Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [12100-12120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
29360γραβιέρα

μα-νού-ρι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λευκό, μαλακό, παραδοσιακό τυρί από τυρόγαλα, πρόβειο, κατσικίσιο ή μείγμα τους, με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά: σαλάτα με ~. Βλ. μυζήθρα.

11228γράδογρά-δο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό): βαθμός πυκνότητας ενός υγρού· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο όργανο μέτρησής της: κρασί/μούστος με πολλά/υψηλά ~α.|| Πβ. αραιό-, πυκνό-μετρο. [< μεσν. γράδο(ν) ‘αξίωμα’ < ιταλ. grado]
11229γραία[γραῖα] γραί-α ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): ηλικιωμένη γυναίκα. ΣΥΝ. γριά (1) [< αρχ. γραῖα]
11230ΓραικόςΓραι-κός ουσ. (αρσ.) (παρωχ.): ονομασία των Ελλήνων, κυρ. στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Πβ. Ρωμιός. [< αρχ. Γραικός, γαλλ. grec, grecque, αγγλ. Greek]
11231γραικυλισμόςγραι-κυ-λι-σμός ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): η νοοτροπία και η συμπεριφορά του γραικύλου. Πβ. δουλοπρέπεια, ραγιαδισμός. Βλ. -ισμός.
11232γραικύλοςγραι-κύ-λος ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): για Έλληνα που συμπεριφέρεται με δουλοπρέπεια απέναντι στους ξένους, χωρίς εθνική αξιοπρέπεια. Πβ. ραγιάς. [< λατ. Graeculus]
11234γραμμάριογραμ-μά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} (συντομ. γρ., σύμβ. g): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της μάζας που αντιστοιχεί στο ένα χιλιοστό του κιλού: συσκευασία των πεντακοσίων ~ίων. Βλ. δράμι, λίβρα, μικρο~, νανο~, ουγγιά, χιλιό-, χιλιοστό-γραμμο. ● ΦΡ.: ούτε (ένα) γραμμάριο: καθόλου βάρος: Δεν έχω χάσει ~ ~ (: δεν έχω αδυνατίσει καθόλου)! Τρώει πολύ και δεν παίρνει ~ ~ (: δεν παχαίνει καθόλου). [< μτγν. γραμμάριον]
11235γραμματέαςγραμ-μα-τέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {αρσ. -α, αρσ. κ. θηλ. (λόγ.) -έως) | -είς, -έων} & (λόγ.) γραμματεύς 1. υπάλληλος υπεύθυνος για τη γραφική εργασία (αλληλογραφία, σύνταξη και πληκτρολόγηση κειμένων, πρακτικά, ραντεβού, τηλεφωνήματα) σε εταιρεία, υπηρεσία, οργανισμό: ιδιαιτέρα ~. ~ διεύθυνσης/διοίκησης. Η/ο ~ του πρύτανη/του υπουργού. Εκπαίδευση/σχολή ~έων. Βλ. γραφέας. 2. βαθμός υπαλληλικής ή άλλης ιεραρχίας: ~ (δημοτικής/τοπικής) οργάνωσης/συλλόγου/συμβουλίου. Α'/Β'/Γ' ~ πρεσβείας (βλ. ακόλουθος). Βλ. αρχι~. ● ΣΥΜΠΛ.: Γενικός (Γραμματέας) & (λόγ.) Γενικός Γραμματεύς (ακρ. ΓΓ): ανώτατο αξίωμα σε δημόσιο ή ιδιωτικό οργανισμό, πολιτικό κόμμα, υπουργείο, οργάνωση, σωματείο: ~ ~ της Ακαδημίας Αθηνών/του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου/του ΝΑΤΟ/του ΟΗΕ. ~ ~ Αθλητισμού/Εμπορίου/Καταναλωτή/του Υπουργείου ... Αναπληρωτής ~ ~.|| (ΠΟΛΙΤ.) ~ ~ της Κεντρικής Επιτροπής (: ο πρόεδρος κομμουνιστικού κόμματος)., ειδικός γραμματέας (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Ε, Γ): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. κυβερνητικό όργανο με συντονιστική λειτουργία σε συγκεκριμένους τομείς της δημόσιας διοίκησης. ● ΦΡ.: γραμματείς και φαρισαίοι (μτφ.-ειρων.): για υποκριτές, ακραίους τυπολάτρες. [< αρχ. γραμματεύς, γαλλ. scribe, secrétaire]
