Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [1180-1200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
192αγγειοδιαστολή[ἀγγειοδιαστολή] αγ-γει-ο-δι-α-στο-λή ουσ. (θηλ.): ΦΥΣΙΟΛ. αύξηση της διαμέτρου των αιμοφόρων αγγείων: διαδερμική/περιφερική/πνευμονική/στεφανιαία/φαρμακευτική/φλεβική ~. Αναισθητικά φάρμακα που προκαλούν ~. Υπόταση εξαιτίας της ~ής. ΑΝΤ. αγγειοσυστολή [< γαλλ. vasodilatation]
193αγγειοκαρδιογραφία[ἀγγειοκαρδιογραφία] αγ-γει-ο-καρ-δι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ακτινογραφική απεικόνιση της καρδιάς και των αιμοφόρων αγγείων της ύστερα από έγχυση σκιαγραφικού μέσου αδιαπέραστου από ακτίνες Χ: ραδιοϊσοτοπική ~. [< γαλλ. angiocardiographie, μετά το 1937, αγγλ. angiocardiography, 1938]
194αγγειοκινητικός, ή, ό [ἀγγειοκινητικός] αγ-γει-ο-κι-νη-τι-κός επίθ.: ΦΥΣΙΟΛ. που αναφέρεται ή οφείλεται στη διαστολή και συστολή των αγγείων: ~ός: μηχανισμός. ~ή: δράση/ημικρανία/νεύρωση/ρινίτιδα. ~ές: διαταραχές. [< γαλλ. vasomoteur]
195αγγειολογία[ἀγγειολογία] αγ-γει-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α) 1. ΙΑΤΡ. ειδικότητα με αντικείμενο τη διάγνωση και θεραπεία των αγγειακών παθήσεων: κλινική ~. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. (σπάν.) επιστημονικός κλάδος που μελετά τα αγγεία. Βλ. αγγειογραφία, -λογία. [< 1: μτγν. ἀγγειολογία ‘διδασκαλία για τα αιμοφόρα αγγεία’, γαλλ. angiologie, αγγλ. angiology 2: γαλλ. ~]
196αγγειολογικός, ή, ό [ἀγγειολογικός] αγ-γει-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην αγγειολογία: ~ή: εξέταση. Ελληνική ~ή Εταιρεία. [< γαλλ. angiologique, αγγλ. angiologic(al)]
197αγγειολόγος[ἀγγειολόγος] αγ-γει-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΙΑΤΡ. γιατρός ειδικευμένος στη μελέτη και αντιμετώπιση των αγγειακών παθήσεων: ~-αγγειοχειρουργός. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. angiologue, αγγλ. angiologist]
198αγγειονευρωτικός, ή, ό [ἀγγειονευρωτικός] αγ-γει-ο-νευ-ρω-τι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αγγειονευρωτικό οίδημα & αγγειοοίδημα: ΙΑΤΡ. αλλεργική κυρ. αντίδραση που χαρακτηρίζεται από ανώδυνο πρήξιμο του δέρματος ή των βλεννογόνων: επίκτητο/κληρονομικό/συγγενές ~ ~. ~ ~ των άκρων/του προσώπου/των χειλέων. [< γαλλ. angioneurotique, 1924, αγγλ. angioneurotic]
199αγγειοοίδημα[ἀγγειοοίδημα] αγ-γει-ο-οί-δη-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. αγγειονευρωτικό οίδημα. Βλ. κνίδωση. [< αγγλ. angioedema]
200αγγειοπάθεια[ἀγγειοπάθεια] αγ-γει-ο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κάθε νόσος των αιμοφόρων ή λεμφικών αγγείων: αμυλοειδής/αποφρακτική/διαβητική/εγκεφαλική/περιφερική/στεφανιαία ~. ~ες των άκρων. ~ες και σακχαρώδης διαβήτης. Βλ. εγκεφαλο-, καρδιο-πάθεια, μακρο~, μικρο~. [< αγγλ. angiopathy, γαλλ. angiopathie]
201αγγειοπλαστείο[ἀγγειοπλαστεῖο] αγ-γει-ο-πλα-στεί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): εργαστήριο κατασκευής αγγείων: παραδοσιακά ~α.
