Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [12160-12180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
11288γρασάρωγρα-σά-ρω ρ. (μτβ.) {γράσαρ-α | γρασάρ-εται, γρασαρ-ίστηκε, -ισμένος} (προφ.): λιπαίνω με γράσο: ~ την αλυσίδα (του ποδηλάτου)/τη μηχανή. [< ιταλ. ingrassare]
11289γρασίδιγρα-σί-δι ουσ. (ουδ.): χαμηλό χλωρό χορτάρι, γκαζόν· συνεκδ. η επιφάνεια που καλύπτεται από αυτό: κουρεμένο/συνθετικό ~. Κάθομαι/κυλιέμαι/ξαπλώνω στο ~. Μην πατάτε το ~ (: επιγραφή σε πάρκα ή δημόσιους κήπους). Πβ. χλόη, χλοοτάπητας. Βλ. -ίδι. [< μεσν. γρασίδι]
11290γράσογρά-σο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. παχύρρευστη λιπαντική ουσία που προέρχεται κυρ. από πετρέλαιο και χρησιμοποιείται για την προστασία και συντήρηση μηχανών και μηχανικών εξαρτημάτων: αδιάβροχο/συνθετικό ~. ~ ασβεστίου/λιθίου. Βιομηχανικά ~α. Βλ. βαζελίνη, πετρελαιοειδή, πετροχημικά. [< ιταλ. grasso]
11291γρατζουνάωβλ. γρατζουνώ & γρατζουνίζω
11292γρατζουνιάγρα-τζου-νιά ουσ. (θηλ.) & γρατσουνιά: επιφανειακό χάραγμα στο δέρμα ή σε άλλη επιφάνεια: ~ιές στο πρόσωπο. ΣΥΝ. αμυχή, γδάρσιμο, εκδορά.|| ~ιές στα έπιπλα. Η μηχανή είναι ολοκαίνουργια, χωρίς (ούτε μία/την παραμικρή) ~. ΣΥΝ. χαραγματιά, χαρακιά.
11293γρατζούνισμαγρα-τζού-νι-σμα ουσ. (ουδ.) & γρατσούνισμα: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γρατζουνώ: Πβ. γρατζουνιά, χαραγματιά.|| (μτφ.-ειρων.) ~ της κιθάρας. Βλ. παίξιμο. [< μεσν. γρατσούνισμα]
11294γρατζουνώ & γρατζουνίζω[γρατζουνῶ] γρα-τζου-νώ ρ. (αμτβ.) {-άς ... | γρατζούν-ισε (σπάν. -ησε), -ίσει, γρατζουν-ιέται, -ίστηκα, -ιστεί, -ώντας, -ισμένος} & γρατζουνάω & γρατσουνώ & γρατσουνίζω (προφ.) 1. χαράζω ελαφρά το δέρμα ή άλλη επιφάνεια: Με ~ισε η γάτα (με τα νύχια της). ~ισα το χέρι μου. ~ισμένα γόνατα.|| ~ισε το αυτοκίνητο, καθώς το πάρκαρε. Πβ. γδέρνω. 2. (μτφ.-ειρων.) παίζω αδέξια έγχορδο όργανο: ~ούσε την κιθάρα του. [< μεσν. γρατσουνίζω, ηχομιμητ. λ.]
11295γραφέαςγρα-φέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {γραφέ-α (λόγ.) -ως | -είς, -έων} ΣΥΝ. γραφιάς 1. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. (παλαιότ.) υπάλληλος που διεκπεραίωνε γραφικές εργασίες: ~ Α'/Β'. Βλ. αντι~, απο~, εγ~, κλητήρας. 2. ΣΤΡΑΤ. στρατιώτης επιφορτισμένος με τη διεκπεραίωση εργασίας γραφείου. [< αρχ. γραφεύς ‘γραμματέας, αντιγραφέας, συγγραφέας, ζωγράφος’]
11296γραφειακός, ή, ό γρα-φει-α-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με το γραφείο, ως έπιπλο ή χώρο: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: εργασία/στήριξη. ~ό: συγκρότημα. ~ά και λογιστικά καθήκοντα.