11236γραμματείαγραμ-μα-τεί-α ουσ. (θηλ.) {γραμματειών} (κ. με κεφαλ. Γ) 1. τμήμα δημόσιας υπηρεσίας, οργανισμού ή επιχείρησης, υπεύθυνο για τη διεκπεραίωση γραφειοκρατικών υποθέσεων (παραλαβή, πληκτρολόγηση, πρωτοκόλληση, αρχειοθέτηση, αποστολή εγγράφων, χορήγηση πιστοποιητικών)· συνεκδ. ο χώρος στέγασης του αντίστοιχου τμήματος: η ~ της Σχολής. Βλ. τηλε~. 2. ΦΙΛΟΛ. το σύνολο των ειδών του γραπτού λόγου ενός έθνους ή μιας περιόδου: Αρχαία Ελληνική/Κλασική/Λατινική/Νεοελληνική ~. Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής ~ας (της Ακαδημίας Αθηνών). Πβ. λογοτεχνία, φιλολογία. Βλ. γραμματολογία. ● ΣΥΜΠΛ.: Γενική Γραμματεία (ακρ. ΓΓ): διοικητικό όργανο κυρ. δημόσιου φορέα, οργανισμού ή κόμματος: (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) ~ ~ Αθλητισμού/Ισότητας/Πολιτικής Προστασίας.|| ~ ~ του ΟΗΕ. [< 1: μτγν. γραμματεία, γαλλ. secrétariat 2: γαλλ. littérature]
11237γραμματειακός, ή, ό γραμ-μα-τει-α-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τη γραμματεία δημόσιας υπηρεσίας, οργανισμού ή επιχείρησης: ~ή: εξυπηρέτηση/(υπο)στήριξη. ~ό: προσωπικό. 2. ΦΙΛΟΛ. που αναφέρεται στο σύνολο της γραπτής παραγωγής ενός λαού: ~ά: γένη/είδη. Πβ. λογοτεχν-, φιλολογ-ικός.
11238γραμματιζούμενοςγραμ-μα-τι-ζού-με-νος επίθ./ουσ. (λαϊκό-συνήθ. ειρων.): γραμματισμένος.
11239γραμματικήγραμ-μα-τι-κή ουσ. (θηλ.) 1. ΓΛΩΣΣ. το σύστημα των φωνητικών, φωνολογικών, μορφολογικών, συντακτικών και σημασιολογικών κανόνων μιας γλώσσας και γενικότ. κάθε θεωρητικό πρότυπο μελέτης και περιγραφής της δομής της: η ~ της Αγγλικής/Γαλλικής.|| Επικοινωνιακή/ιστορική/ιστορικοσυγκριτική/συγχρονική ~.|| (ΛΟΓΟΤ.) Ποιητική ~ (: των λογοτεχνικών κειμένων και ιδ. της ποίησης· βλ. ύφος). 2. (συνεκδ.) το εγχειρίδιο που περιγράφει τους σχετικούς κανόνες καθώς και το αντίστοιχο μάθημα στο σχολείο: Νεοελληνική ~. ~ για αρχάριους/προχωρημένους. Βλ. λεξικό.|| Ασκήσεις ~ής. Μαθαίνουμε ορθογραφία και ~. Έχει αδυναμίες στη ~. ● ΣΥΜΠΛ.: γενετική-μετασχηματιστική γραμματική: θεωρία του Noam Chomsky, ερμηνευτικό μοντέλο της ικανότητας του ομιλητή μιας γλώσσας να σχηματίζει με έναν περιορισμένο αριθμό κανόνων, απεριόριστο αριθμό προτάσεων· περιγράφει τις διεργασίες που οδηγούν από τη βαθιά στην επιφανειακή δομή της γλώσσας. [< αγγλ. generative transformational grammar, 1959] , καθολική γραμματική: θεωρία που αναζητά ένα γενικό γραμματικό μοντέλο, στο οποίο ανάγονται οι δομές και οι κανονικότητες όλων των γλωσσών. [< αγγλ. universal grammar] , λειτουργική γραμματική: μελέτη της επικοινωνιακής λειτουργίας των λεξικών και γραμματικών στοιχείων μιας γλώσσας· γενικότ. η έμφαση στην πραγματολογική