Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [12020-12040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
11148γόνυγό-νυ ουσ. (ουδ.) {μόνο σε ονομαστ. κ. αιτ.} (αρχαιοπρ.): γόνατο. ● ΦΡ.: κλίνω (το) γόνυ (μτφ.) 1. εκφράζω βαθύ σεβασμό: Ο λαός/η χώρα ~ει (ευλαβικά) ~ μπροστά στη θυσία των .../στο μνημείο των πεσόντων. 2. υποτάσσομαι: Δεν κλίνουν ~ σε καμιά εξουσία. Πβ. προσκυνώ. [< αρχ. γόνυ]
11149γονυκλινήςγο-νυ-κλι-νής επίθ. {γονοκλιν-ούς | -είς} (λόγ.): γονυπετής. Προσευχόταν ~. [< μτγν. γονυκλινής]
11150γονυκλισίαγο-νυ-κλι-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): γονάτισμα σε ένδειξη ευλάβειας, σεβασμού ή υποταγής: ~ (μπροστά) στην εικόνα (: για προσκύνημα).|| (μτφ.-μειωτ.) Κάνει ~ες στους ισχυρούς. Βλ. δουλοπρέπεια, υποτέλεια. [< μτγν. γονυκλισία]
11151γονυπετήςγο-νυ-πε-τής επίθ. {γονυπετ-ούς | -είς} (λόγ.): γονατιστός, σε ένδειξη ευλάβειας, ταπείνωσης ή σεβασμού: Εκλιπαρούσε/ζήτησε συγγνώμη ~. ΣΥΝ. γονυκλινής ● επίρρ.: γονυπετώς [-ῶς] [< αρχ. γονυπετής]
11152γόπαγό-πα ουσ. (θηλ.) 1. ΙΧΘΥΟΛ. μικρό ψάρι (επιστ. ονομασ. Boops boops) με ασημί πλευρά και κοιλιά, το οποίο ζει κοπαδιαστά στη Μεσόγειο και τον Α. Ατλαντικό. 2. (προφ.) αποτσίγαρο: ~ες από τσιγάρα. [< 1: μτγν. βόωψ, βόαξ]
11153γοργο- & γοργό-(λογοτ.): α' συνθετικό επιθέτων με τη σημασία του γρήγορου: γοργο-κίνητος/~πόδαρος/~τάξιδος. Γοργό-φτερος. Βλ. ταχυ-.
11154γοργοκίνητος, η, ο γορ-γο-κί-νη-τος επίθ. (λογοτ.): που κινείται γρήγορα: ~ο: καράβι (= γοργοτάξιδο). Πβ. ταχυκίνητος. Βλ. -κίνητος. ΑΝΤ. αργοκίνητος, βραδυκίνητος
11155γοργόναγορ-γό-να ουσ. (θηλ.) 1. ΜΥΘ.-ΛΑΟΓΡ. μυθική θαλασσινή οντότητα με σώμα γυναίκας από τη μέση και πάνω και ψαριού από τη μέση και κάτω· κατ' επέκτ. ακρόπρωρο με αναπαράστασή της. 2. (μτφ.) καλλίγραμμη, λυγερή γυναίκα: ~ μου εσύ! [< μτγν. γοργόνη, αρχ. Γοργώ, Γοργών 'μυθικό τέρας']
11156γοργοπόδαρος, η, ο γορ-γο-πό-δα-ρος επίθ. (λογοτ.): που τρέχει γρήγορα. Πβ. λαγο-, φτερο-πόδαρος. [< μεσν. γοργοπόδαρος]
11157γοργός, ή, ό γορ-γός επίθ. (λόγ.): γρήγορος: ~ή: εξάπλωση. ~ές: κινήσεις. Με βήμα ~ό/~ούς ρυθμούς. Πβ. ζωηρός, σβέλτος, ταχύς. ΑΝΤ. αργός (1) ● επίρρ.: γοργά ● ΦΡ.: το γοργό(ν) και χάριν έχει (παροιμ.): για την ενθάρρυνση της άμεσης, χωρίς δισταγμό ή καθυστέρηση, τέλεσης μιας πράξης ή λήψης μιας απόφασης. Βλ. όποιος βιάζεται σκοντάφτει, σπεύδε βραδέως. [< μτγν. γοργός]
11158γοργοτάξιδος, η, ο γορ-γο-τά-ξι-δος επίθ. (λογοτ.): (για καράβι) που ταξιδεύει γρήγορα, με μεγάλη ταχύτητα. Πβ. ταχύπλοος. ΑΝΤ. βραδυκίνητος
