Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [12120-12140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
11248γραμματο- & γραμματό-: α' συνθετικό ουσιαστικών με αναφορά στα γράμματα του αλφαβήτου, τις επιστολές ή τα λογοτεχνικά κείμενα μιας περιόδου: γραμματο-σειρά.|| Γραμματο-θυρίδα/~κιβώτιο. Γραμματό-σημο.|| Γραμματο-λογία.
11249γραμματοθυρίδαγραμ-μα-το-θυ-ρί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ταχυδρομική θυρίδα. 2. ΠΛΗΡΟΦ. ηλεκτρονική θυρίδα. ΣΥΝ. γραμματοκιβώτιο (3) [< 1: γαλλ. boîte postale 2: αγγλ. mailbox]
11250γραμματοκιβώτιογραμ-μα-το-κι-βώ-τι-ο ουσ. (ουδ.) 1. μικρό κουτί στην είσοδο κατοικιών ή κτιρίων όπου ρίχνει ο ταχυδρόμος την αλληλογραφία. 2. μεγάλο, συνήθ. μεταλλικό, κουτί με σχισμή, τοποθετημένο σε δημόσιους χώρους, ιδ. έξω από ταχυδρομεία, μέσα στο οποίο μπορεί ο αποστολέας να ρίξει επιστολές ή έντυπα, προκειμένου να ταχυδρομηθούν. 3. ΠΛΗΡΟΦ. αρχείο αποτελούμενο από έναν ή περισσότερους φακέλους ηλεκτρονικής αλληλογραφίας. ΣΥΝ. γραμματοθυρίδα (2), θυρίδα (3) [< 1,2: γαλλ. boîte aux lettres, γερμ. Briefkasten 3: αγγλ. mailbox]
11251γραμματοκομιστήςγραμ-μα-το-κο-μι-στής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): (μτφ.-ειρων.) πρόσωπο που γνωστοποιεί τις αξιώσεις, εντολές, επιθυμίες τρίτων, συνήθ. ανωτέρων: ~ των κυβερνητικών εντολών. Δεν πρόκειται να γίνει ~ των αιτημάτων τους. Βλ. εντεταλμένος, εντολοδόχος. [< μτγν. γραμματοκομιστής]
11252γραμματολογίαγραμ-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Γ): ΦΙΛΟΛ. κλάδος που μελετά τη γένεση και εξέλιξη των ειδών του γραπτού λόγου, κυρ. της λογοτεχνικής παραγωγής, ενός έθνους συνολικά ή σε μια ιστορική περίοδο· ιστορία της λογοτεχνίας και συνεκδ. το αντίστοιχο σύγγραμμα: Αρχαία/Νέα Ελληνική ~. ~ και θεωρία της λογοτεχνίας. Βλ. γραμματεία, -λογία. ● ΣΥΜΠΛ.: συγκριτική γραμματολογία: συγκριτική μελέτη της γραμματείας δύο ή περισσότερων γλωσσών, λαών ή πολιτισμών. [< γαλλ. littérature comparée] [< γερμ. Literatur(geschichte), γαλλ. littérature]
11253γραμματολογικός, ή, ό γραμ-μα-το-λο-γι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με την γραμματολογία: ~ά: είδη. Βιογραφικά και ~ά στοιχεία.
11254γραμματολόγοςγραμ-μα-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικός στη γραμματολογία: ~ της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Βλ. -λόγος.
