμπλουτίζω/εφαρμόζω/προσφέρω τις ~εις μου. Αποδεικτικό/αφομοίωση/εύρος/θησαυρός/μετάδοση/παιχνίδι/πιστοποίηση/πληθώρα/συσσώρευση/τεστ ~εων. Ανταλλαγή εμπειριών και ~εων. Βλ. διά-, επί-, πρό-γνωση. ΑΝΤ. άγνοια (1), αδαημοσύνη 2. ΦΙΛΟΣ. η θεμελιωμένη πεποίθηση για την ύπαρξη, τη φύση, την ουσία ή την κατάσταση ενός πράγματος: διαισθητική/εμπειρική/ενορατική/νοητική/ορθολογική ~. 3. (προφ.) σύνεση: Έχει ~. Πβ. φρόνηση, φρονιμάδα. ● ΣΥΜΠΛ.: άμεση γνώση βλ. άμεσος, γραμματικές γνώσεις βλ. γραμματικός, εξόρυξη γνώσης βλ. εξόρυξη, επιχείρηση έντασης γνώσης βλ. επιχείρηση, σιωπηλή/σιωπηρή γνώση βλ. σιωπηλός, Τεστ Γνώσεων και Δεξιοτήτων βλ. τεστ, το δέντρο της γνώσης (του καλού και του κακού) βλ. δέντρο ● ΦΡ.: βάζω γνώση {κυρ. στον αόρ.} (προφ.): συνετίζομαι, λογικεύομαι: Την έχεις πατήσει τόσες φορές κι ακόμη ~ δεν έβαλες. Πβ. βάζω μυαλό/νιονιό., εν γνώσει (λόγ.): (+γεν.) γνωρίζοντας συνειδητά: ~ ~ του γεγονότος/των συνεπειών του νόµου. Ενεργώ/μιλώ ~ ~ μου (ότι ...). Τελεί ~ ~ του γεγονότος ότι … || εν πλήρει γνώσει. ΑΝΤ. εν αγνοία (κάποιου), έχουν γνώση οι φύλακες: για να δηλωθεί ότι είναι ενημερωμένοι οι αρμόδιοι και γενικότ. ότι κάποιος βρίσκεται σε εγρήγορση: Μην ανησυχείς, ~ ~!, λαμβάνω γνώση (επίσ.): ενημερώνομαι σχετικά με κάτι: ~ ~ των ανακοινώσεων/αποφάσεων/εγγράφων/προβλημάτων. Παρακαλούμε να λάβουν ~ οι ενδιαφερόμενοι ενυπογράφως. Είχε λάβει ~ για την υπόθεση από τους συνεργάτες του. [< γαλλ. prendre connaissance] , περιέρχεται σε γνώση & εις γνώσιν κάποιου (λόγ.) {κυρ. σε ενεστ. και αόρ.}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. γίνεται αντιληπτό, υποπίπτει στην αντίληψη κάποιου: ~ ~ της αρμόδιας Αρχής/του ενδιαφερομένου/της ηγεσίας/της κυβέρνησης. Έγγραφα/καταγγελίες/πληροφορίες/στοιχεία που περιήλθαν εις γνώσιν της επιτροπής., προς γνώση και συμμόρφωση & (λόγ.) προς γνώσιν και συμμόρφωσιν: για αποτροπή ανεπιθύμητης συμπεριφοράς και παραδειγματισμό: Θα επιβληθεί χρηματικό πρόστιμο ~ ~. , φέρω σε γνώση/εις γνώσιν κάποιου {κυρ. στον ενεστ.} (λόγ.): ενημερώνω κάποιον σχετικά με ένα θέμα, πληροφορώ: ~ ~ της δικαστικής Αρχής/του ενδιαφερομένου/του κοινού. Θα ήθελα να ~ ~ σας ένα πολύ σημαντικό ζήτημα. Πβ. γνωστοποιώ., κοντά στο(ν) νου κι η γνώση βλ. νους, μετά λόγου γνώσεως βλ. λόγος, σαράντα πέντε Γιάννηδες, ενός κοκόρου γνώση βλ. κόκορας, στερνή μου γνώση να σ' είχα πρώτα βλ. στερνός [< αρχ. γνῶσις 3: μεσν. γνώση] | |