11159γοργότηταγορ-γό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): γρηγοράδα, ταχύτητα. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. βραδύτητα [< μτγν. γοργότης]
11160γοργόφτερος, η, ο γορ-γό-φτε-ρος επίθ. (λογοτ.): (για πουλί) που πετά γρήγορα. [< μεσν. γοργόπτερος]
11161γόρδιοςγόρ-δι-ος επίθ.: στο ● ΣΥΜΠΛ.: γόρδιος δεσμός: δυσεπίλυτο, δύσκολο, περίπλοκο πρόβλημα· μπερδεμένη κατάσταση: Το ασφαλιστικό/η ανεργία αποτελεί ~ο ~ό για την κυβέρνηση. Κατάφερε να κόψει/λύσει τον ~ο ~ό (: να δώσει δυναμική λύση). [< γερμ. Gordischer Knoten, γαλλ. nœud gordien] [< αρχ. Γόρδιον, φρυγική πόλη]
11162γορίλαςγο-ρί-λας ουσ. (αρσ.) {-ών κ. -ίλων} 1. ΖΩΟΛ. ο μεγαλύτερος και εξυπνότερος ανθρωποειδής πίθηκος (επιστ. ονομασ. Gorilla gorilla) με μαύρο τρίχωμα, μεγάλο κεφάλι και μακριά χέρια, ο οποίος περπατάει στα τέσσερα, είναι φυτοφάγος, μπορεί να αναρριχάται και ζει σε οικογενειακό περιβάλλον κατά μικρές ομάδες στα δάση της τροπικής Αφρικής. Βλ. γίββωνας, ουρακοτάγκος, χιμπατζής. 2. (μτφ.-μειωτ.) άνδρας σωματώδης με άξεστη ή βίαιη συμπεριφορά· ειδικότ. σωματοφύλακας, μπράβος. Πβ. αγριάνθρωπος.|| Εμφανίστηκε περιτριγυρισμένος από τους ~ες του. Πβ. φουσκωτός. ● Υποκ.: γοριλάκι (το): στη σημ.1. [< μτγν. Γόριλλαι (αἱ) 'φυλή τριχωτών γυναικών', νεολατ. gorilla 2: γαλλ. gorille, 1954]
11164γοτθικός

, ή, ό γοτ-θι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους Γότθους: ~ός: ναός (: με χαρακτηριστικά οξυκόρυφα τόξα και θόλο με νευρώσεις)/ρυθμός. ~ή: αρχιτεκτονική/τέχνη. ~ά: γράμματα. Βλ. νεο~. ● ΣΥΜΠΛ.: γοτθική γραφή: τύπος γραφής του λατινικού αλφαβήτου με όρθιους χαρακτήρες που σχηματίζουν γωνίες., γοτθικό μυθιστόρημα: ΛΟΓΟΤ. λογοτεχνικό έργο στο οποίο κυριαρχεί ατμόσφαιρα μυστηρίου και τρόμου. Βλ. γκόθικ. [< μτγν. Γοτθικός, γαλλ. gothique]

11165γουουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): το γράμμα γάμα.
11166γουάι φάιγου-ά-ι φά-ι ουσ. (ουδ.) & Wi-Fi: ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. ασύρματο δίκτυο με κυριότερες εφαρμογές την πρόσβαση στο ίντερνετ, την τηλεφωνία μέσω διαδικτύου και τη σύνδεση μεταξύ ηλεκτρονικών συσκευών. Βλ. χάι-φάι, χοτ σποτ. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Wi-Fi, wi(reless) + fi(delity), 1999]
11167γουακαμόλεβλ. γκουακαμόλε
11168γουανίνηγου-α-νί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. βάση πουρίνης, μία από τις τέσσερις αζωτούχες βάσεις των νουκλεϊνικών οξέων (DNA, RNA). Βλ. αδεν-, θυμ-, κυτοσ-ίνη, ουρακίλη. [< γαλλ.-αγγλ. guanine]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.