11255γραμματοσειράγραμ-μα-το-σει-ρά ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. -ΤΥΠΟΓΡ. σετ τυπογραφικών στοιχείων (γράμματα αλφαβήτου, αριθμοί, σύμβολα) ίδιου μεγέθους και στιλ: ελληνική/πολυτονική ~. Εγκατάσταση/επιλογή/χρώμα ~άς. Βλ. κωδικοσελίδα. [< αγγλ. font]
11256γραμματόσημογραμ-μα-τό-ση-μο ουσ. (ουδ.) {γραμματοσήμ-ων}: μικρό χάρτινο, συνήθ. οδοντωτό εικονογραφημένο ένσημο, το οποίο επικολλάται σε επιστολές ή δέματα που πρόκειται να αποσταλούν ταχυδρομικά, προκειμένου να δηλωθεί ότι έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος: αναμνηστικό/επετειακό/συλλεκτικό ~. Έκδοση ~ων. Σειρά ~ων με θέμα ... Άλμπουμ/συλλογή ~ων. Βλ. φιλοτελισμός, -σημο. [< γερμ. Briefmarke]
11257γραμμένογραμ-μέ-νο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): μοίρα, πεπρωμένο: Ήταν το ~ του να βασανίζεται. Κανείς δεν ξέρει της μοίρας/τύχης τα ~α. Το λένε τα ~α. Πβ. ειμαρμένη, ριζικό. ΣΥΝ. γραφτό ● βλ. γράφω
11258γραμμήγραμ-μή ουσ. (θηλ.) 1. το σύνολο των διαδοχικών θέσεων ενός σημείου που κινείται στον χώρο, συνεχές και συνήθ. μακρόστενο ίχνος ή όριο (ορατό ή νοητό): (ΓΕΩΜ.) διαγώνια/διακεκομμένη/διπλή/ευθεία (βλ. ευθυγραμμία)/κάθετη/καμπύλη/κατακόρυφη/μονή/οριζόντια/τεθλασμένη ~. Ισοϋψείς/παράλληλες ~ές. Σημείο τομής δύο ~ών. Τραβώ/χαράσσω μια ~.|| Η ~ του αιγιαλού/ισημερινού/ορίζοντα/των συνόρων. Οριοθετική ~.|| (ΑΘΛ.) ~ εκκίνησης/τερματισμού. Η μπάλα πέρασε τη ~ (του) τέρματος.|| Οι ~ές του πενταγράμμου/τετραδίου. Διάστημα μεταξύ δύο ~ών (= διάστιχο). Έγραψα πέντε ~ές (= αράδες). Έλεγξα το κείμενο ~ προς ~. Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές (: αυτά τα λόγια). || ~ κορμού. Οι ~ές του τραμ/του τρένου (= ράγες).|| Οι ~ές του προσώπου (βλ. ρυτίδες)/χεριού. Η ~ της ζωής/καρδιάς/τύχης (βλ. χειρομαντεία).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ διευθύνσεων/εντολών/εργαλείων/εργασιών/σάρωσης. (ΤΕΧΝΟΛ.) Εκτυπωτές ~ής.|| (ΝΑΥΤ.) ~ φορτώσεως (: καθορίζει τη μέγιστη επιτρεπόμενη βύθιση του πλοίου). 2. (ειδικότ.) το περίγραμμα αντικειμένου ή σώματος· σχήμα, φόρμα: οι ~ές του αυτοκινήτου/βουνού/κτιρίου/τοπίου. Αδρές/έντονες/λεπτές ~ές προσώπου (= χαρακτηριστικά). Έχει ωραίες ~ές (: είναι καλλίγραμμη. ΣΥΝ. σιλουέτα).|| Αρμονία των ~ών. Ρούχο σε ίσια/σπορ/στενή/φαρδιά ~. Σαλόνι σε μοντέρνα/κλασική ~. Η σύγχρονη αισθητική επιβάλλει απλές/καθαρές/λιτές ~ές. 3. πραγματικό ή νοητό μέσο σύνδεσης, μεταφοράς και η αντίστοιχη υπηρεσία: (ΤΗΛΕΠ.) επίγεια/υποθαλάσσια ~. Απευθείας/δεύτερη ~. ~ές τηλεφώνου. ~ ίντερνετ/μετάδοσης (: δεδομένων, σημάτων). Αναβάθμιση/αριθμός/ενεργοποίηση/ενισχυτής/κατάργηση/παροχή ~ής. Οι ~ές είναι εκτός λειτουργίας. Η ~ είναι κατειλημμένη (: το τηλέφωνο μιλάει).