Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [11980-12000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
11105γομφίοςγομ-φί-ος ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. καθένα από τα τρία πεπλατυσμένα οπίσθια δόντια της κάθε πλευράς των γνάθων (δώδεκα συνολικά). Βλ. κοπτήρας, κυνόδοντας, προγόμφιος, φρονιμίτης. ΣΥΝ. τραπεζίτης2 [< αρχ. γομφίος]
11106γόμφοςγόμ-φος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μεταλλικός ή ξύλινος σύνδεσμος, σφήνα για τη συνένωση τμημάτων μιας κατασκευής. Πβ. βλήτρο. [< αρχ. γόμφος]
11107γόμωσηγό-μω-ση ουσ. (θηλ.): γέμισμα βλήματος με εκρηκτική ύλη· κυρ. συνεκδ. η ίδια η εκρηκτική ύλη: ~ φυσιγγίων. Πύραυλοι με πυρηνική ~. Βλ. ανα~, πυρίτιδα. [< μτγν. γόμωσις 'φόρτωμα', γαλλ. charge]
11108γόναβλ. γόνατο
11109γονάδεςγο-νά-δες ουσ. (θηλ.) (οι): ΒΙΟΛ. οι γεννητικοί αδένες (οι όρχεις και οι ωοθήκες): αρσενικές/θηλυκές ~. Βλ. γαμέτης. [< μτγν. γονάδες 'μητέρες', γαλλ. gonade, αγγλ. gonad]
11110γοναδοτροπίνηγο-να-δο-τρο-πί-νη ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) γοναδοτροφίνη: ΒΙΟΧ. ορμόνη που εκκρίνεται από την υπόφυση και διεγείρει τις γονάδες, ρυθμίζοντας την ανάπτυξη και τη λειτουργία των γεννητικών οργάνων: (β-) χοριακή ~. Βλ. -ίνη. [< γαλλ. gonadotrop(h)ine, περ. 1950, αγγλ. gonadotrop(h)in]
11111γονατιάγο-να-τιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): χτύπημα με το γόνατο. Βλ. κλοτσιά.
11112γονατίζωγο-να-τί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {γονάτι-σα, -σμένος, γονατίζ-οντας} 1. λυγίζω τα γόνατα, για να στηριχτώ στο ένα ή και στα δύο, ειδικότ. σε ένδειξη ευλάβειας, σεβασμού, ταπείνωσης ή (σπάν.) υποταγής: ~ για να τρίψω το πάτωμα. Στεκόταν ~σμένος (= γονατιστός). ΣΥΝ. πέφτω στα γόνατα.|| ~σε μπροστά στην εικόνα (για να προσευχηθεί). ~σε και της ζήτησε συγγνώμη. Πβ. γονυ-κλινής, -πετής. 2. (μτφ.) καταβάλλω ή καταβάλλομαι, λυγίζω μπροστά στις αντιξοότητες: Η πανδημία ~ει μια ολόκληρη χώρα. Τον ~σαν οι αρρώστιες/τα βάσανα/οι πίκρες. Μας έχουν ~σει τα έξοδα. ~σμένοι από τα χρέη.|| ~ει η αγορά (από την οικονομική κρίση). ΣΥΝ. εξαντλώ (2), εξουθενώνω (1), καταπονώ (1), τσακίζω (2) [< μτγν. γονατίζω]
11113γονάτισμαγο-νά-τι-σμα ουσ. (ουδ.) {γονατίσμ-ατα} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γονατίζω: (ΓΥΜΝ.) σκύψιμο, ~, βαθύ κάθισμα.|| ~ατα (= γονυκλισίες) και σταυροκοπήματα.|| ~ στην εξουσία/στους ισχυρούς. Πβ. υποταγή.|| (μτφ.) Οικονομικό ~. Πβ. εξάντληση, εξουθένωση, καταπόνηση. [< μεσν. γονάτισμα]
11114γονατιστός, ή, ό γο-να-τι-στός επίθ.: γονατισμένος: Καθόταν/προσευχόταν ~ (= γονυκλινής). Δεν πρόκειται να τον συγχωρήσω, ακόμα κι αν με παρακαλέσει ~ (= γονυπετής). [< μεσν. γονατιστός]