11297γραφείο[γραφεῖο] γρα-φεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. έπιπλο με τη μορφή συνήθ. μακρόστενου τραπεζιού με ή χωρίς συρτάρια, στο οποίο γράφει, μελετά ή εργάζεται κάποιος και συνεκδ. το δωμάτιο στο οποίο βρίσκεται: δρύινο/μεταλλικό/ξύλινο ~. ~ ηλεκτρονικού υπολογιστή (: εργονομικό έπιπλο με ενσωματωμένο συρόμενο συρτάρι για την τοποθέτηση πληκτρολογίου).|| Άνετο/ευρύχωρο ~. 2. χώρος στον οποίο ασκεί τις δραστηριότητές της μια επιχείρηση ή ένας οργανισμός: αρχιτεκτονικό/ασφαλιστικό/διαφημιστικό/δικηγορικό/ιδιωτικό/λογιστικό/(κτηματο)μεσιτικό/μελετητικό/μεταφραστικό/ναυτιλιακό/τεχνικό/τουριστικό/φοροτεχνικό ~. Στελέχη/υπάλληλοι ~ου. Το προσωπικό του ~ου. Μηχανοργάνωση ~ου. Τα ~α της εφημερίδας. Τα κεντρικά ~α της εταιρείας. Ανοίγω/διατηρώ/ιδρύω ~. Έκλεισε το ~. Στο ~ της ανακρίτριας οδηγήθηκε ο κατηγορούμενος. Έρευνα ~ου (: έρευνα αγοράς που γίνεται χωρίς να μετακινηθεί κανείς από το γραφείο, αξιοποιώντας πληροφορίες από ήδη υπάρχουσες πηγές ή το διαδίκτυο). Κάνει δουλειά ~ου. Βλ. επαγγελματική στέγη.|| (συνεκδ.) Κέρασα όλο το ~ (ενν. τους συναδέλφους). 3. υπηρεσία, κυρ. δημόσια ή κοινής ωφέλειας, με συγκεκριμένες αρμοδιότητες: ευρωπαϊκό/προξενικό/στρατολογικό ~. ~ αθλητισμού/δημοσίων σχέσεων/εκπαίδευσης/ευρέσεως εργασίας/κοινωνικής μέριμνας/πληροφοριών/υποστήριξης. Βλ. τηλε~. ● Υποκ.: γραφειάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: γραφείο τελετών/κηδειών: επιχείρηση που αναλαμβάνει τις διαδικασίες ταφής νεκρού και τα μνημόσυνα., πολιτικό/εκτελεστικό γραφείο ΠΟΛΙΤ. 1. ανώτατο καθοδηγητικό όργανο κόμματος· πολίτ μπιρό. 2. το επιτελείο ή το γραφείο ενός πολιτικού: το ~ ~ του (πρωθ)υπουργού. [< γαλλ. bureau politique] , ταξιδιωτικό γραφείο & γραφείο ταξιδίων: επιχείρηση που οργανώνει ομαδικές συνήθ. εκδρομές στην Ελλάδα ή το εξωτερικό. Πβ. ταξιδιωτικό/τουριστικό πρακτορείο. [< αγγλ. travel agency, 1927] , ώρες γραφείου: χρονικό διάστημα λειτουργίας επιχείρησης, οργανισμού ή υπηρεσίας: ~ ~ : Πέµπτη 10.00-13.00. Βλ. ώρες/ωράριο λειτουργίας., γραφείο αποκομμάτων βλ. απόκομμα, γραφείο αρωγής βλ. αρωγή, γραφείο διαμεσολάβησης βλ. διαμεσολάβηση, γραφείο διασύνδεσης βλ. διασύνδεση, Γραφείο Εναρμόνισης (στην Εσωτερική Αγορά) βλ. εναρμόνιση, γραφείο κίνησης βλ. κίνηση, γραφείο συνοικεσίων/γνωριμιών βλ. συνοικέσιο, Γραφείο Τύπου βλ. τύπος, εικονικό γραφείο βλ. εικονικός, κινητό γραφείο βλ. κινητός, Οβάλ Γραφείο βλ. οβάλ, σουίτα γραφείου βλ. σουίτα [< 1: μτγν. γραφεῖον 'αρχείο' 2,3: γαλλ. bureau]
11298γραφειοκράτηςγρα-φει-ο-κρά-της ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που υπηρετεί το γραφειοκρατικό σύστημα και ειδικότ. δημόσιος υπάλληλος, σχολαστικός και τυπολάτρης, που δυσχεραίνει και καθυστερεί την εξυπηρέτηση των πολιτών. Πβ. καρεκλοκένταυρος, μανδαρίνος. Βλ. -κράτης, χαρτογιακάς. [< γαλλ. bureaucrate, γερμ. Bürokrat]
