| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 11169 | γούβα | γού-βα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. μικρό κοίλωμα επιφάνειας, λακκούβα, βαθούλωμα. Έχει γίνει μια ~ στο καπό. Έπεσε σε ~ (= λάκκο). 2. (μειωτ.) περιοχή που βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο από τις γειτονικές: Πώς μπορούν και ζουν σ' αυτή τη ~; ● Υποκ.: γουβίτσα (η): στη σημ. 1. [< μεσν. γούβα] | |
| 11170 | γούγλης | βλ. γκουγκλ | |
| 11171 | γουδί | γου-δί ουσ. (ουδ.): κοίλο σκεύος, συνήθ. ξύλινο ή μεταλλικό, στο οποίο κοπανίζουν με το γουδοχέρι κυρ. συστατικά μαγειρικής και ζαχαροπλαστικής: Έλιωσε/χτύπησε τα καρύδια/το κύμινο/τη μαστίχα στο ~. Πβ. χαβάνι. Βλ. μύλος. ● ΦΡ.: το γουδί, το γουδοχέρι (και τον κόπανο στο χέρι): για επίμονη και κουραστική επανάληψη λόγων ή πράξεων. ΣΥΝ. τα ίδια και τα ίδια, τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου, το βιολί βιολάκι του & το βιολί του & το ίδιο βιολί [< μεσν. γδί(ν)] | |
| 11172 | γουδοχέρι | γου-δο-χέ-ρι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) γουδόχερο: κυλινδρικό εργαλείο, συνήθ. μεταλλικό ή ξύλινο, για κοπάνισμα διάφορων υλικών (μπαχαρικών, ξηρών καρπών, κρέατος) στο γουδί. ● ΦΡ.: το γουδί, το γουδοχέρι (και τον κόπανο στο χέρι) βλ. γουδί | |
| 11173 | γουεμπμάστερ | γου-εμπ-μά-στερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} & γουέμπ-μάστερ: ΔΙΑΔΙΚΤ. διαχειριστής ιστοσελίδας. Βλ. αντμινιστρέιτορ. [< αμερικ. webmaster, 1993, γαλλ. ~, webmestre, 1996] | |
| 11174 | γουέστερν | γου-έ-στερν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΚΙΝΗΜ. είδος αμερικανικής ταινίας με θέμα τη ζωή των Ευρωπαίων αποίκων στην Άγρια Δύση και τις μάχες με τους Ινδιάνους για την επικράτηση στα εδάφη της (19ος-αρχές του 20ού αι.)· καουμπόικη ταινία. κλασικά ~. ΣΥΝ. καουμπόικο ● ΣΥΜΠΛ.: σπαγγέτι γουέστερν (παλαιότ.): γουέστερν ιταλικής παραγωγής. [< αγγλ. spaghetti western, 1967] [< αμερικ. western, 1912, γαλλ. ~, 1919] | |
| 11175 | γουικέντ | γου-ι-κέντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & γουίκ-εντ (προφ.): σαββατοκύριακο. [< αγγλ. weekend, γαλλ. week-end, 1906] | |
| 11176 | γουικιπαίδεια | βλ. βικιπαίδεια | |
| 11177 | γουίντ σέρφινγκ | γου-ίντ σέρ-φινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. σέρφινγκ με ιστιοσανίδα. [< αμερικ. windsurfing, 1969] | |
| 11178 | γουίντσερφ | γου-ίντ-σερφ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & γουιντσέρφ: ΑΘΛ. ιστιοσανίδα· (συνήθ. κατ΄επέκτ.) γουίντ-σέρφινγκ. Πβ. σερφ. [< αμερικ. windsurf, 1969, γαλλ. ~, 1972] | |
