| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 11268 | γραμμοσκίαση | γραμ-μο-σκί-α-ση ουσ. (θηλ.) & γραμμοσκιά: σκίαση τμημάτων σχεδίου ή κειμένου (κυρ. ηλεκτρονικού) με λεπτές και συνήθ. παράλληλες γραμμές. | |
| 11269 | γραμμόφωνο | γραμ-μό-φω-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ώνου} (παλαιότ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή εγγραφής και αναπαραγωγής ήχου με βελόνα που ακολουθεί σπειροειδή τροχιά σε κύλινδρο και αργότερα σε περιστρεφόμενο δίσκο: πλάκες/χωνί ~ου. Βλ. πικάπ, σιντί. ΣΥΝ. φωνογράφος [< γαλλ. gramophone, 1901, αμερικ. εμπορ. ονομασ. Gramophone, 1887] | |
| 11270 | γραμμωμένος | , η, ο γραμ-μω-μέ-νος επίθ. (προφ.): (για σώμα) που είναι πολύ γυμνασμένο, ώστε οι μύες να έχουν αυξημένο όγκο και να διαγράφονται ανάγλυφα: ~η: κοιλιά. ~οι: κοιλιακοί. ~α: πόδια. Πβ. αθλητικός, γεροδεμένος, μυώδης. | |
| 11271 | γράμμωση | γράμ-μω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ίχνος, σημάδι, σχηματισμός με μορφή γραμμής: ~ώσεις στα νύχια/στο δέρμα (βλ. ρυτίδες). Μάρμαρο με χρωματικές ~ώσεις. Πβ. ραβδώσεις.|| (ΓΕΩΛ.) Τεκτονικές ~ώσεις (: στην επιφάνεια πλανήτη). Βλ. ρήγμα. 2. το να διαγράφονται έντονα οι μύες του σώματος ως αποτέλεσμα εντατικής γυμναστικής: ~ κοιλιακών. (προφ.) Κάνω ~ (: στο γυμναστήριο). Βλ. μπόντι-μπίλντινγκ, μυϊκότητα. [< αγγλ.-γαλλ. striation] | |
| 11272 | γραμμωτός | , ή, ό γραμ-μω-τός επίθ.: που έχει γραμμώσεις: ~ό: χαρτί.|| (ΒΟΤ.) ~ός: βλαστός. ~ά: φύλλα. Πβ. ραβδ-, ριγ-ωτός. ● ΣΥΜΠΛ.: γραμμωτός/γραμμικός κώδικας & ραβδωτός κώδικας: ΤΕΧΝΟΛ. διάταξη κάθετων γραμμών των οποίων το πάχος και οι μεταξύ τους αποστάσεις αντιστοιχούν σε έναν αριθμητικό κώδικα δεκατριών ψηφίων που χρησιμοποιείται για την ηλεκτρονική αναγνώριση προϊόντος: ~ ~ στα βιβλία (= ISBN). Αναγνώστης/ανιχνευτής/σαρωτής ~ού ~α (= σκάνερ). ΣΥΝ. γραμμοκώδικας, ραβδοκώδικας [< αγγλ. barcode, 1963] , σκελετικός/γραμμωτός μυς βλ. μυς | |
| 11273 | γρανάζι | γρα-νά-ζι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΜΗΧΑΝΟΛ. καθένας από τους οδοντωτούς τροχούς μηχανής ή μηχανισμού, οι οποίοι χρησιμοποιούνται για τη μετάδοση κίνησης με την εισχώρηση των προεξοχών του ενός στις εγκοπές του άλλου: τα ~ια της αλυσίδας. ● γρανάζια (τα) (μτφ.): σύστημα που λειτουργεί μηχανικά και απρόσωπα, με αδιάκοπη επανάληψη ή διαδοχή καταστάσεων, με αποτέλεσμα να παγιδεύει και να φθείρει όποιον εμπλέκεται σε αυτό: Έχει εγκλωβιστεί/μπλέξει στα ~ της γραφειοκρατίας (πβ. πλοκάμια)/της διαφθοράς/της εξουσίας/της κρατικής μηχανής. ● Υποκ.: γραναζάκι (το) ● ΦΡ.: κινεί τα νήματα/τα γρανάζια βλ. νήμα [< γαλλ. engrenage] | |
