Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [12000-12020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
11124γονίδιογο-νί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {γονιδί-ου | -ων} 1. ΒΙΟΛ. θεμελιώδης φυσική μονάδα της κληρονομικότητας αποτελούμενη από μία συγκεκριμένη αλληλουχία DNA, η οποία καταλαμβάνει μοναδιαία θέση σε κάποιο χρωμόσωμα, συνθέτει το γονιδίωμα ενός οργανισμού, μεταφέρεται από γενιά σε γενιά και μεταφράζεται συνήθ. σε πρωτεΐνη: αλληλόμορφα/δομικά/επικρατή (πβ. κυρίαρχα)/ρυθμιστικά/υπολειπόμενα (πβ. υποτελή) ~α. Αναγνώριση/διασταυρώσεις/εμφύτευση/κλωνοποίηση/μετάλλαξη/χαρτογράφηση ~ων. Πβ. γενετικό υλικό. Βλ. RNA, γονό-, φαινό-τυπος, βιοηθ-, γενετ-, ευγον-ική, ογκο~, -ίδιο. 2. (μτφ.-συχνά αρνητ. συνυποδ.) συστατικό στοιχείο, γνώρισμα της προσωπικότητας: Έχει το ~ της απληστίας/της διαπλοκής/της πολιτικής. ● ΣΥΜΠΛ.: ογκοκατασταλτικά (γονίδια) βλ. ογκοκατασταλτικός ● ΦΡ.: είναι/το έχω στα γονίδιά μου: με χαρακτηρίζει: Η φιλομάθεια είναι ~ ~ μας. [< νεολατ. gonidium, αγγλ. gene, 1911, γαλλ. gène, 1911]
11125γονιδιοθεραπείαγο-νι-δι-ο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. μορφή θεραπείας κληρονομικών διαταραχών σε μοριακό επίπεδο, που έχει ως στόχο να διορθώσει τις υπάρχουσες γενετικές ανωμαλίες. Βλ. -θεραπεία. [< αγγλ. gene therapy, 1970, γαλλ. génothérapie, 1987]
11126γονιδιοτοξικός, ή, ό βλ. γονοτοξικός
11127γονιδίωμαγο-νι-δί-ω-μα ουσ. (ουδ.) {γονιδιώμ-ατος}: ΒΙΟΛ. το σύνολο των γονιδίων και των γενετικών πληροφοριών που περιέχονται στα χρωμοσώματα ενός οργανισμού: το ~ του ανθρώπου/ενός φυτού. Αποκωδικοποίηση/δομή/τροποποίηση του ~ατος. Το ανθρώπινο ~ διαθέτει περίπου σαράντα χιλιάδες γονίδια. Βλ. γενετικό υλικό, γενετικός/γονιδιακός χάρτης, γονότυπος, πρωτέωμα. ΣΥΝ. γένωμα [< γερμ. Genom, 1920, αγγλ. genome, 1930, γαλλ. génome, 1930]
11128γονιδιωματικήγο-νι-δι-ω-μα-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.-ΠΛΗΡΟΦ. μελέτη του γονιδιώματος ενός έμβιου οργανισμού: δομική/λειτουργική/συγκριτική/υπολογιστική ~. Βλ. βιοπληροφορική, βιοτεχνολογία, πρωτεομική. [< génomique, περ. 1950, αγγλ. genomics, 1987]
11129γονιδιωματικός, ή, ό γο-νι-δι-ω-μα-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με το γονιδίωμα: ~ή: ανάλυση/ιατρική. Βλ. γονιδιακός, γονοτυπικός. ● ΣΥΜΠΛ.: γονιδιωματική βιβλιοθήκη: συλλογή κλωνοποιημένων τμημάτων του συνολικού DNA ενός οργανισμού, το καθένα από τα οποία διατηρείται ξεχωριστά. Βλ. τράπεζα γενετικού υλικού. [< αγγλ. genomic, 1934, γαλλ. génomique, περ. 1950]