|| (ΗΛΕΚΤΡ.) ~ ηλεκτρικού ρεύματος. ~ές υψηλής τάσης.|| Εμπορική/επιδοτούμενη/λεωφορειακή/ταχυδρομική/υπέργεια/υπόγεια ~. Η ~ του Ηλεκτρικού/μετρό. Ανακαίνιση/επέκταση/οι σταθμοί (της) ~ής. ~ές πλοίων/ακτοπλοϊκές ~ές. Αστικές ~ές ΚΤΕΛ. ~ές εξωτερικού/εσωτερικού. Οχηματαγωγά δρομολογημένα στη ~ των Κυκλάδων/σε τακτική ~. Ταξίδεψε με το αεροπλάνο/λεωφορείο/πλοίο της ~ής. Άλλαξα ~ και προορισμό. 4. (μτφ.) γενική κατεύθυνση, πορεία ή οδηγία που πρέπει να ακολουθηθεί, ώστε να επιτευχθεί ορισμένος στόχος: ενιαία/ιδεολογική/κατευθυντήρια/κομματική/πολιτική ~. Καθορίζει τη ~ της εφημερίδας/κυβέρνησης. Κράτησε την ίδια ~. Την τελευταία στιγμή άλλαξε ~. Η ~ δράσης στοχεύει στην οικονομική ανάπτυξη. Επικράτησε η ~ των μετριοπαθών. Δόθηκε/έπεσε ~ να καταψηφιστεί η υποψηφιότητά του. Πβ. ντιρεκτίβα. 5. ευθυγραμμισμένη σειρά ή διάταξη προσώπων, πραγμάτων, στοιχείων: οχυρωματική ~. ~ βολής/διαδοχής/κρούσης/μάχης/προέλασης. Οι ~ές άμυνας του εχθρού. Βάζω κάποιον/κάτι στη ~.|| Λεωφόροι με ~ές δέντρων (= δεντροστοιχίες). Τα στοιχεία ενός πίνακα οργανώνονται σε ~ές και στήλες (: οριζοντίως και καθέτως).|| (μτφ.) Προσχώρησε στις ~ές του κόμματος/της οργάνωσης.|| Χρονική ~ γεγονότων (πβ. διαδοχή). 6. (ως επίρρ.) κατευθείαν, χωρίς ενδιάμεσες στάσεις ή στη σειρά: Έφυγε/τράβηξε ~ για το γραφείο. ● Υποκ.: γραμμούλα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: άγονη γραμμή: ακτοπλοϊκή (ή σπανιότ. συγκοινωνιακή) γραμμή με μικρή επιβατική κίνηση και συνεκδ. τα νησιά που εξυπηρετούνται από αυτή ή ο αντίστοιχος γεωγραφικός χώρος: τα δρομολόγια της ~ης ~ής. Το πλοίο εξυπηρετεί/καλύπτει την ~ ~., αεροπορική γραμμή {συνηθέστ. στον πληθ.}: αερογραμμή., ανοιχτή γραμμή (επικοινωνίας): που επιτρέπει την απευθείας πληροφόρηση ή συνεννόηση: Λειτουργεί ~ ~ βοήθειας/εξυπηρέτησης/(υπο)στήριξης (: για τηλεφωνική υπηρεσία). ~ ~ επικοινωνίας μεταξύ των αρμόδιων υπουργείων. Βρισκόμαστε σε ~ ~ με τον πρωθυπουργό για ... [< αγγλ. open line] , άσπρη/λευκή γραμμή 1. λωρίδα στο οδόστρωμα που διαχωρίζει τα ρεύματα κυκλοφορίας. 2. ΑΝΑΤ. ινώδης περιοχή της κοιλιακής χώρας κάτω από τον ομφαλό και μέχρι το τριχωτό του εφηβαίου που σχηματίζεται από τις προσφύσεις των πλάγιων κοιλιακών μυών., γραμμές (του) τέρματος: ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο) οι δύο μικρότερες γραμμές (πλάτους) των εξωτερικών ορίων αγωνιστικού χώρου. Βλ. πλάγια γραμμή., γραμμή επαφής (με αιώρηση αλυσοειδούς): ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα για την τροφοδοσία τρένων, τρόλεϊ και τραμ με ηλεκτρικό ρεύμα, το οποίο αποτελείται από τους αγωγούς επαφής, τα φέροντα καλώδια, τους αναρτήρες και όλα τα εξαρτήματα που τοποθετούνται μεταξύ των αγωγών και των μονωτήρων. Βλ. αλυσοειδής (ανάρτηση)., γραμμή μεταφοράς 1. ΤΕΧΝΟΛ. σύνολο αγωγών ή καλωδίων για τη μεταφορά ενέργειας ή σήματος: εναέρια ~ ~ ρεύματος μέσης/υψηλής τάσης. 2. υπηρεσία που εξυπηρετεί τις μετακινήσεις: ~ ~ εμπορευμάτων/επιβατών. [< αγγλ. transmission line] , γραμμή παραγωγής ΟΙΚΟΝ. 1. σύστημα με συγχρονισμένες λειτουργίες που χρησιμοποιείται σε παραγωγική μονάδα: αυτοματοποιημένη/ολοκληρωμένη ~ ~. Πβ. αλυσίδα παραγωγής. 2. & γραμμή προϊόντος: ομάδα προϊόντων που ανήκουν στο ίδιο είδος. [< αγγλ. production line, 1935] , γραμμή συναρμολόγησης: σύστημα με συγχρονισμένες λειτουργίες που χρησιμοποιείται σε βιομηχανική μονάδα, όπου μηχανές και εξαρτήματα τοποθετούνται στη σειρά για τη συναρμολόγηση του τελικού προϊόντος: κινούμενη ~ ~. ~ ~ αυτοκινήτων/κινητήρων. [< αγγλ. assembly line] , διαχωριστική γραμμή: οτιδήποτε διαχωρίζει· όριο: φυσική ~ ~. Παραβίασε τη ~ ~ και πήρε κλήση.|| (μτφ.) ~ ~ μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς. Δυσκολεύεται να τραβήξει μια ~ ~ ανάμεσα στην οικογένεια και το επάγγελμα. [< γαλλ. ligne disjonctive] , επίσημη γραμμή: οι κατευθυντήριες και δεσμευτικές θέσεις ενός φορέα απέναντι σε ένα θέμα: Ακολουθεί την/διαφοροποιήθηκε από την ~ ~ του κόμματος. [< αγγλ. official line, 1974] , η γραμμή του τρίποντου/των 6,75: ΑΘΛ. (στο ευρωπαϊκό μπάσκετ) το όριο πέρα από το οποίο επιχειρείται σουτ τριών πόντων: Ευστόχησε/σκόραρε από τη ~ ~ (: πέτυχε τρίποντο)., κίτρινη γραμμή: που έχει σχεδιαστεί στο οδόστρωμα, παράλληλα με το κράσπεδο του πεζοδρομίου, για την απαγόρευση της στάσης και της στάθμευσης., κόκκινη γραμμή 1. & θερμή γραμμή: ειδική και αποκλειστική γραμμή άμεσης επικοινωνίας για ανταλλαγή στρατιωτικών, πολιτικών πληροφοριών, κυρ. μεταξύ αρχηγών κρατών: ~ (τηλεφωνική) ~ λειτούργησε χθες στον Λευκό Οίκο. ~ ~ μεταξύ των αεροπορικών στρατηγείων. Πβ. κόκκινο/πορτοκαλί τηλέφωνο. 2. όριο, κρίσιμο σημείο που δεν επιτρέπεται να το υπερβεί κάποιος: Πέρασαν την ~ ~ που έχει οριοθετήσει η διεθνής κοινότητα. [< 1: αγγλ. hot line, 1955 2: αγγλ. red line, 1952] , λεπτή γραμμή (μτφ.): οριακό, διαχωριστικό σημείο: ~ ~ ανάμεσα στην αγάπη και το μίσος. Η ~ ~ που χωρίζει τη ζωή από τον θάνατο., μελωδική γραμμή: ΜΟΥΣ. μελωδία: αντιστικτική/απλή/κύρια/ρυθμική ~ ~. Η ανιούσα ~ ~ των μπάσων., πλευρική γραμμή: ΖΩΟΛ. αισθητήριο όργανο ψαριών και αμφιβίων που ανιχνεύει την οποιαδήποτε κίνηση στο νερό. [< γαλλ. ligne latérale ] , πράσινη γραμμή: & γραμμή Αττίλα: το προστατευόμενο από τον ΟΗΕ όριο που χωρίζει την Κύπρο σε ελεύθερα (νότιο τμήμα) και κατεχόμενα (βόρειο τμήμα) εδάφη. [< αγγλ. green line] , πρώτη γραμμή 1. το πεδίο όπου μαίνεται ο πόλεμος, το μέτωπο· (συχνότ. κατ' επέκτ.) κάθε εμπροσθοφυλακή, πρωτοπορία: Πολέμησε στην ~ ~.|| Στην ~ ~ των μεταρρυθμίσεων. Ήταν πάντα παρών στην ~ ~ των λαϊκών αγώνων. 2. επίκεντρο: στην ~ ~ του ενδιαφέροντος/των εξελίξεων/της επικαιρότητας., πρώτης γραμμής (μτφ.): άριστης ποιότητας· πολύ μεγάλης αξίας, σημασίας: τεχνολογία/υπηρεσίες/φάρμακα ~ ~.|| Στόχος ~ ~ (= πρώτης προτεραιότητας). Στέλεχος ~ ~ (= βασικό, κορυφαίο). ΣΥΝ. πρώτης τάξεως/τάξης, σιδηροδρομική γραμμή: δύο σταθερά συνδεδεμένες παράλληλες ράγες πάνω στις οποίες κινούνται τα οχήματα του σιδηρόδρομου και κατ' επέκτ. η διαδρομή που εξυπηρετούν: ~ ~ υψηλών ταχυτήτων. [< γαλλ. voie ferrée/ferroviaire] , σκληρή γραμμή (μτφ.): τακτική αντιπαράθεσης χωρίς υποχωρήσεις: Η κυβέρνηση ακολουθεί ~ ~ στο θέμα της διαφθοράς. [< αγγλ. hard line, 1962] , τηλεφωνική γραμμή: ΤΗΛΕΠ. καλωδίωση που έχει ορισμένο αριθμό και μεταφέρει τηλεφωνικά σήματα συνδέοντας περιοχές: αναλογική/εσωτερική/συμβουλευτική/ψηφιακή ~ ~., αμυντική γραμμή βλ. αμυντικός, Ασύμμετρη Ψηφιακή Συνδρομητική Γραμμή βλ. ασύμμετρος, γραμμή (του) πυρός βλ. πυρ, γραμμή άλφα βλ. άλφα, γραμμή του μετώπου βλ. μέτωπο, γραμμή/πορεία πλεύσης βλ. πλεύση, επιθετική γραμμή βλ. επιθετικός, ηλεκτρικές γραμμές βλ. ηλεκτρικός, ίσαλος (γραμμή) βλ. ίσαλος, μεσαία γραμμή βλ. μεσαίος, μισθωμένη γραμμή βλ. μισθώνω, οικοδομική γραμμή/γραμμή δόμησης βλ. οικοδομικός, οροθετική γραμμή βλ. οροθετικός1, πλάγια γραμμή βλ. πλάγιος, ροζ τηλέφωνα βλ. ροζ, ρυμοτομική γραμμή βλ. ρυμοτομικός ● ΦΡ.: διαβάζω ανάμεσα στις/πίσω (/κάτω/μέσα) από τις γραμμές (/αράδες): ανακαλύπτω μια σημασία ή έναν σκοπό που δεν εκφράζεται ρητά σε ένα κείμενο, μαντεύω τα υπονοούμενα: Μπορεί και ~ει ~. [< γαλλ. lire entre des lignes] , διατηρώ τη γραμμή μου: παραμένω κομψός και αδύνατος: Ασκείται καθημερινά, για να ~εί ~ της., εκτός γραμμής 1. για κάποιον που δεν ακολουθεί τη γενική κατεύθυνση του συνόλου ή της ομάδας όπου ανήκει: Βουλευτής που βρίσκεται ~ ~ του κόμματος (= αποκλίνει). 