Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [11960-11980]

IDΛήμμαΕρμηνεία
11085γνωστός, ή, ό γνω-στός επίθ. 1. που τον γνωρίζουν: ~ός: παραλήπτης. ~ή: ιστορία/τακτική (= συνηθισμένη)/φράση. ~ό: τραγούδι. ~οί: κύκλοι (βλ. περίγυρος). Έγινε διεθνώς/ευρέως/παγκοσμίως ~. Ακολουθεί η ~ή διαδικασία (= τυπική). Κάπου την ξέρω, είναι ~ή φάτσα/φυσιογνωμία (= γνώριμη). ~ στην ανθρωπότητα/στην αρχαιότητα/στο κοινό/στον κόσμο/στο πανελλήνιο/στην πιάτσα/στο χώρο της πολιτικής. Έμεινε ~ στην ιστορία ως ... ~ με την επωνυμία/το όνομα/τον τίτλο ... ~ για τους αγώνες/τις ιδέες του. ~ από το έργο του/τη συμμετοχή του στο .../τη συνεργασία του με ... Καθιστώ/κάνω κάτι ~ό (= γνωστοποιώ). Είναι σε όλους/τοις πάσι ~ό ότι/πως ... (πβ. πασίγνωστος).|| (ως ουσ., προφ.) Τι κάνεις; Tα ~ά. ΑΝΤ. άγνωστος 2. που έχει αποκτήσει φήμη, διάσημος: ~ός: επιστήμονας/καλλιτέχνης (πβ. προβεβλημένος)/οίκος μόδας. ~ή: εταιρεία/μάρκα. Υπεύθυνος ~ού πολυκαταστήματος. ~ και ξακουστός σ' όλο τον κόσμο (βλ. ονομαστός). Έγινε γρήγορα ~ στον χώρο του θεάματος. Πβ. επώνυμος, φημισμένος.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ός: απατεώνας/κακοποιός/τρομοκράτης. Πβ. διαβόητος. ● Ουσ.: γνωστός, γνωστή (ο/η): πρόσωπο με το οποίο γνωριζόμαστε, έχουμε οικειότητα: κοινός ~. Συγγενείς/φίλοι και ~οί. Είναι ~ μου. Έχω ~ό στην επιτροπή/στο υπουργείο (πβ. βύσμα, γνωριμία, κονέ, μέσο). Πβ. γνώριμος. Βλ. φίλος. ● ΣΥΜΠΛ.: γνωστοί-άγνωστοι: ταραχοποιά στοιχεία που δρουν ανενόχλητα, χωρίς να συλλαμβάνονται από τις Αρχές: Χτύπησαν πάλι οι ~ ~. Βλ. κουκουλοφόρος., αδίδακτο/άγνωστο, διδαγμένο/γνωστό (κείμενο) βλ. κείμενο ● ΦΡ.: γνωστός και μη εξαιρετέος (συνήθ. ειρων.): για πρόσωπο αρκετά γνωστό: Παρών και ο ~ ~ εκδότης κουτσομπολίστικης φυλλάδας., ως γνωστό(ν) (λόγ.): όπως όλοι γνωρίζουν: ~ ~, τέθηκε σε εφαρμογή ο νέος επενδυτικός νόμος. [< αρχ. γνωστός]
11086γόβαγό-βα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: κλειστό γυναικείο παπούτσι με ψηλό τακούνι: κόκκινες/(κλασικές) μαύρες/μυτερές/ψηλοτάκουνες ~ες. Βλ. μοκασίνι, μπαλαρίνα, μποτάκι, πέδιλο. ● Υποκ.: γοβάκι (το) & (σπάν.) γοβίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: γόβα στιλέτο βλ. στιλέτο [< μεσν. γόβα]
11087γογγύζωγογ-γύ-ζω ρ. (αμτβ.) {γόγγυ-σε, συνήθ. στον ενεστ.} (λόγ.): στενάζω, βογκώ και κυρ. κατ΄επέκτ. δυσανασχετώ, δυσφορώ: ~ουν εναντίον (/κατά) της ακρίβειας/με τους νέους φόρους. Πβ. γκρινιάζω, διαμαρτύρομαι, ξεφυσώ, υποφέρω. ΣΥΝ. βαρυγκομώ [< μτγν. γογγύζω]
11088γογγύλιγογ-γύ-λι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. λαχανικό (επιστ. ονομασ. Brassica rapa) που καλλιεργείται για τον υπόγειο εδώδιμο βλαστό του. Βλ. γουλί, λάχανο. ΣΥΝ. ρέβα [< μεσν. γογγύλι(ο)ν]