| 11274 | γραναζωτός | , ή, ό γρα-να-ζω-τός επίθ.: ΜΗΧΑΝΟΛ. που λειτουργεί με γρανάζι: ~ή: αντλία. ~ό: μηχάνημα. | |
| 11275 | γρανάτης | γρα-νά-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ομάδα πυριτικών ορυκτών με παρόμοια κρυσταλλική δομή και χημική σύνθεση, τα οποία χρησιμοποιούνται ως πολύτιμοι λίθοι ή λειαντικά. [< γαλλ. grenat] | |
| 11276 | γρανίτα | γρα-νί-τα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. παγωμένο ρόφημα από χυμό φρούτων και θρυμματισμένο πάγο: ~ λεμόνι/φράουλα. ~ ξυλάκι. Δροσιστικές/σπιτικές ~ες. Βλ. λεμονίτα, σορμπέ. [< ιταλ. granita] | |
| 11277 | γρανιτένιος | , ια, ιο γρα-νι-τέ-νιος επίθ. & (σπάν.) γρανίτινος, η, ο 1. ΟΡΥΚΤ. που είναι φτιαγμένος από γρανίτη: ~ια: στήλη. ~ιο: άγαλμα/μνημείο/πάτωμα. Βλ. -ένιος. 2. (μτφ.) ακλόνητος, σθεναρός, χαλύβδινος: ~ιος: χαρακτήρας. ~ια: άμυνα (: σε κείμενα αθλητικού περιεχομένου)/θέληση/πυγμή. Πβ. αλύγιστος, ανθεκτικός, ισχυρός. | |
| 11278 | γρανίτης | γρα-νί-της ουσ. (αρσ.) 1. ΟΡΥΚΤ. εκρηξιγενές πέτρωμα κρυσταλλικής δομής, πολύ σκληρό και μεγάλης αντοχής, το οποίο αποτελείται κυρ. από χαλαζία, αστρίους και μαρμαρυγίες και χρησιμεύει ως δομικό υλικό: πλακάκια από ~η. Βλ. βασάλτης, γάββρος, -ίτης2. 2. (μτφ.) (για πρόσ. ή πράγμα) σκληρό, ανθεκτικό: Η ψυχή του είναι από ~η. ● ΦΡ.: άμυνα (από) γρανίτη/μπετόν βλ. άμυνα [< γαλλ. granit(e), γερμ. Granit] | |
| 11279 | γρανιτικός | , ή, ό γρα-νι-τι-κός επίθ.: ΟΡΥΚΤ. που περιέχει γρανίτη ή αποτελείται από αυτόν: ~ό: μάγμα/πέτρωμα/στρώμα. [< γαλλ. granitique] | |
| 11280 | γρανίτινος | , η, ο βλ. γρανιτένιος | |
| 11281 | γρανιτώδης | , ης, ες γρα-νι-τώ-δης επίθ. {γρανιτώδ-εις (ουδ. -η), χωρ. γεν.} 1. ΟΡΥΚΤ. που περιέχει γρανίτη ή έχει τα χαρακτηριστικά του: ~η: εδάφη/όρη. 2. (σπάν.-μτφ.-λόγ.) που διακρίνεται για τη σταθερότητα και την αντοχή του: ~ης: αποφασιστικότητα/προσωπικότητα. Πβ. γρανιτένιος. Βλ. -ώδης. | |
| 11282 | γράπα | βλ. γκράπα | |