διάσταση της γλώσσας ως οργάνου κοινωνικής αλληλεπίδρασης. [< γαλλ. grammaire fonctionnelle] , παραδοσιακή γραμματική: το σύνολο των τάσεων και των μεθόδων σχετικά με τη μελέτη μιας γλώσσας πριν από την εδραίωση της γλωσσολογίας ως επιστήμης. Πβ. σχολική γραμματική., περιγραφική γραμματική: που περιγράφει συστηματικά τη δομή και τη λειτουργία των στοιχείων μιας γλώσσας, όπως αυτή μαρτυρείται σε δείγματα ομιλίας ή γραφής, χωρίς να ρυθμίζει τη χρήση της. [< γαλλ. grammaire descriptive ] , ρυθμιστική γραμματική (αρνητ. συνυποδ.): που επιδιώκει τη ρύθμιση της γλώσσας σύμφωνα με ορισμένα ιστορικά, λογικά και αισθητικά κριτήρια. [< γαλλ. grammaire normative] , σχολική γραμματική 1. αυτή που διδάσκεται στο σχολείο. 2. παραδοσιακή γραμματική., τυπική γραμματική: ΜΑΘ. αφηρημένη δομή που περιγράφει μια τυπική γλώσσα. Βλ. αλγόριθμος. [< αγγλ. formal grammar] [< αρχ. γραμματική (τέχνη)]
11240γραμματικοποίησηγραμ-μα-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. διαδικασία γλωσσικής αλλαγής κατά την οποία λεξικές μονάδες αποκτούν σταδιακά γραμματική λειτουργία, ενώ, παράλληλα, χάνουν τη συντακτική, σημασιολογική και εν μέρει τη μορφολογική και φωνολογική τους αυτονομία (π.χ., ο δείκτης του μέλλ. "θα" προέρχεται από τη φράση "θέλω να", το ουσ. "χάρη" αποκτά σημασία πρόθεσης στη ΦΡ. "χάρη σε"). Βλ. λεξικοποίηση, -ποίηση. [< γαλλ. grammaticalisation, 1912, αγγλ. grammaticalization, 1955]
11241γραμματικός, ή, ό γραμ-μα-τι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. -ΓΡΑΜΜ. που σχετίζεται με τη γραμματική: ~ός: έλεγχος. ~ή: λειτουργία (π.χ. των άρθρων, των συνδέσμων, των προθέσεων). ~ό: λάθος. ~οί: κανόνες/τύποι. ~ές: ασκήσεις/κλίσεις. ~ά: φαινόμενα. Οι ~ές πληροφορίες μιας λέξης (: γένος, αριθμός, πτώση, πρόσωπο, χρόνος, έγκλιση). Βλ. αντι~, συντακτικός. ● επίρρ.: γραμματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~ ορθές/σωστές προτάσεις (= από ~ή άποψη). ● ΣΥΜΠΛ.: γραμματικές γνώσεις: μορφωτικό επίπεδο: βασικές/ελάχιστες/λίγες ~ ~. ~ ~ Δημοτικού/Γυμνασίου/Λυκείου., γραμματική δομή: σύνολο λέξεων (φράση, πρόταση) που σχηματίζεται σύμφωνα με τους κανόνες της γραμματικής μιας γλώσσας: αφηρημένες ~ές ~ές. [< αγγλ. grammatical structure] , γραμματική κατηγορία: το μέρος του λόγου στο οποίο ανήκει μια λέξη., γραμματικό γένος: το γένος ενός ουσιαστικού, όπως αυτό ορίζεται από τη γραμματική, σε αντιδιαστολή με το φυσικό γένος. [< αρχ. γραμματικός, αγγλ.-γαλλ. grammatical]
11242γραμματικόςγραμ-μα-τι-κός ουσ. (αρσ.) 1. (κ. με κεφαλ. Γ) μελετητής αρχαίων κειμένων (κυρ. για τους φιλολόγους των ελληνιστικών χρόνων): οι Αλεξανδρινοί ~οί. Βλ. κριτικός, λόγιος, σχολιαστής. 2. (παλαιότ.-λαϊκό) γραμματέας: ~ της κοινότητας. [< μτγν. γραμματικός]
11243γραμματικοσυντακτικός, ή, ό γραμ-μα-τι-κο-συ-ντα-κτι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τη γραμματική και το συντακτικό: ~ό: σύστημα (της γλώσσας). ~ά: φαινόμενα.