| 11071 | γνωσιακός | , ή, ό γνω-σι-α-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με τις γνωστικές λειτουργίες του ανθρώπου: ~ή: ανάπτυξη/διαδικασία. ~ό: μοντέλο. ~ές: διαταραχές. ~ά: τεστ.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ή γλωσσολογία. ● επίρρ.: γνωσιακά: ● ΣΥΜΠΛ.: γνωσιακή βάση (δεδομένων): ΠΛΗΡΟΦ. που παρέχει όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες για κάποιο θέμα. [< αγγλ. knowledge base, 1971] , γνωσιακή/γνωστική θεραπεία/ψυχοθεραπεία βλ. θεραπεία, γνωστική ψυχολογία βλ. γνωστικός1, γνωστική/γνωσιακή επιστήμη βλ. γνωστικός1 [< αγγλ. cognitive] | |
| 11072 | γνωσιοεπιστήμη | γνω-σι-ο-ε-πι-στή-μη ουσ. (θηλ.): γνωστική επιστήμη. | |
| 11073 | γνωσιοθεωρητικός | , ή, ό γνω-σι-ο-θε-ω-ρη-τι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τη γνωσιοθεωρία: ~ό: πλαίσιο/υπόβαθρο. | |
| 11074 | γνωσιοθεωρία | γνω-σι-ο-θε-ω-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. επιστημολογία. ΣΥΝ. γνωσιολογία | |
| 11075 | γνωσιοκεντρικός | , ή, ό γνω-σι-ο-κε-ντρι-κός επίθ.: που έχει ως επίκεντρο την απόκτηση γνώσεων: ~ή: διδασκαλία. ~ό: σχολείο. Βλ. -κεντρικός. | |
| 11076 | γνωσιολογία | γνω-σι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. επιστημολογία. ΣΥΝ. γνωσιοθεωρία [< γερμ. Gnoseologie], αγγλ. gnosiology, 1903, γαλλ. gnoséologie, 1954] | |
| 11077 | γνωσιολογικός | , ή, ό γνω-σι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τη γνωσιολογία: ~ή: προσέγγιση. ~ό: πρόβλημα. | |
| 11078 | γνώστης | γνώ-στης ουσ. (αρσ.) {θηλ. γνώστρια}: πρόσωπο που έχει γνώση ή εμπειρία σε κάτι: άριστος/βαθύς/εμβριθής/εξαιρετικός ~ του αντικειμένου/του θέματος. Πβ. κάτοχος.|| ~ της αγοράς εργασίας/των προβλημάτων. Πβ. αυθεντία, ειδήμων, ειδικός, επαΐων, εξπέρ, σπεσιαλίστας. ΑΝΤ. αδαής, ανίδεος (1), άσχετος (2) [< μτγν. γνώστης] | |
| 11080 | γνωστικισμός | γνω-στι-κι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. -ΘΕΟΛ. θρησκευτικό μυστικιστικό φιλοσοφικό ρεύμα των πρώτων χριστιανικών αιώνων, που προήλθε από τον συγκρητισμό ποικίλων παραδόσεων και θεωρούσε ότι η γνώση είναι εσωτερική, πηγάζει μέσα από τον ίδιο τον πιστό και χάρη σε αυτήν ο άνθρωπος μπορεί να ενωθεί με τον Θεό και να εξασφαλίσει τη σωτηρία. Βλ. θεοσοφία, μανιχαϊσμός, -ισμός. [< γαλλ. gnosticisme, αγγλ. gnosticism] | |