11089γογγυσμόςγογ-γυ-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γογγύζω: Υπομένει χωρίς ~ό (= αγόγγυστα, αδιαμαρτύρητα, καρτερικά) τις δυσκολίες. Πβ. (ανα)στεναγμός, βογκητό, διαμαρτυρία, δυσανασχέτηση, δυσφορία. [< μτγν. γογγυσμός ‘μουρμούρα, γκρίνια’]
11090γοερός, ή, ό γο-ε-ρός επίθ.: θρηνητικός, σπαρακτικός: ~ή: κραυγή. ~ό: κλάμα (βλ. κοπετός). Βλ. -ερός. ● επίρρ.: γοερά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Έκλαιγε/θρηνούσε ~. [< αρχ. γοερός]
11091γόηςγό-ης ουσ. (αρσ.) {γό-ηδες κ. -ητες} , γόησσα (η) 1. πρόσωπο με ελκυστική εξωτερική εμφάνιση που ασκεί γοητεία στους άλλους: ο ~ της παρέας. ~ του θεάτρου και του κινηματογράφου. (ειρων.) Παριστάνει τον ~η. Πβ. γυναικο-, καρδιο-κατακτητής, δον Ζουάν, καζανόβας. Βλ. ζεν πρεμιέ.|| Μεγάλη γόησσα. Πβ. μοιραία γυναίκα. 2. (σπάν.) γητευτής: ~ητες φιδιών. Βλ. φακίρης. [< αρχ. γόης 'μάγος, απατεώνας', μεσν. γόησσα]
11092γοητείαγο-η-τεί-α ουσ. (θηλ.): έλξη, επιρροή, συνήθ. ερωτική, που ασκεί κάποιος λόγω της εμφάνισης ή της προσωπικότητάς του: διακριτική/έντονη ~. ~ και έλξη. Ασκεί ~ στο ανδρικό φύλο. Διαθέτει/εκπέμπει/έχει (ακαταμάχητη/ακατανίκητη/απαράμιλλη) ~. Αφέθηκε/ενέδωσε/υπέκυψε στη ~ του. Έπεσε θύμα της ~ας της. Έχασε τη ~ του (: για έμψυχα ή άψυχα). Πβ. ελκυστικότητα, μαγνητισμός.|| (μτφ.) Η κρυφή ~ της εξουσίας. Η ~ του αγνώστου/του τοπίου. Πβ. ακτινοβολία, μαγεία. ΣΥΝ. σαγήνη [< αρχ. γοητεία 'μαγεία', γαλλ. charme, fascination]
11093γοητευτικός, ή, ό γο-η-τευ-τι-κός επίθ.: που ασκεί γοητεία: ~ός: άνδρας/ηθοποιός (πβ. αρρενωπός). ~ή: γυναίκα.|| ~ή: φωνή. ~ό: βλέμμα/χαμόγελο. Πβ. θελκτικός.|| ~ή: ιστορία/πόλη. ~ό: ταξίδι. Πβ. δελεαστ-, ελκυστ-, μαγευτ-, σαγηνευτ-, συναρπαστ-ικός. ΑΝΤ. απωθητικός (1) ● επίρρ.: γοητευτικά [< μτγν. γοητευτικός 'ικανός στις μαγικές τέχνες', γαλλ. charmant, fascinant]
11094γοητεύωγο-η-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {γοήτευ-σε (προφ.) γοήτε-ψε, γοητεύ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -μένος, -οντας}: ασκώ γοητεία σε κάποιον: Τι σε ~ει (= έλκει, τραβάει) σε έναν άνδρα/μια γυναίκα; Τον ~σε (= έθελξε, μαγνήτισε, σαγήνευσε) με το βλέμμα/την εμφάνισή της.|| Με ~ει (= δελεάζει, ενθουσιάζει, συναρπάζει) η ιδέα να ... ~τηκε από την ιστορία και τον πολιτισμό του τόπου. Δήλωσε/έμεινε ~μένος (= μαγεμένος) από την ομορφιά του τοπίου. Πβ. κατα~. ΣΥΝ. γητεύω (2) [< μτγν. γοητεύω 'ασκώ μαγεία', γαλλ. charmer, fasciner]
11095γόητρογό-η-τρο ουσ. (ουδ.) {γοήτρ-ου}: (για πρόσ., ομάδα, θεσμό) καλή φήμη, καθολική αναγνώριση και εκτίμηση: εθνικό ~. Επάγγελμα με (υψηλό) κοινωνικό ~. Το ~ του κοινοβουλίου. Έχει καταρρακωθεί/πληγεί/τρωθεί το ~ό του. Προσπαθούν να αποκαταστήσουν/διασώσουν το πληγωμένο/χαμένο τους ~. Η νίκη της Εθνικής είναι θέμα ~ου. Πβ. ίματζ, κύρος, πρεστίζ. Βλ. αξιοπιστία, -τρο. [< γαλλ. prestige]
11096ΓΟΚ(ο): Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός.