11244γραμματικότηταγραμ-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. ορθότητα (λέξης, φράσης, πρότασης) ως προς τους γραμματικούς κανόνες. Βλ. αντιγραμματικός, -ότητα. [< πβ. γαλλ. grammaticalité, 1960, αγγλ. grammaticality, 1961]
11245γραμμάτιογραμ-μά-τι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΟΙΚΟΝ. αξιόγραφο που περιέχει υπόσχεση του εκδότη-οφειλέτη να πληρώσει στον δικαιούχο (λήπτη) συγκεκριμένο χρηματικό ποσό μέσα σε ορισμένο χρονικό διάστημα: ανεξόφλητα/διαμαρτυρημένα/εισπρακτέα/πληρωτέα/προεξοφληθέντα ~α. ~ (προ)είσπραξης. ~ ετήσιας διάρκειας/ονομαστικής αξίας ... ευρώ. Τραπεζικά ~α. Υπέγραψε ~α, έβαλε ενέχυρα, υποθήκευσε το σπίτι του. Βλ. τραπεζο~. ● ΣΥΜΠΛ.: έντοκα γραμμάτια (του Ελληνικού Δημοσίου): ανώνυμος τίτλος ο οποίος εκδίδεται από το Δημόσιο για την κάλυψη αναγκών του (έλλειμμα) και στον οποίο περιέχεται η δέσμευση να καταβληθεί στον αγοραστή του το αρχικό ποσό με τόκο ύστερα από ορισμένο χρονικό διάστημα. Βλ. δημόσιο δάνειο, ρέπος. [< γαλλ. bons du trésor] , γραμμάτιο/συναλλαγματική εις διαταγήν/σε διαταγή βλ. διαταγή [< πβ. μτγν. γραμμάτιον 'σύντομο γραπτό, συμβόλαιο', γαλλ. billet]
11246γραμματισμένος, η, ο γραμ-μα-τι-σμέ-νος επίθ. (προφ.): μορφωμένος, σπουδασμένος. ΣΥΝ. γραμματιζούμενος, εγγράμματος ΑΝΤ. αγράμματος (2), αμόρφωτος [< μεσν. γραμματισμένος]
11247γραμματισμόςγραμ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & εγγραμματισμός. ΣΥΝ. αλφαβητισμός, εγγραμματοσύνη 1. η ικανότητα του ατόμου να λειτουργεί σε διάφορες συνθήκες επικοινωνίας, χρησιμοποιώντας τον προφορικό και γραπτό λόγο, καθώς και μη γλωσσικά κείμενα: γλωσσικός/ηλεκτρονικός/κοινωνικός/κριτικός/μαθηματικός/περιβαλλοντικός/πληροφορικός/σχολικός/τεχνολογικός/ψηφιακός ~. Πβ. πολυ~. 2. ικανότητα γραφής και ανάγνωσης. Βλ. ανα~, -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: αναδυόμενος γραμματισμός: ΠΑΙΔΑΓ. γνώση ανάγνωσης και γραφής που αποκτάται κατά την προσχολική ηλικία. Βλ. αναδυόμενη γραφή. [< αγγλ. emergent literacy] , οπτικός γραμματισμός & οπτικός αλφαβητισμός: ΠΑΙΔΑΓ. ικανότητα κατανόησης της εικόνας, των οπτικών μέσων και του τρόπου λειτουργίας τους. Βλ. πολυτροπικότητα. [< αγγλ. visual literacy, 1971] [< αγγλ. literacy]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.