| 11179 | γουλί | γου-λί (προφ.) 1. (ως επίρρ.-μτφ.) για ξυρισμένο ή φαλακρό κεφάλι: Κουρεύτηκε/τον έκανε ~. Πβ. γλόμπος. 2. ΒΟΤ. {ως ουδ. ουσ.} είδος κράμβης (επιστ. ονομασ. Brassica napus, ποικιλία napobrassica) και κατ' επέκτ. στρογγυλή εδώδιμη ρίζα ή τρυφερός βλαστός φυτού. Βλ. γογγύλι, ελαιοκράμβη, κοκκινογούλι. [< μεσν. γουλίν] | |
| 11180 | γουλιά | γου-λιά ουσ. (θηλ.): μικρή ποσότητα υγρού που καταπίνεται με τη μία: μια ~ καφέ/κρασί/νερό. Με μικρές ~ιές. Πιες το ~ ~ (= σιγά-σιγά, αργά). Με μια ~ (πβ. απνευστί, μονοκοπανιά). Πβ. ρουφηξιά, τζούρα. Βλ. μπουκιά. ● Υποκ.: γουλίτσα (η) [< μεσν. γουλιά] | |
| 11181 | γουλιανός | γου-λια-νός ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. μεγάλο σαρκοφάγο ψάρι (επιστ. ονομασ. Silurus glanis) των γλυκών νερών της Ευρώπης με μακρόστενο σώμα χωρίς λέπια και μεγάλα μουστάκια. ΣΥΝ. σίλουρος [< αρχ. γλάνιος] | |
| 11182 | γούμενα | γού-με-να ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. παλαμάρι. Βλ. μπίντα. [< μεσν. γούμενα] | |
| 11183 | γούμενος | βλ. ηγούμενος | |
| 11184 | γούνα | γού-να ουσ. (θηλ.) 1. το πυκνό και μαλακό τρίχωμα ορισμένων θηλαστικών ή/και το δέρμα που καλύπτεται από αυτό: ~ αλεπούς/αρκούδας/βιζόν. Ζώο με απαλή/ωραία ~. Η γάτα γλείφει/καθαρίζει τη ~ της. 2. (κυρ. συνεκδ.) κατεργασμένη γούνα και το ένδυμα, ιδ. παλτό, που κατασκευάζεται από αυτή ή αποτελεί απομίμησή της: γιακάς/καπέλο/μανσόν από ~. Βλ. αστρακάν, ρενάρ.|| Αληθινή (= φυσική)/οικολογική/συνθετική (= τεχνητή, ψεύτικη) ~. Βάζω/φορώ τη ~ μου. Τυλιγμένη με τη ~ της. Κατάστημα με ~ες και δερμάτινα είδη. ● Υποκ.: γουνάκι (το), γουνίτσα (η) ● ΦΡ.: έχω ράμματα για τη γούνα (κάποιου) (προφ.): (συνήθ. ως απειλή) έχω επιβαρυντικά στοιχεία εναντίον του: Μη μου αντιμιλάς, γιατί ~ ~ σου!, καίω τη γούνα (κάποιου) (μτφ.-προφ.): βλάπτω, ζημιώνω: Οι αποκαλύψεις τού έκαψαν τη γούνα.|| Έχει καεί η γούνα μου πολλές φορές (: την έχω πάθει, πατήσει). Πβ. τσουρουφλίζω. [< μεσν. γούνα < λατ. gunna] | |
| 11185 | γουναράδικο | γου-να-ρά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): βιοτεχνία ή κατάστημα πώλησης γουναρικών. Βλ. -άδικο. | |
| 11186 | γουναράς | γου-να-ράς ουσ. (αρσ.) (προφ.): επαγγελματίας που ασχολείται με την κατεργασία ή/και την πώληση γουναρικών. Βλ. -άς. [< μεσν. γουναράς] | |
| 11187 | γουναρικά | γου-να-ρι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. γουναρικό}: γούνινα ενδύματα, ιδ. παλτό ή ζακέτες: δερμάτινα και ~. | |
| 11188 | γουναρική | γου-να-ρι-κή ουσ. (θηλ.): η τέχνη και η τεχνική επεξεργασίας της γούνας. Πβ. γουνοποιία. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