| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 11209 | γουρούνα | γου-ρού-να ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. (υβριστ.) γυναίκα άξεστη, αναίσθητη. Βλ. γαϊδούρα, δαμάλα, κατσίκα, κότα, φοράδα. 2. (μειωτ.) παχιά γυναίκα. Πβ. βουβάλα, χοντρέλα. 3. χαμηλή μοτοσικλέτα μεγάλης σταθερότητας με τέσσερις (ή σπάν. τρεις) πλατιές ρόδες. 4. ΖΩΟΛ. θηλυκό γουρούνι. ΣΥΝ. σκρόφα (2) 5. (σπάν.) είδος κροτίδας. ● Υποκ.: γουρουνίτσα (η) [< 3: αγγλ. all-terrain vehicle (ATV), 1956] | |
| 11210 | γουρούνι | γου-ρού-νι ουσ. (ουδ.) {γουρουν-ιού | -ιών} 1. ΖΩΟΛ. παμφάγο κατοικίδιο θηλαστικό (οικογ. Suidae) με μεγάλο σώμα και κοντά πόδια, που εκτρέφεται για το κρέας και το δέρμα του: άγριο (= αγριογούρουνο, κάπρος)/καλοθρεμμένο ~. Εκτροφή ~ιών. Tο ~ γρυλίζει/σκούζει/κυλιέται στη λάσπη. ΣΥΝ. χοίρος 2. (υβριστ.) άξεστος, χυδαίος ή αναίσθητος άνθρωπος: όρθιο ~. Είναι πολύ ~! Φέρθηκε σαν ~. Πβ. γαϊδούρι, κτήνος. 3. (μειωτ.) χοντρός, λαίμαργος ή βρόμικος άνθρωπος: Tρώω σαν ~. Zει σαν τα ~ια (: μέσα στη βρομιά). ● Υποκ.: γουρουνάκι (το) ● ΦΡ.: (αγοράζω/παίρνω) γουρούνι στο σακί (μτφ.-προφ.): για βιαστική, επιπόλαιη απόφαση, κυρ. σε περιπτώσεις αγοράς ενός προϊόντος ή επιλογής συντρόφου: Να το δω πρώτα! Δεν θα πάρω ~ ~ (πβ. ό,τι κι ό,τι)., όλα τα γουρούνια έχουνε την ίδια μούρη/μια μύτη έχουνε (μειωτ.): για τα κοινά χαρακτηριστικά ανθρώπων που ανήκουν στον ίδιο (επαγγελματικό, πολιτικό, κοινωνικό) χώρο., σαν να σφάζουν γουρούνι (προφ.): για οξύ, διαπεραστικό και ενοχλητικό ήχο., σαπουνίζοντας γουρούνι χάνεις χρόνο και σαπούνι (παροιμ.): ματαιοπονεί όποιος επιδιώκει να αλλάξει τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου. ΣΥΝ. τον αράπη κι αν τον πλένεις, το σαπούνι σου χαλάς [< μεσν. γουρούνιν] | |
| 11211 | γουρουνιά | γου-ρου-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): ενέργεια ή συμπεριφορά που δηλώνει άξεστο άνθρωπο, απρέπεια, χοντράδα. ΣΥΝ. γαϊδουριά | |
| 11212 | γουρουνίσιος | , ια, ιο γου-ρου-νί-σιος επίθ. (προφ.) 1. χοιρινός: ~ιο: κρέας. Βλ. -ίσιος. 2. (κυρ. για συμπεριφορά) απρεπής, άξεστος. | |
| 11213 | γουρουνο- & γουρουνό- | : α' συνθετικό ουσιαστικών με αναφορά στο γουρούνι: γουρουνό-τριχα.|| (μειωτ.) Γουρουνό-φατσα (βλ. αλογομούρης). | |
| 11214 | γουρουνόπουλο | γου-ρου-νό-που-λο ουσ. (ουδ.): μικρό γουρούνι, συνήθ. ως σφάγιο ή ψητό: ~ γάλακτος.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ με πατάτες/σούβλας. Βλ. -όπουλο. [< μεσν. γουρουνόπουλον] | |
| 11215 | γουρουνότριχα | γου-ρου-νό-τρι-χα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): τρίχα γουρουνιού. Βλ. αλογότριχα. ● γουρουνότριχες (οι) (μτφ.): σκληρές τρίχες (στο ανθρώπινο σώμα). ● ΦΡ.: παρά (μία) γουρουνότριχα!: παρά λίγο, παρά τρίχα. [< μεσν. γουρουνότριχα] | |