11130γονικός, ή, ό γο-νι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τους γονείς: ~ός: έλεγχος (π.χ. για την πρόσβαση των παιδιών στο διαδίκτυο). ~ή: αποξένωση/ευθύνη/φροντίδα. ~ό: επίδομα. ~ές: υποχρεώσεις. Απαραίτητη/επιθυμητή η ~ή συναίνεση (: χαρακτηρισμός καταλληλότητας τηλεοπτικών προγραμμάτων) Βλ. μητρ-, πατρ-ικός, πατρο~, προ~. ΣΥΝ. γονεϊκός 2. ΠΛΗΡΟΦ. που βρίσκεται σε υψηλότερη ιεραρχικά βαθμίδα σε σχέση με κάτι άλλο, το οποίο και περικλείει: ~ός: κατάλογος/φάκελος. ~ή: διεργασία. ΣΥΝ. πατρικός (4) ● ΣΥΜΠΛ.: γονική άδεια: ΝΟΜ. που χορηγείται σε κάθε εργαζόμενο γονιό με ανήλικο τέκνο, για την εκπλήρωση γονεϊκών ευθυνών: ~ ~ ανατροφής., γονική παροχή: ΝΟΜ. μεταβίβαση με συμβολαιογραφική πράξη περιουσιακού στοιχείου από τον γονέα προς το παιδί, χωρίς την απαίτηση ανταλλάγματος: Έκανε το σπίτι του ~ ~ (στον γιο του)., γονική μέριμνα βλ. μέριμνα [< αρχ. γονικός 2: αγγλ. parent]
11131γονιμικός, ή, ό γο-νι-μι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με τη γονιμότητα: ~ή: θεότητα. ~ό: σύμβολο. ~ές: τελετουργίες. ~ά: δρώμενα/έθιμα. Βλ. ευετηριακός.
11132γονιμοποίησηγο-νι-μο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ. ένωση αρσενικού με θηλυκό γαμέτη για την παραγωγή ζυγωτού: ~ του ωαρίου (από ένα σπερματοζωάριο). Τεχνητή (: εξωσωματική ή ενδοσωματική)/φυσική ~. Πβ. σύλληψη. Βλ. αναπαραγωγή, αυτο~, μικρο~, σταυρο~. 2. (μτφ.) διεργασία που οδηγεί σε μια νέα δημιουργία, μια καινούργια κατάσταση: ~ ιδεών/της σκέψης/της τέχνης. Βλ. κυοφορία, -ποίηση. ● ΣΥΜΠΛ.: εξωσωματική γονιμοποίηση βλ. εξωσωματικός [< γαλλ. fécondation]
11133γονιμοποιός, ός, ό γο-νι-μο-ποι-ός επίθ. (λόγ.) & γονιμοποιητικός: που έχει τη δυνατότητα να γονιμοποιεί: ~ός: δύναμη (= δημιουργική)/ικανότητα. Βλ. -ποιός. [< μτγν. γονιμοποιός, γαλλ. fécondant]
11134γονιμοποιώ[γονιμοποιῶ] γο-νι-μο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {γονιμοποι-εί, -ώντας | γονιμοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, (σπάν.) -ούμενος, -ημένος} 1. συμβάλλω στη γέννηση ενός νέου οργανισμού μέσω της διαδικασίας της αναπαραγωγής: ~ημένα αβγά/ωάρια (από σπερματοζωάρια). Βλ. -ποιώ. 2. (μτφ.) επιδρώ έτσι, ώστε να προκύψει κάτι καινούργιο: Εικόνες που ~ούν τη σκέψη και τη φαντασία. Ιδέες που ~ησαν το όραμα της ελευθερίας. [< γαλλ. féconder]