11299γραφειοκρατίαγρα-φει-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) & (εσφαλμ.) γραφειοκρατεία: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. κατάσταση που επικρατεί στις δημόσιες κυρ. υπηρεσίες, η οποία χαρακτηρίζεται από σχολαστικές και περιττές διατυπώσεις, καθυστερήσεις στη διεκπεραίωση υποθέσεων, συγκέντρωση αρμοδιοτήτων στους υψηλά ιστάμενους και ελάχιστες πρωτοβουλίες στους ιεραρχικά κατώτερους, με αποτέλεσμα την ταλαιπωρία των πολιτών: η ~ του Δημοσίου. Η γλώσσα της ~ας (βλ. σχολαστικότητα, τυπολατρία). Καταπολέμηση/μείωση/πάταξη/περιορισμός της ~ας. Έχω μπλέξει με τη ~.|| (μτφ.) Η Λερναία Ύδρα της ~ας. Δέσμιοι/έρμαια/όμηροι της ~ας. Στα γρανάζια/πλοκάμια της ~ας. Πβ. υπαλληλοκρατία, χαρτοβασίλειο. Βλ. τεχνοκρατία, -κρατία. [< γαλλ. bureaucratie, γερμ. Bürokratie]
11300γραφειοκρατικοποίησηγρα-φει-ο-κρα-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γραφειοκρατικοποιώ: ~ των υπηρεσιών. Βλ. συγκεντρωτισμός. [< γαλλ. bureaucratisation, 1905]
11301γραφειοκρατικοποιώ[γραφειοκρατικοποιῶ] γρα-φει-ο-κρα-τι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {γραφειοκρατικοποι-εί | -είται, -ήθηκε, -ημένος}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. καθιστώ κάτι γραφειοκρατικό: Σύστημα που παρατείνει και ~εί τις διαδικασίες. ~ημένη: διοίκηση. ~ημένοι: μηχανισμοί. [< γαλλ. bureaucratiser]
11302γραφειοκρατικός, ή, ό γρα-φει-ο-κρα-τι-κός επίθ.: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. που σχετίζεται με τη γραφειοκρατία: ~ός: λαβύρινθος (βλ. δαίδαλος)/μηχανισμός. ~ή: διοίκηση/ελίτ/νοοτροπία. ~ό: κράτος/σύστημα. [< γαλλ. bureaucratique, γερμ. bürokratisch]
11303γραφένιογρα-φέ-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΦΥΣ. επίπεδο, δισδιάστατο πλέγμα ατόμων άνθρακα με πάχος ίσο με αυτό που έχει ένα άτομο, το οποίο θεωρείται ότι μπορεί να έχει πολλές εφαρμογές ιδιαίτερα στην ηλεκτρονική και τη νανοτεχνολογία: φύλλα ~ου. Κυκλώματα/τσιπ από ~. [< αγγλ. graphene, 1985, γαλλ. graphène, 2007]
11304γραφήγρα-φή ουσ. (θηλ.) 1. αναπαράσταση του λόγου με γραπτά σημεία (γράμματα) και ιδ. κάθε σύστημα γραφικών συμβόλων: αλφαβητική/βυζαντινή/εβραϊκή/εικονογραφική/ελληνική/επίσημη/ιαπωνική/ιερογλυφική/ιστορική (βλ. ετυμολογία)/κινεζική/λατινική/μουσική/συλλαβογραφική/σφηνοειδής/φωνητική ~. Ανάγλυφη (= σύστημα/γραφή Μπράιγ)/ηλεκτρονική/μονοτονική/πολυτονική ~. Κεφαλαιογράμματη/μεγαλογράμματη/μικρογράμματη ~. ~ των αριθμών. Αλγεβρική ~.|| (ΤΥΠΟΓΡ.) Έντονη (= μπολντ)/πλάγια/υπογραμμισμένη ~. 2. γράψιμο· ειδικότ. γραφικός χαρακτήρας: ορθή ~ (βλ. ορθογραφία). ~ του ονόματος με λατινικούς χαρακτήρες. Δεξιότητες/διαταραχές ~ής (βλ. δυσγραφία). Εξάσκηση του μαθητή στο κείμενο καθ' υπαγόρευση και στην ελεύθερη ~. Μαθαίνει ~ και ανάγνωση.