11115γόνατογό-να-το ουσ. (ουδ.) {-ου (επίσ.) -ος (συχνότ. λόγ.) -άτου | -ων} & (αρχαιοπρ.) γόνυ & (λαϊκό) γόνα 1. ΑΝΑΤ. η άρθρωση του ποδιού μεταξύ μηρού και κνήμης· η αντίστοιχη περιοχή στα τετράποδα: βλαισό/ραιβό/σπασμένο ~. Ήρθε σπίτι με ματωμένα/χτυπημένα ~α (: για παιδιά). Λυγίζω/τεντώνω τα ~α. Στηρίζομαι στα ~α. Παίρνω (κάποιον) στα ~ά μου. Καθόταν στα ~α του παππού. Ενοχλήσεις/επέμβαση/κάκωση/τραυματισμός/φλεγμονή στο ~. Παθήσεις των ~άτων. Βλ. επιγονατίδα, μηνίσκος, τετρακέφαλος.|| Φούστα κάτω/πάνω από το ~. Το νερό (μου) έφτανε μέχρι/ως τα ~α.|| (συνεκδ.) Το παντελόνι έχει κάνει ~α (: έχει πάρει το σχήμα των γονάτων στο αντίστοιχο μέρος)/έχει τριφτεί στα ~α. 2. ΒΟΤ. σημείο έκφυσης φύλλων ή κλαδιών στον βλαστό. ● Υποκ.: γονατάκι (το): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: κόβονται/λύνονται/τρέμουν τα γόνατά/τα πόδια μου (μτφ.-προφ.): από κούραση ή συναισθηματική φόρτιση: Νιώθω να ~ ~. ~ ~ από το δέος/την έκπληξη/τον πόθο/τον φόβο. Με το που τον είδε, του κόπηκαν τα γόνατα. Πβ. παραλύω., μεγαλώνω κάποιον στα γόνατά μου: τον ανατρέφω από πολύ μικρή ηλικία., πέφτω στα γόνατα & σέρνομαι στα γόνατα: γονατίζω, ιδ. για ικεσία: Έπεσε ~ ~ και φίλησε το χώμα.|| (μτφ.) ~ ~ κλαίγοντας/ταπεινωμένος. ~ ~ και ζητώ συγχώρεση. Λυπήσου με, ~ ~ά σου! Πβ. εκλιπαρώ, ικετεύω, παρακαλώ, πέφτω στα τέσσερα, ρίχνομαι/πέφτω/σέρνομαι στα πόδια (κάποιου). [< γαλλ. tomber à genoux] , στο γόνατο (μτφ.): πρόχειρα, χωρίς επιμέλεια: Η δουλειά/μελέτη έγινε ~ ~. Πβ. στο πόδι., θα τον/τη σφάξω στο γόνατο βλ. σφάζω [< μτγν. γόνατον]
11116γόνδολαγόν-δο-λα ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. μακρόστενο ελαφρύ σκάφος με ένα κουπί και υπερυψωμένη πλώρη (σχήματος S) και πρύμνη, για τη μετακίνηση στα κανάλια της Βενετίας: Βλ. πιρόγα.|| (κατ' επέκτ. για οτιδήποτε έχει το αντίστοιχο σχήμα:) Τηλέφωνο (τύπου) ~. [< βεν. gondola]
11117γονδολιέρηςγον-δο-λιέ-ρης ουσ. (αρσ.): οδηγός γόνδολας. Βλ. βαρκάρης, -ιέρης. [< ιταλ. gondoliere]
11118γονέαςγο-νέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {γον-είς, -έων} 1. & (προφ.) γονιός: ο πατέρας ή η μητέρα κάποιου: στοργικός/υπερπροστατευτικός ~. Σχέση ~α-παιδιού. Οικογένειες με έναν ~α (= μονογονεϊκές). Πβ. γεννήτορας. Βλ. μονο~. 2. ΠΛΗΡΟΦ. {στο αρσ.} κόμβος-ρίζα ιεραρχικά ανώτερος από άλλους κόμβους του ίδιου δενδροδιαγράμματος. ● γονείς & (προφ.) γονιοί (οι): ο πατέρας και η μητέρα κάποιου: ανάδοχοι/ανύπαντροι/βιολογικοί/θετοί/μελλοντικοί/φυσικοί ~.|| (κατ' επέκτ.) Οι ~ του σκύλου. ● ΣΥΜΠΛ.: σύλλογος γονέων και κηδεμόνων: σωματείο που απαρτίζουν οι γονείς και κηδεμόνες των μαθητών ενός σχολείου. ● ΦΡ.: και των γονέων (προφ.-επιτατ.): για να δηλωθεί ότι κάτι, συνήθ. αρνητικό, συμβαίνει σε πολύ μεγάλο βαθμό: πείνα/πίκρα/φτώχεια ~ ~., αμαρτίαι/αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα βλ. αμαρτία [< 1: αρχ. γονεύς 2: αγγλ. parent]