| 11216 | γουστάρω | γου-στά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {γούσταρ-α κ. γουστάρ-ιζα, γουστάρ-ισα, -οντας} & (σπάν.) γουστέρνω (λαϊκό): μου προκαλεί ευχαρίστηση, μου αρέσει: ~ τα ταξίδια. ~ (πολύ) που κερδίσαμε (= ευχαριστιέμαι, χαίρομαι). ~ει να διαβάζει βιβλία (= τη βρίσκει). Δεν ~ να μου λες τι να κάνω/να τον βλέπω. Δεν ~ πάρε-δώσε/παρτίδες μαζί του. Έλα, όποτε ~εις (= θέλεις, επιθυμείς). Κάνει ό,τι (του) ~ει (= ό,τι του κάνει κέφι, ό,τι του καπνίσει). (νεαν. αργκό) -Λέμε να πάμε για καφέ, θα έρθεις; -Δεν ~.|| (για πρόσ.) Δεν τον ~ καθόλου (= δεν τον πάω). Τη ~ει (: ενν. ερωτικά). ● ΦΡ.: (κι) άμα σου γουστάρει/άμα γουστάρεις!: (ως κατηγορηματική δήλωση) είτε σου αρέσει είτε όχι: Εγώ πάντως θα πάω κι ~ ~!, έτσι γουστάρω/έτσι μου γουστάρει (προφ.): για να δηλώσει κάποιος ρητά πως θα κάνει αυτό που θέλει: Εγώ ~ ~ και σ' όποιον αρέσει! Φεύγω, επειδή ~ ~!, ό,τι γουστάρεις κι αγαπάς! (εμφατ.): ό,τι θες, ό,τι σου αρέσει: Κάνε ~ ~! [< ιταλ. gustare] | |
| 11217 | γουστέρα | γου-στέ-ρα ουσ. (θηλ.) & γκουστέρα: ΖΩΟΛ. κοινή ονομασία διαφόρων ειδών μεγαλόσωμης, συνήθ. πράσινης σαύρας. Βλ. σαμιαμίδι. ● Υποκ.: γουστερίτσα (η) [< σλαβ. gùšter] | |
| 11218 | γούστο | [γοῦστο] γού-στο ουσ. (ουδ.) (προφ.): προσωπική αντίληψη για το ωραίο και ειδικότ. καλλιεργημένη αισθητική, καλαισθησία: ακριβό/απαιτητικό/εκλεπτυσμένο/κακό/καλό/λεπτό/παράξενο/περίεργο/φτηνό ~. Έλλειψη/ζήτημα/θέμα (προσωπικού) ~ου. (Κάτι) δεν ανταποκρίνεται/ταιριάζει στο ~ μου. Βασίζομαι στο/εκτιμώ/εμπιστεύομαι το ~ σου.|| Σπίτι διακοσμημένο με ~. Η φίλη σου έχει ~. Είναι πάντα ντυμένη με ~. ● γούστα (τα) {σπανιότ. στον εν.}: προτιμήσεις· κατ' επέκτ. ιδιοτροπίες, καπρίτσια, παραξενιές: Έχουμε άλλα/τα ίδια ~. Είναι πολύ μοντέρνο ρούχο για τα ~ μου. Φαγητό για όλα τα ~/για κάθε ~ο.|| O καθένας με τα ~ του. Της έχει τέτοια αδυναμία που της κάνει όλα τα ~ (= χατίρια). ● ΦΡ.: (είναι) του γούστου μου: ταιριάζει στην αισθητική μου, μου αρέσει: Αυτές οι ταινίες δεν ~ ~. Τον βρίσκω του ~ ~. Πβ. της αρεσκείας μου., για γούστο & χάρη/χάριν γούστου: για πλάκα: Τον πειράξαμε έτσι, ~ ~., γούστο μου (και) καπέλο μου!: (συνήθ. ως απάντηση σε επικριτική παρατήρηση) έτσι μου αρέσει, έτσι θέλω: -Δεν πρέπει να φέρεσαι έτσι! -~ ~!, έχει γούστο: είναι διασκεδαστικός, ευχάριστος, αστείος: Αυτός ο άνθρωπος ~ ~ (= πλάκα). Αυτή η ιστορία είχε (πολύ) ~., έχει γούστο/πλάκα (να ...) βλ. έχω, κάνω κέφι/γούστο κάποιον/κάτι βλ. κέφι, κάνω το κέφι/το γούστο/το ψώνιο μου βλ. κέφι [< μεσν. γούστο < βεν. gusto] | |
| 11219 | γουστόζικος | , η, ο γου-στό-ζι-κος επίθ. & γουστόζος, α, ικο (προφ.): που διακρίνεται από καλό γούστο, χαριτωμένος, διασκεδαστικός: ~ο: μαγαζί. ~α: ρούχα. Πβ. καλόγουστος.|| ~η: ιστορία. ~ο: αστείο. Πβ. νόστιμος. ● επίρρ.: γουστόζικα | |