|| Δυσανάγνωστη/ευανάγνωστη ~. Βλ. ανα~, αντι~, δια~, εγ~, επι~, μετα~, κακο-, καλλι-γραφία, παρα~, προ~. 3. ύφος κειμένου ή άλλου καλλιτεχνικού έργου: δημοσιογραφική/ειρωνική/επιστημονική/θεατρική/λογοτεχνική ~. Γυναικεία/ιδιόρρυθμη/ιδιότυπη/λακωνική/λιτή/προσωπική/πρωτότυπη/πυκνή/σατιρική/συμβολική/υπαινικτική ~. Πβ. γραφίδα, πένα.|| Σκηνοθέτης/ταινία με ανατρεπτική/αντισυμβατική/μοντέρνα ~. Ο καλλιτέχνης καταθέτει τη δική του εικαστική ~. Πβ. στιλ. 4. ΠΑΛΑΙΟΓΡ. ο τρόπος που γράφεται μια λέξη ή τμήμα κειμένου σε χειρόγραφο που διασώζει αρχαίο κείμενο: εσφαλμένη/ορθή ~. Διαφορετικές ~ές. ● ΣΥΜΠΛ.: Αγία Γραφή: ΘΕΟΛ. το σύνολο των βιβλίων της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, η Βίβλος. Πβ. Ιερά Γράμματα, το βιβλίο των βιβλίων., αυτόματη γραφή: ΛΟΓΟΤ. υπερρεαλιστική τεχνική που βασίζεται στον ελεύθερο συνειρμό. Βλ. συγ~. [< γαλλ. écriture automatique] , δημιουργική γραφή & δημιουργικό γράψιμο: μάθημα, σεμιναριακό ή πανεπιστημιακό, με αντικείμενο την καλλιέργεια του γραπτού λόγου και την ανάπτυξη συγγραφικών δεξιοτήτων. [< αγγλ. creative writing, 1922] , Ιερές Γραφές & Γραφές: ΘΡΗΣΚ. ιερά κείμενα: εβραϊκές/χριστιανικές ~ ~ (πβ. Ιερά Γράμματα). Βλ. Βίβλος, Κοράνι, Ταλμούδ., αναδυόμενη γραφή βλ. αναδυόμενος, γοτθική γραφή βλ. γοτθικός, γραμμική (γραφή) Α βλ. γραμμικός, γραμμική (γραφή) Β βλ. γραμμικός, δείγμα γραφής βλ. δείγμα, ιερατική γραφή βλ. ιερατικός, κατοπτρική γραφή βλ. κατοπτρικός ● ΦΡ.: στο κάτω κάτω (της γραφής) βλ. κάτω [< αρχ. γραφή, γαλλ. écriture]
11305γράφημαγρά-φη-μα ουσ. (ουδ.) {γραφήμ-ατος} 1. ΜΑΘ. δισδιάστατη αναπαράσταση της σχέσης μεταξύ ποσοτικών ή ποιοτικών δεδομένων (δύο μεταβλητών) με τη μορφή καμπύλης, ιστογράμματος, ραβδογράμματος ή κυκλικού διαγράμματος: ιστορικό/στατιστικό ~. Ημερήσιο ~ μετοχής. Πβ. γραφική παράσταση. || Πληροφορικό ~ [< αγγλ. infographic, 1979]. 2. ΠΛΗΡΟΦ. γράφος. 3. ΓΛΩΣΣ. ελάχιστη αντιθετική μονάδα ενός συστήματος γραφής: Το ~ λ μπορεί να πραγματωθεί ως Λ και λ. Πβ. γράμμα. Βλ. λέξ-, μόρφ-, φών-ημα. [< μτγν. γράφημα 'γράμμα' 1,2: αγγλ. graph 3: γαλλ. graphème, 1913, αγγλ. grapheme, 1932]
11307γραφηματικός, ή, ό γρα-φη-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το γράφημα: (ΓΛΩΣΣ.) ~ή: απόδοση/μορφή μιας λέξης. ~ό: σύστημα. Πβ. γραπτός, ορθογραφικός. Βλ. φωνητικός.|| (ΜΑΘ.) ~ός: χώρος. ~ή: παράσταση. ● επίρρ.: γραφηματικά: Ο φθόγγος [i] αποδίδεται ~ ως ι, η, υ, οι, ει, υι.
11310γραφιάςγρα-φιάς ουσ. (αρσ.) (μειωτ.) 1. αρθρογράφος, συγγραφέας: ~ιάδες των εφημερίδων. Βλ. -ιάς1. 2. (παλαιότ.) γραφέας. [< μεσν. γραφιάς]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.