11135γόνιμος, η, ο γό-νι-μος επίθ. 1. (για γη) που αποδίδει καρπούς: ~ος: τόπος. ~ο: χώμα. Πβ. εύφορος, καρποφόρος, παραγωγικός. ΑΝΤ. άγονος (2) 2. (μτφ.) δημιουργικός, αποδοτικός: ~ος: διάλογος/προβληματισμός. ~η: αντιπαράθεση/συζήτηση/συνεργασία/φαντασία. Πβ. αποτελεσματικός, τελεσφόρος. Βλ. επινοητ-, εποικοδομητ-, εφευρετ-ικός. 3. που μπορεί να γονιμοποιήσει ή να γονιμοποιηθεί: ~ο: σπέρμα.|| ~η: γυναίκα (= καρπερή). ~ο: ωάριο.|| (συνεκδ.) ~η: ηλικία (= αναπαραγωγική). ΑΝΤ. στείρος (1) ● επίρρ.: γόνιμα ● ΣΥΜΠΛ.: γόνιμες (η)μέρες: διάστημα του έμμηνου κύκλου της γυναίκας, πριν και μετά την ωορρηξία, διάρκειας δύο έως πέντε ημερών, κατά το οποίο είναι πιθανότερη η σύλληψη., πρόσφορο/γόνιμο/εύφορο έδαφος/κλίμα/πεδίο βλ. έδαφος [< 1, 3: αρχ. γόνιμος]
11136γονιμότηταγο-νι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του γόνιμου: ανδρική/γυναικεία ~. Υψηλή/χαμηλή ~. Εξετάσεις ~ας. Βλ. γεννητικ-, στειρ-ότητα.|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) Δείκτης/ποσοστό ~ας. Βλ. υπο~.|| ~ της γης/του εδάφους. Πβ. ευφορία. ΑΝΤ. ακαρπία, αφορία.|| (μτφ.) Καλλιτεχνική ~. Πβ. δημιουργικ-, παραγωγικ-ότητα. [< μτγν. γονιμότης]
11137γονιόςγο-νιός ουσ. (αρσ.) (προφ.): γονέας. Βλ. μονο~.
11138γονοκοκκικός, ή, ό γο-νο-κοκ-κι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που οφείλεται στον γονόκοκκο: ~ή: λοίμωξη/ουρηθρίτιδα. [< γαλλ. gonococcique, αγγλ. gonococcal]
11139γονόκοκκοςγο-νό-κοκ-κος ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. είδος βακτηρίου (επιστ. ονομασ. Neisseria gonorrhoea) που προκαλεί γονόρροια. [< γαλλ. gonocoque , αγγλ. gonococcus]
11140γονόρροιαγο-νόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. βλεννόρροια. [< μτγν. γονόρροια, γαλλ. gonorrhée, αγγλ. gonorrhœa]
11141γόνοςγό-νος ουσ. (αρσ.) 1. (λόγ.) τέκνο, απόγονος: ~ αριστοκρατικής/εφοπλιστικής/καλής/πλούσιας οικογένειας. Πβ. παιδί. Βλ. πρόγονος. 2. ΙΧΘΥΟΛ. -ΖΩΟΛ. νεογέννητα ψάρια, προνύμφες ή αβγά ψαριών ή εντόμων: Παραγωγή ~ου τσιπούρας. Αλίευση/εκτροφή ~ων. Εμπλουτισμός υγρότοπων με ~ους. Πβ. ιχθύδιο.|| ~ στρειδιών.|| Ο ~ των μελισσών. [< αρχ. γόνος]
11144γονοτοξικός, ή, ό γο-νο-το-ξι-κός επίθ. & γονιδιοτοξικός: ΒΙΟΧ. (για τοξίνη) που μπορεί να προκαλέσει γενετικές ανωμαλίες, βλάβη στο γενετικό υλικό: ~ή: δράση. ~ές καρκινογόνες ουσίες. Βλ. νευροτοξικός. [< αγγλ. genotoxic, 1974, γαλλ. génotoxique]
11145γονοτοξικότηταγο-νο-το-ξι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & γονιδιοτοξικότητα: ΒΙΟΧ. η ιδιότητα του γονοτοξικού: κίνδυνοι ~ας και καρκινογένεσης. Βλ. νευροτοξικότητα. [< αγγλ. genotoxicity, 1980, γαλλ. génotoxicité]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.