2. ΠΛΗΡΟΦ. για περιφερειακή συσκευή που δεν ελέγχεται προσωρινά από την κεντρική μονάδα επεξεργασίας ή δεν επικοινωνεί με αυτή. [< 2: αγγλ. off-line, 1950] , κατευθείαν γραμμή: (για συγγένεια) που ενώνει πατέρα, γιο ή κόρη, εγγονό ή εγγονή., κόπηκε/έπεσε η γραμμή (προφ.): διακόπηκε η τηλεφωνική επικοινωνία: Ξαφνικά, εκεί που μιλάγαμε, ~ ~., μπαίνω στη γραμμή 1. τοποθετούμαι σε σειρά δίπλα σε άλλους ή πίσω τους: Μπήκαν ~ ~, για να σερβιριστούν. Πβ. μπαίνω στη/σε σειρά. 2. παρεμβάλλομαι (σε τηλεφωνική επικοινωνία): Δεν σ' ακούω, μάλλον κάποιος μπήκε ~ ~. 3. (για μεταφορικό μέσο) εντάσσομαι σε δρομολόγιο: Το πλοίο μπήκε ~ ~ των Κυκλάδων., παίρνω γραμμή (συχνά αρνητ. συνυποδ.): λαμβάνω κατευθυντήριες γραμμές για τον τρόπο χειρισμού μιας κατάστασης: ~ ~ από την κυβέρνηση. Πήρε ~ από το κόμμα και άλλαξε στάση., παίρνω κάποιον/κάτι γραμμή (νεαν. αργκό): αντιλαμβάνομαι, παίρνω είδηση, χαμπάρι: Δεν πήρε ~ τίποτα. Μας πήρε ~ κι έβαλε τις φωνές., πιάνω γραμμή (προφ.): καταφέρνω να επικοινωνήσω τηλεφωνικά με κάποιον: Δεν μπορώ/προσπαθώ να ~σω ~., σε γενικές γραμμές & σε αδρές/χοντρές γραμμές: γενικά, χωρίς λεπτομέρειες, χοντρικά: Περιέγραψε τις νέες πρακτικές ~ ~. Δίνει/σκιαγραφεί με/σε ~ ~ το ιστορικό πλαίσιο της εποχής. Πβ. μέσες άκρες, κατά προσέγγιση, πάνω κάτω, περίπου. ΣΥΝ. σε γενικά πλαίσια, (συγγενείς/συγγένεια) σε πλάγια γραμμή/εκ πλαγίου βλ. πλάγιος, έσπασαν/άναψαν τα τηλέφωνα/οι γραμμές βλ. τηλέφωνο, σε ευθεία γραμμή βλ. ευθύς [< αρχ. γραμμή, γαλλ. ligne, αγγλ. line, γερμ. Linie]
11259γραμμικός, ή, ό γραμ-μι-κός επίθ. 1. που αποτελείται από γραμμές ή έχει μορφή γραμμής: (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ή: διακόσμηση/παράσταση/σύνθεση. ~ό: στοιχείο. ~ά: κοσμήματα/μοτίβα/σχήματα. 2. (μτφ.) που αναπτύσσεται ευθύγραμμα, σε ακολουθία, διαδοχή: ~ός: χρόνος. ~ή: ανάγνωση/αντίληψη (για την ιστορία)/διαδικασία/εξέλιξη/μορφή/πλοκή/πορεία/σκέψη/σχέση (βλ. μητρο~, πατρο~). Πβ. σειριακός. Βλ. διακλαδωτός, πολυεπίπεδος. || (ΚΙΝΗΜ.) ~ό μοντάζ (: που γίνεται πλάνο προς πλάνο, από την αρχή προς το τέλος). 3. (επιστ.) που έχει μορφή ή διάταξη ευθείας γραμμής: (ΦΥΣ.-ΗΛΕΚΤΡΟΝ., που αναφέρεται σε ανάλογη μεταβολή μεγεθών, παραμέτρων:) ~ός: κινητήρας/ταλαντωτής. ~ή: ανίχνευση (θερμοκρασίας)/πυκνότητα/ταχύτητα. ~ό: κύκλωμα/φάσμα/φορτίο. (Μη) ~ές: ιδιότητες/ταλαντώσεις. (Μη) ~ά: κύματα/φαινόμενα. Βλ. μονο~.|| (ΜΑΘ., που μπορεί να αναπαρασταθεί με ευθεία γραφική παράσταση:) ~ός: μετασχηματισμός/συνδυασμός (διανυσμάτων)/χώρος. ~ή: ανάλυση/απεικόνιση/διάταξη/εξάρτηση (διανυσμάτων)/συνάρτηση. ~ό: μοντέλο/πρόβλημα/σύστημα/υπόδειγμα. ~οί: περιορισμοί. ~ές: εξισώσεις (: α' βαθμού). ● επίρρ.: γραμμικά: Η ιστορία δεν εξελίσσεται ~. ● ΣΥΜΠΛ.: γραμμική (γραφή) Α: ΦΙΛΟΛ. σύστημα γραφής που χρησιμοποιήθηκε κυρ. στη μινωική Κρήτη (περ. 1750 - 1450 π.