11119γονεϊκός, ή, ό γο-νε-ϊ-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τους γονείς: ~ή: αγάπη/αποξένωση/ευθύνη/ισότητα/σχέση/φροντίδα. ~ό: πρότυπο. Βλ. δι~, μονο~. ΣΥΝ. γονικός (1)
11120γονεϊκότηταγο-νε-ϊ-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα και ο ρόλος του γονέα. Βλ. δι~, μονο~, μητρ-, πατρ-ότητα. [< αγγλ. parenting, 1958, γαλλ. parentalité, 1985]
11121γονείςβλ. γονέας
11123γονιδιακός, ή, ό γο-νι-δι-α-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα γονίδια: ~ός: έλεγχος. ~ή: ανάλυση/αποτύπωση/θεραπεία (= γονιδιοθεραπεία)/μετάλλαξη. ~ά: φάρμακα (πβ. ευγονική). Πβ. γενετ-, κληρονομ-ικός. Βλ. δια~, πολυ~. ● επίρρ.: γονιδιακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~ καθοριζόμενα χαρακτηριστικά. ● ΣΥΜΠΛ.: γονιδιακή έκφραση & έκφραση γονιδίων/του γονιδίου: ΒΙΟΛ. μεταγραφή της πληροφορίας που περιέχεται στο DNA σε μόρια αγγελιοφόρου RNA (mRNA), τα οποία στη συνέχεια μεταφράζονται σε πρωτεΐνες, με τις οποίες ελέγχεται η δομή και η λειτουργία των κυττάρων και κατ΄επέκτ. του οργανισμού. [< αγγλ. gene expression] , γονιδιακό ντόπινγκ: μέθοδος ντόπινγκ βασισμένη στη χρήση γονιδίων που έχουν τη δυνατότητα να αλλάξουν τη γενετική δομή των αθλητών, ώστε το σώμα τους να παράγει ορμόνες που μπορούν να βελτιώσουν τις επιδόσεις τους., γενετικός/γονιδιακός χάρτης βλ. γενετικός, γονιδιακή/γενετική δεξαμενή βλ. δεξαμενή [< αγγλ. genic, 1922, γαλλ. génique, 1936]
11124γονίδιογο-νί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {γονιδί-ου | -ων} 1. ΒΙΟΛ. θεμελιώδης φυσική μονάδα της κληρονομικότητας αποτελούμενη από μία συγκεκριμένη αλληλουχία DNA, η οποία καταλαμβάνει μοναδιαία θέση σε κάποιο χρωμόσωμα, συνθέτει το γονιδίωμα ενός οργανισμού, μεταφέρεται από γενιά σε γενιά και μεταφράζεται συνήθ. σε πρωτεΐνη: αλληλόμορφα/δομικά/επικρατή (πβ. κυρίαρχα)/ρυθμιστικά/υπολειπόμενα (πβ. υποτελή) ~α. Αναγνώριση/διασταυρώσεις/εμφύτευση/κλωνοποίηση/μετάλλαξη/χαρτογράφηση ~ων. Πβ. γενετικό υλικό. Βλ. RNA, γονό-, φαινό-τυπος, βιοηθ-, γενετ-, ευγον-ική, ογκο~, -ίδιο. 2. (μτφ.-συχνά αρνητ. συνυποδ.) συστατικό στοιχείο, γνώρισμα της προσωπικότητας: Έχει το ~ της απληστίας/της διαπλοκής/της πολιτικής. ● ΣΥΜΠΛ.: ογκοκατασταλτικά (γονίδια) βλ. ογκοκατασταλτικός ● ΦΡ.: είναι/το έχω στα γονίδιά μου: με χαρακτηρίζει: Η φιλομάθεια είναι ~ ~ μας. [< νεολατ. gonidium, αγγλ. gene, 1911, γαλλ. gène, 1911]
11125γονιδιοθεραπείαγο-νι-δι-ο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. μορφή θεραπείας κληρονομικών διαταραχών σε μοριακό επίπεδο, που έχει ως στόχο να διορθώσει τις υπάρχουσες γενετικές ανωμαλίες. Βλ. -θεραπεία. [< αγγλ. gene therapy, 1970, γαλλ. génothérapie, 1987]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.