202αγγειοπλάστης[ἀγγειοπλάστης] αγ-γει-ο-πλά-στης ουσ. (αρσ.): τεχνίτης που κατασκευάζει διακοσμητικά ή χρηστικά, συνήθ. πήλινα, δοχεία και άλλα αντικείμενα: ~ και αγγειογράφος. ~ες καλλιτεχνικής κεραμικής/τροχού. Πβ. τσουκαλάς. Βλ. κανατάς, σταμνάς.
203αγγειοπλαστική[ἀγγειοπλαστική] αγ-γει-ο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. η τέχνη της κατασκευής διακοσμητικών ή χρηστικών (συνήθ. πήλινων) δοχείων και άλλων αντικειμένων: παραδοσιακή ~. Πβ. κεραμική. 2. ΙΑΤΡ. επέμβαση για τη διάνοιξη ή την αποκατάσταση αιμοφόρου αγγείου, συνήθ. αρτηρίας (κοινώς μπαλονάκι): διαδερμική/ενδοαυλική ~. ~ των καρωτίδων. ~ με τοποθέτηση νάρθηκα (στεντ). Με την ~ γεννήθηκε η επεμβατική καρδιολογία. Βλ. -πλαστική. [< 2: γαλλ. angioplastie, περ. 1960, αγγλ. angioplasty, περ. 1910, balloon angioplasty, 1979]
204αγγειοπλαστικός, ή, ό [ἀγγειοπλαστικός] αγ-γει-ο-πλα-στι-κός επίθ. 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που χρησιμοποιείται στην αγγειοπλαστική: ~ός: πηλός. 2. ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην αγγειοπλαστική: ~ές: επεμβάσεις. [< γαλλ. angioplastique ]
205αγγειοσάρκωμα[ἀγγειοσάρκωμα] αγ-γει-ο-σάρ-κω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. κακοήθης όγκος που σχηματίζεται από αγγειακούς ιστούς: πρωτοπαθές ~. ~ του δέρματος/του ήπατος/του μαστού/του πνεύμονος. Βλ. -ωμα2. [< αγγλ. angiosarcoma]
206αγγειοσκόπηση[ἀγγειοσκόπηση] αγ-γει-ο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εξέταση του εσωτερικού των αγγείων για διαγνωστικούς λόγους. Βλ. -σκόπηση. [< γαλλ. angioscopie]
207αγγειοσκόπιο[ἀγγειοσκόπιο] αγ-γει-ο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. όργανο (μικροσκόπιο) για την εξέταση του εσωτερικού των αγγείων: στεφανιαίο/υπερηχητικό ~. Βλ. -σκόπιο. [< αγγλ. angioscope]
208αγγειόσπασμος[ἀγγειόσπασμος] αγ-γει-ό-σπα-σμος ουσ. (αρσ.) & αγγειοσπασμός: ΙΑΤΡ. νευρική σύσπαση των αιμοφόρων αγγείων: εγκεφαλικός/περιφερικός/πνευμονικός/στεφανιαίος ~. Βλ. ισχαιμία. [< γαλλ. vasospasme, αγγλ. vasospasm, 1902]
209αγγειόσπερμα[ἀγγειόσπερμα] αγ-γει-ό-σπερ-μα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. αγγειόσπερμο}: ΒΟΤ. υποδιαίρεση φανερόγαμων φυτών των οποίων τα αναπαραγωγικά όργανα βρίσκονται μέσα στα άνθη (βλ. ύπερος) και τα γονιμοποιημένα σπέρματά τους είναι κλεισμένα στους καρπούς: δι-/μονο-κοτυλήδονα ~. Βλ. γυμνόσπερμα, σπερματόφυτα. [< γαλλ. angiospermes, αγγλ. angiosperms]
210αγγειόσπερμος, η, ο [ἀγγειόσπερμος] αγ-γει-ό-σπερ-μος επίθ.: ΒΟΤ. που αναφέρεται στα αγγειόσπερμα. [< γαλλ. angiosperme, αγγλ. angiosperm]
211αγγειοσύσπαση[ἀγγειοσύσπαση] αγ-γει-ο-σύ-σπα-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣΙΟΛ. σύσπαση του μυϊκού χιτώνα αιμοφόρου αγγείου με αποτέλεσμα τη μείωση της διαμέτρου του: αντανακλαστική/νεφρική/περιφερική ~. Η νικοτίνη προκαλεί ~ και αυξάνει την αρτηριακή πίεση. ΑΝΤ. αγγειοδιαστολή [< γαλλ. vasoconstriction]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.