Χ.). [< αγγλ. Linear A, 1948] , γραμμική (γραφή) Β: ΦΙΛΟΛ. σύστημα γραφής που χρησιμοποιήθηκε στη μυκηναϊκή Eλλάδα (περ. 1450 - 1200 π.Χ.) και αποδίδει την ελληνική γλώσσα: πινακίδες με/σε ~ ~. Η αποκρυπτογράφηση της ~ής ~ής Β έγινε από τους M. Ventris και J. Chadwick το 1952. [< αγγλ. Linear Β, 1950] , γραμμική οικονομία: ΟΙΚΟΝ. παραδοσιακό μοντέλο σύμφωνα με το οποίο γίνεται παραγωγή και κατανάλωση προϊόντων και απόρριψη σκουπιδιών χωρίς καμιά πρόνοια για το περιβάλλον. ΑΝΤ. κυκλική οικονομία., γραμμικό σχέδιο: που δημιουργείται με κανόνα και διαβήτη. Βλ. ελεύθερο σχέδιο., γραμμικός προγραμματισμός: ΜΑΘ. μέθοδος επίλυσης πρακτικών προβλημάτων (π.χ. κατανομή πόρων) με γραμμικές εξισώσεις, των οποίων οι μεταβλητές υπόκεινται σε περιορισμούς: ακέραιος ~ ~. ~ ~ και αριστοποίηση (σε δίκτυα)/βελτιστοποίηση/μοντελοποίηση. Βλ. παραμετρικός. [< αγγλ. linear programming, 1949] , γραμμική άλγεβρα βλ. άλγεβρα, γραμμική αφήγηση βλ. αφήγηση, γραμμικός επιταχυντής βλ. επιταχυντής, γραμμωτός/γραμμικός κώδικας βλ. γραμμωτός [< μτγν. γραμμικός, γαλλ. linéaire, αγγλ. linear]Σ
11260γραμμικότηταγραμ-μι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του γραμμικού: η ~ της αφήγησης. Βλ. -ότητα.
11261γραμμο1-& γραμμό- & γραμμ-: α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται στην ύπαρξη ή τη σχεδίαση γραμμών: γραμμο-γράφηση/~ειδής/~σκίαση. Γραμμό-φωνο.|| Γραμμ-ωτός.1
11262γραμμο2-: α' συνθετικό ουσιαστικών με αναφορά στα γραμμάρια ορισμένης ποσότητας ύλης: γραμμο-μόριο.
11263γραμμογράφησηγραμ-μο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) σχεδίαση γραμμών· συνεκδ. σχεδιασμένες γραμμές: ~ βιβλίων.|| Θέσεις στάθμευσης που ορίζονται με λευκή ~. Βλ. -γράφηση, διαγράμμιση. 2. ΠΛΗΡΟΦ. φορμάτ: ~ αρχείου.
11264γραμμοειδής, ής, ές γραμ-μο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που φέρει γραμμές ή που μοιάζει με γραμμή: ~ή: φύλλα.|| (ΙΑΤΡ.) ~είς: (δερματικές) βλάβες/σκιάσεις (: σε ακτινογραφία). Πβ. ραβδ-, ριγ-ωτός. Βλ. -ειδής. ΣΥΝ. γραμμωτός [< μτγν. γραμμοειδής]
11265γραμμοκώδικαςγραμ-μο-κώ-δι-κας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. γραμμωτός/γραμμικός κώδικας.
11266γραμμομοριακός, ή, ό γραμ-μο-μο-ρι-α-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με το γραμμομόριο: ~ός: όγκος. ~ή: αναλογία/μάζα/σύσταση. ~ό: κλάσμα. [< αγγλ. gram-molecular, 1906]
11267γραμμομόριογραμ-μο-μό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): ΜΕΤΡΟΛ. -ΧΗΜ. μολ. [< γαλλ. molécule-gramme]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.