| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 11189 | γούνινος | , η, ο γού-νι-νος επίθ.: που είναι φτιαγμένος από γούνα: ~ος: γιακάς. ~η: επένδυση/ζακέτα. ~ο: καπέλο/παλτό. Βλ. δερμάτ-, καστόρ-ινος.|| ~ο: αρκουδάκι (= λούτρινο). | |
| 11190 | γουνοποιία | γου-νο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): επεξεργασία της γούνας και κατασκευή γουναρικών· κυρ. συνεκδ. η αντίστοιχη βιοτεχνία ή βιομηχανία. Πβ. γουναρική. Βλ. -ποιία. | |
| 11191 | γουόκ | γου-όκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. κοίλο σκεύος μαγειρικής με ψηλά τοιχώματα που μοιάζει με βαθύ τηγάνι και χρησιμοποιείται κυρ. στην κινεζική κουζίνα. Βλ. νουντλς, σπρινγκ ρολ. [< αγγλ. wok, 1952, γαλλ. ~, 1980] | |
| 11192 | γουόκι-τόκι | γου-ό-κι τό-κι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ασύρματος πομποδέκτης. Πβ. ραδιοτηλέφωνο, σιμπί. [< αγγλ. walkie-talkie, περ. 1939] | |
| 11193 | γουόκμαν | γου-όκ-μαν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.): ΤΕΧΝΟΛ. φορητό ραδιοκασετόφωνο με ακουστικά. Βλ. άιποντ, σιντί πλέιερ. [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. Walkman, 1980] | |
| 11195 | γουότερ-πόλο | γου-ό-τερ πό-λο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. πόλο, υδατοσφαίριση. | |
| 11194 | γουοτεργκέιτ | γου-ο-τερ-γκέ-ιτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΠΟΛΙΤ. κάθε πολιτικό σκάνδαλο διαφθοράς που σχετίζεται με κατάχρηση εξουσίας, δωροδοκία, παρακώλυση της δικαιοσύνης και συνήθ. προσπάθεια συγκάλυψης: ελληνικό/νέο ~. [< αμερικ. Watergate, 1973] | |
| 11196 | γούπατο | γού-πα-το ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): γούβα, λάκκος. | |
| 11197 | γουργουρητό | γουρ-γου-ρη-τό ουσ. (ουδ.) & γουργούρισμα (προφ.): ήχος που παράγεται, όταν γουργουρίζει κάτι: ~ της κοιλιάς. Το ~ της γάτας/των περιστεριών.|| (κατ' επέκτ.) Το ~ της καφετιέρας/του κινητήρα/του ψυγείου. Βλ. -ητό. | |
| 11198 | γουργουρίζει | γουρ-γου-ρί-ζει ρ. (αμτβ.) {γουργούρι-σε} (προφ.) για τον ήχο που κάνουν 1. τα έντερα κατά τη μετακίνηση υγρών και αερίων: ~ η κοιλιά/το στομάχι μου (= πεινώ). 2. η γάτα από ευχαρίστηση ή το περιστέρι ως ερωτικό κάλεσμα. [< ηχομιμητ. λ.] | |
| 11199 | γουργούρισμα | βλ. γουργουρητό | |
| 11200 | γούρι | γού-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.): οτιδήποτε θεωρείται ότι φέρνει τύχη· κατ' επέκτ. καλοτυχία: ~ια και φυλαχτά. Τα ~ια του νέου έτους (: διακοσμητικά αντικείμενα, όπως ρόδια και καραβάκια, με εγχάρακτη χρονολογία). Μου έδωσε ένα μενταγιόν για ~. Το έχω για ~, δεν το αποχωρίζομαι ποτέ. Είσαι το ~ μου! Βλ. λαγοπόδαρο, πέταλο, τριφύλλι.|| Μπες με το δεξί, για να μας φέρεις ~ (βλ. ποδαρικό). (ως επιφών.) ~ ~ (: για κρασί ή καφέ που χύθηκε, για γυαλί που έσπασε)! ΑΝΤ. γκαντεμιά, γρουσουζιά, κακοτυχία ● ΦΡ.: αλλάζει/γυρίζει το γούρι: αρχίζουν να καλυτερεύουν τα πράγματα (ύστερα από περίοδο κακοτυχίας): Να κάνουμε κανένα ευχέλαιο, μπας και αλλάξει/γυρίσει ~ ~., μου πάει γούρι: έχω καλή τύχη: Λες να μας ~ ~ αυτή η χρονιά; Βλ. ρέντα. [< τουρκ. uğur] | |
| 11201 | γούρικος | , η, ο γού-ρι-κος επίθ. (προφ.): που θεωρείται πως φέρνει γούρι: ~ος: αριθμός. ~η: μέρα/χρονιά. ΣΥΝ. γουρλίδικος, τυχερός (2) ΑΝΤ. γκαντέμικος, γρουσούζικος | |
| 11202 | γουρλής | γουρ-λής ουσ. (αρσ.) , γουρλού (η) (προφ.): (για πρόσ.) που θεωρείται πως φέρνει καλή τύχη (στους άλλους): Να μας κάνει ποδαρικό που είναι και ~. Βλ. -λής. ΑΝΤ. γκαντέμης, γρουσούζης (1), κατσικοπόδαρος [< τουρκ. uğurlu] | |
| 11203 | γουρλίδικος | , η, ο γουρ-λί-δι-κος επίθ. (προφ.): γούρικος. Βλ. -ίδικος. | |
| 11204 | γουρλομάτης | , α, ικο γουρ-λο-μά-της επίθ./ουσ. (προφ.): που έχει γουρλωμένα μάτια. Πβ. αβγουλομάτης. Βλ. -μάτης. ● Ουσ.: γουρλομάτης (ο): ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι του πελάγους (επιστ. ονομασ. Argentina sphyraena) με μακρύ και λεπτό ασημί σώμα και σκούρα πράσινη ράχη. [< μεσν. γουρλομάτης] | |
| 11205 | γούρλωμα | γούρ-λω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γουρλώνω: ~ των ματιών. | |
| 11206 | γουρλώνω | γουρ-λώ-νω ρ. (μτβ.) {γούρλω-σα, -μένος, γουρλών-οντας} (προφ.): ανοίγω τα μάτια διάπλατα, εστιάζοντας σε ένα σημείο, συνήθ. από φόβο, ταραχή ή έκπληξη: ~σε τα μάτια της απορημένη. [< μεσν. γρυλλώνω] | |
| 11207 | γουρλωτός | , ή, ό γουρ-λω-τός επίθ. (προφ.): για μάτια που εξέχουν από τις κόγχες τους, γουρλωμένα. | |
| 11208 | γούρνα | γούρ-να ουσ. (θηλ.) 1. (κυρ. παλαιότ.) φυσικό ή σκαλιστό κοίλωμα στο οποίο συλλέγεται νερό και ειδικότ. λεκάνη για το πότισμα των ζώων: βρύση με μαρμάρινη ~. Πβ. δεξαμενή, ποτίστρα. 2. κοιλότητα νεροχύτη ή νιπτήρα: διπλή ~. ● Υποκ.: γουρνάκι (το), γουρνίτσα (η) [< μεσν. γούρνα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