11097γολγοθάς[γολγοθᾶς] γολ-γο-θάς ουσ. (αρσ.) (μετωνυμ. από το ομώνυμο ύψωμα στην Ιερουσαλήμ (βλ. ΚΔ): σειρά από βάσανα, ταλαιπωρίες ή δοκιμασίες που υπομένει κάποιος: ο ~ των εξετάσεων. Ανεβαίνει/ζει τον δικό του ~ά (βλ. (ο καθένας) σηκώνει/κουβαλάει τον σταυρό του). Πβ. μαρτύριο. [< μτγν. ἡ Γολγοθᾶ]
11098γολέταγο-λέ-τα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΝΑΥΤ. ιστιοφόρο πλοίο μεσαίου μεγέθους με δύο κατάρτια: Πβ. σκούνα. Βλ. μπρατσέρα, μπρίκι, τρεχαντήρι, -έτα. [< βεν. goleta]
11099ΓολιάθΓο-λι-άθ ουσ. (αρσ.) {άκλ.} (μετωνυμ. από τον Φιλισταίο γίγαντα της ΠΔ): ισχυρός και αλαζόνας αντίπαλος, που συνήθ. ηττάται από τον πιο αδύναμο. Πβ. γίγαντας. ● ΦΡ.: Δαβίδ και Γολιάθ βλ. Δαβίδ [< μτγν. Γολιάθ]
11100γόμαγό-μα ουσ. (θηλ.) 1. μικρό κομμάτι από ελαστικό υλικό, συνήθ. καουτσούκ, που χρησιμοποιείται για να σβηστεί (με τρίψιμο) κάτι που έχει γραφεί με μολύβι (ή και μελάνι). Βλ. μπλάνκο. ΣΥΝ. γομολάστιχα, σβηστήρας 2. ΧΗΜ. κόμμι. ● Υποκ.: γομίτσα (η), γομούλα (η) [< βεν. goma, ιταλ. gomma]
11101γομαλάκαγο-μα-λά-κα ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. φυτική ρητίνη η οποία διαλύεται σε οινόπνευμα και χρησιμοποιείται ως βερνίκι. [< ιταλ. gomma lacca]
11102γομάριγο-μά-ρι ουσ. (ουδ.) {σπανιότ. θηλ. γομάρα} 1. (μειωτ.) μεγαλόσωμος άντρας· κυρ. ως χαρακτηρισμός για κάποιον που έχει αναπτυχθεί σωματικά, αλλά εξακολουθεί να έχει ανώριμη συμπεριφορά. Βλ. μπρατσαράς, ντουλάπα.|| Έχει γίνει ολόκληρο ~ και ακόμη παίζει ηλεκτρονικά παιχνίδια. Πβ. γαϊδούρι. 2. (υβριστ.) άνθρωπος αναίσθητος, αχάριστος ή χυδαίος: Είναι ένα ~ και μισό! Πβ. χοντρόπετσος. 3. {μόνο στο ουδ.} (κυρ. παλαιότ.) ζώο για φόρτωμα. [< μεσν. γομάριν]
11103γομολάστιχαγο-μο-λά-στι-χα ουσ. (θηλ.): γόμα. [< ιταλ. gomma elastica]Α
11104ΓόμοραΓό-μο-ρα ουσ. (ουδ.) (τα): μόνο στη ● ΦΡ.: Σόδομα και Γόμορα & τα Σόδομα και τα Γόμορα: για καταστάσεις ηθικής παρακμής και ακολασίας: Εδώ γίνονται ~ ~ (= όργια)! [< μτγν. Γόμορ(ρ)α]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.