| 11220 | γουταπέρκα | γου-τα-πέρ-κα ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. εύπλαστη ουσία που προέρχεται από τον γαλακτώδη χυμό δέντρων του γένους Payena και Palaquium, μοιάζει με το καουτσούκ και χρησιμοποιείται κυρ. ως μονωτικό ή (στην οδοντιατρική) ως εμφρακτικό υλικό. Βλ. ρητίνη. [< αγγλ. gutta-percha] | |
| 11221 | γούφερ | [γοῦφερ] γού-φερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ηχείο που αναπαράγει χαμηλές συχνότητες (από 40 Ηz έως 1 ΚΗz). Βλ. υπο~, τουίτερ. [< αγγλ. woofer, 1935] | |
| 11222 | γοφάρι | γο-φά-ρι ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. μεγαλόσωμο ψάρι (επιστ. ονομασ. Pomatomus saltatrix) με στενόμακρο γαλάζιο-ασημί σώμα, δυνατά δόντια και προεξέχουσα κάτω γνάθο, το οποίο ζει σε αγέλες. [< μεσν. γομφάριν] | |
| 11223 | γοφός | γο-φός ουσ. (αρσ.) 1. ΑΝΑΤ. το τμήμα του σώματος ανάμεσα στη μέση και τον μηρό που περιλαμβάνει την άρθρωση του μηριαίου οστού με τη λεκάνη: κάταγμα στον ~ό. Γυναικείοι/καλοσχηματισμένοι/στενοί ~οί. Κούνημα/λίκνισμα των ~ών. Πβ. ισχίο. Βλ. γλουτός. 2. ΝΑΥΤ. (σπάν.) καθεμία από τις δύο κυρτές πλευρές της πρύμνης του πλοίου. Βλ. μάσκα, παρειά. [< αρχ. γόμφος] | |
| 11224 | γρ. | (συντομ.): γραμμάριο, γραμμάρια. | |
| 11225 | γραβάτα | γρα-βά-τα ουσ. (θηλ.): μακρόστενο κομμάτι υφάσματος, το οποίο περνιέται κάτω από τον γιακά και δένεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε οι άκρες του να κρέμονται μπροστά και το οποίο αποτελεί επίσημο, κυρ. ανδρικό, αξεσουάρ: καρό/μεταξωτές/μονόχρωμες/ριγέ/χρωματιστές ~ες. Έδεσε/έλυσε/χαλάρωσε τη ~/τον κόμπο της ~ας του. Καρφίτσα/κλιπ ~ας. Με κουστούμι και ~. Βλ. παπιγιόν, φουλάρι. ΣΥΝ. λαιμοδέτης ● Υποκ.: γραβατούλα & γραβατίτσα (η) [< γαλλ. cravate < Crabate, Croate ‘Κροάτης’, ιταλ. cravatta] | |
| 11226 | γραβατάκιας | γρα-βα-τά-κιας ουσ. (αρσ.) (αργκό-ειρων.): πρόσωπο που συνήθ. έχει υψηλή θέση και οι απόψεις και ενέργειές του εκφράζουν το κατεστημένο. Βλ. -άκιας, γιάπης, χαρτογιακάς. | |
| 11227 | γραβατωμένος | , η, ο γρα-βα-τω-μέ-νος επίθ. {κυρ. στο αρσ.} (προφ.-συνήθ. ειρων.): (για άνδρα ντυμένο επίσημα) που φοράει γραβάτα. Βλ. κουστουμαρ-, σενιαρ-ισμένος.[< γαλλ. cravaté] | |
| 58733 | γραβιέρα | γρα-βιέ-ρα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. επιτραπέζιο σκληρό κιτρινωπό τυρί από (αιγο)πρόβειο γάλα, με πολλές μικρές τρύπες και γεύση αλμυρή και συχνά πικάντικη: ~ Αγράφων/Κρήτης/Νάξου. Ελβετική/τριμμένη ~. Ένα κεφάλι ~. ~ σαγανάκι. Βλ. κεφαλο~. [< ιταλ. groviera, γαλλ. Gruyère < ελβετική πόλη Gruyères] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