| 11081 | γνωστικός1 | , ή, ό γνω-στι-κός επίθ. 1. (επιστ.) που σχετίζεται με τη γνώση (ως μάθηση): ~ός: κλάδος/τοµέας. ~ή: ανάπτυξη/διαδικασία/λειτουργία/περιοχή. ~ό: αντικείμενο/ενδιαφέρον/επίπεδο/πεδίο. ~οί: μηχανισμοί/στόχοι. ~ές: δεξιότητες/διαταραχές/ικανότητες. ~ά: εργαλεία. Άξονες ~ού περιεχομένου (μαθήματος). Πβ. γνωσιακός. Βλ. δια~, μετα~, προ~, φυσιο~. 2. μυαλωμένος, συνετός: ~ός: άνθρωπος.|| ~ά: λόγια. Πβ. λογικός, φρόνιμος. ● ΣΥΜΠΛ.: γνωστική σύγκρουση ΨΥΧΟΛ.-ΠΑΙΔΑΓ.: διδακτική στρατηγική που βασίζεται στην αντιπαράθεση της γνώσης που κατέχει ο μαθητής με την επιστημονική γνώση, η οποία βιώνεται εμπειρικά, με αποτέλεσμα να επέρχεται εννοιολογική αλλαγή στην αντίληψή του και αναδιοργάνωση των νοητικών σχημάτων με άλλα ευρύτερα και πληρέστερα. [< αγγλ. cognitive conflict] , γνωστική ψυχολογία & γνωσιακή ψυχολογία: ΨΥΧΟΛ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο τις γνωστικές λειτουργίες του ανθρώπου, κυρ. την αντίληψη, τη μνήμη, τη γλώσσα, τη σκέψη. [< αγγλ. cognitive psychology] , γνωστική/γνωσιακή επιστήμη: διεπιστημονική έρευνα της ανθρώπινης διάνοιας και της νοηµοσύνης από τις επιστήµες της ψυχολογίας, των ηλεκτρονικών υπολογιστών και της τεχνητής νοηµοσύνης, της γλωσσολογίας, της ανθρωπολογίας, της φιλοσοφίας και των νευροεπιστηµών. ΣΥΝ. γνωσιοεπιστήμη [< αγγλ. cognitive science, 1975] , γνωσιακή/γνωστική θεραπεία/ψυχοθεραπεία βλ. θεραπεία, γνωστική ασυμφωνία βλ. ασυμφωνία [< αρχ. γνωστικός] | |
| 11082 | γνωστικός2 | , ή, ό γνω-στι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. -ΘΕΟΛ. που σχετίζεται με τον γνωστικισμό: ~ός: φιλόσοφος. ~ή: θεολογία. ● Ουσ.: Γνωστικοί (οι): οπαδοί του γνωστικισμού: οι ~ της ύστερης Αρχαιότητας. [< μεσν. Γνωστικοί] ● ΣΥΜΠΛ.: Γνωστικά Ευαγγέλια: που έχουν γραφτεί από οπαδούς του γνωστικισμού. Πβ. Απόκρυφα Ευαγγέλια. | |
| 11083 | γνωστοποίηση | γνω-στο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γνωστοποιώ: ~ της ημερομηνίας διεξαγωγής των εξετάσεων (μέσω του Τύπου). ~ προς όλους τους ενδιαφερόμενους/στους αρμόδιους φορείς. (ΟΙΚΟΝ.) ~ήσεις συναλλαγών (ενν. στο επενδυτικό κοινό, από όμιλο επιχειρήσεων). Πβ. αναγγελία, ανα-, δια-κοίνωση, δημοσιο-, κοινο-ποίηση. [< ιταλ. notificazione, γαλλ. notification] | |
| 11084 | γνωστοποιώ | [γνωστοποιῶ] γνω-στο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {γνωστοποι-είς ..., -ώντας | γνωστοποί-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} (επίσ.): καθιστώ κάτι γνωστό (στο ευρύτερο κοινό): ~ησε (με επιστολή του/στο κόμμα) ότι .../την πρόθεσή του να ... (= έκανε γνωστό/ή). Τα αποτελέσματα θα ~ηθούν στους υποψηφίους. Σύμφωνα με τα έως τώρα ~ημένα στοιχεία, ... Πβ. αναγγέλλω, ανακοινώνω, αναφέρω, δημοσιο-, κοινο-ποιώ, κοινολογώ, πληροφορώ, φέρω σε γνώση. [< μεσν. γνωστοποιώ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