| 11283 | γραπτός | , ή, ό γρα-πτός επίθ. 1. που έχει αποδοθεί μέσω της γραφής, γραμμένος: ~ός: διαγωνισμός/κανονισμός/λόγος. ~ή: βαθμολογία/βεβαίωση (πβ. χειρόγραφη)/δήλωση/εγγύηση/εργασία/συμφωνία/σύσταση. ~ό: αίτημα/κείμενο/μήνυμα. ~ές: εξετάσεις/οδηγίες. ~ά: μνημεία (βλ. γραμματεία). Πβ. έγγραφος. ΑΝΤ. προφορικός.|| ~ό: Δίκαιο. ~οί: νόμοι. ΑΝΤ. άγραφος. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. που έχει ζωγραφικές παραστάσεις: ο ~ διάκοσμος του ναού. ● Ουσ.: γραπτά (τα) 1. το γραπτό μέρος εξετάσεων: Στα προφορικά έσκισα, αλλά δεν τα πήγα καλά στα ~. 2. & γραφτά: κάθε γραπτή παραγωγή λόγου: Οι αναγνώστες γνωρίζουν τους συγγραφείς μέσα από τα ~ τους. Βλ. βιβλίο, έργο, κείμενο, χειρόγραφο., γραπτό (το): κόλλα χαρτιού με τις απαντήσεις μαθητή ή υποψηφίου στα εξεταζόμενα θέματα: άριστο/καλό ~. Αναθεώρηση/διόρθωση/παράδοση/συγκέντρωση των ~ών. Το ~ μηδενίστηκε. Οι φοιτητές έχουν δικαίωμα να δουν τα ~ά τους. ● επίρρ.: γραπτά & γραπτώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: γραπτό δοκίμιο βλ. δοκίμιο ● ΦΡ.: (τα λόγια πετούν,) τα γραπτά μένουν (γνωμ.): για να δηλωθεί η σημασία του γραπτού λόγου, ο οποίος, σε σχέση με τον προφορικό, παραμένει για πάντα. Βλ. έπεα πτερόεντα. [< λατ. (verba volant,) scripta manent] ● βλ. γραφτό [< αρχ. γραπτός] | |
| 11284 | γράπωμα | γρά-πω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γραπώνω: σταθερό/σφιχτό ~. Βλ. πιάσιμο, σφίξιμο, τράβηγμα. ΣΥΝ. άρπαγμα, γάντζωμα (2) | |
| 11285 | γραπώνω | γρα-πώ-νω ρ. (μτβ.) {γράπω-σα | γραπών-ομαι, γραπώ-θηκα, -μένος, γραπών-οντας} (προφ.) 1. αρπάζω κάτι με απότομη και βίαιη κίνηση και το κρατώ σφιχτά: Τον ~σε από το λαιμό. ~σε την τσάντα και το 'βαλε στα πόδια.|| (μτφ.) ~σε την ευκαιρία (= άδραξε). 2. (μτφ.) συλλαμβάνω, τσακώνω: Τον ~σαν και τον έχωσαν στη στενή. ● Παθ.: γραπώνομαι 1. κρατιέμαι γερά από κάτι ή κάποιον: Το παιδί είχε ~θεί από τη/πάνω στη μητέρα του. ~μένος από το/στο σωσίβιο. ΣΥΝ. γαντζώνομαι (1) 2. (μτφ.) προσκολλώμαι: Έχει ~θεί από την/στην εξουσία. ΣΥΝ. αγκιστρώνομαι [< ιταλ. grappare] | |
| 11286 | γρασαδόρος | γρα-σα-δό-ρος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ειδική συσκευή για γρασάρισμα, κυρ. μηχανών: ~ φορητός. ~ χειρός/με αντλία αέρος. Πβ. λιπαντήρας. Βλ. -αδόρος. | |
| 11287 | γρασάρισμα | γρα-σά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): λίπανση με γράσο. Βλ. λάδωμα, -ισμα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