| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 212 | αγγειοσυσπαστικός | , ή, ό [ἀγγειοσυσπαστικός] αγ-γει-ο-συ-σπα-στι-κός επίθ.: ΦΥΣΙΟΛ. που αναφέρεται στην αγγειοσύσπαση: ~ή: στηθάγχη. Η ~ή ικανότητα της αδρεναλίνης. ● Ουσ.: αγγειοσυσπαστικό (το): ΦΑΡΜΑΚ. φάρµακο που αυξάνει τη χαµηλή αρτηριακή πίεση: Τα ~ά χρησιμοποιούνται ως ρινικά αποσυμφορητικά. [< γαλλ. vasoconstricteur] | |
| 213 | αγγειοσυσταλτικός | , ή, ό [ἀγγειοσυσταλτικός] αγ-γει-ο-συ-σταλ-τι-κός επίθ.: ΦΥΣΙΟΛ. αγγειοσυσπαστικός. ΑΝΤ. αγγειοδιασταλτικός | |
| 214 | αγγειοσυστολή | [ἀγγειοσυστολή] αγ-γει-ο-συ-στο-λή ουσ. (θηλ.): ΦΥΣΙΟΛ. αγγειοσύσπαση. ΑΝΤ. αγγειοδιαστολή | |
| 215 | αγγειοτενσίνη | [ἀγγειοτενσίνη] αγ-γει-ο-τεν-σί-νη ουσ. (θηλ.) & αγγειοτασίνη: ΒΙΟΧ. αγγειοσυσπαστική ουσία που παράγεται στο πλάσμα του αίματος και προκαλεί αύξηση της αρτηριακής πίεσης, όταν η συγκέντρωσή της στον οργανισμό ξεπεράσει ένα όριο: αναστολείς/ανταγωνιστές/ένζυμο/υποδοχείς ~ης. Σύστημα ~ης-ρενίνης. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. angiotensin, 1958, γαλλ. angiotensine, 1968] | |
| 216 | αγγειοχειρουργική | [ἀγγειοχειρουργική] αγ-γει-ο-χει-ρουρ-γι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ειδικότητα με αντικείμενο τη διάγνωση και θεραπεία παθήσεων των αιμοφόρων αγγείων: μικροεπεμβατική ~. [< γαλλ. chirurgie vasculaire] | |
| 217 | αγγειοχειρουργικός | , ή, ό [ἀγγειοχειρουργικός] αγ-γει-ο-χει-ρουρ-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην αγγειοχειρουργική ή στον αγγειοχειρουργό: ~ός: καθετήρας. ~ή: μονάδα. Ελληνική ~ή Εταιρεία. | |
| 218 | αγγειοχειρουργός | [ἀγγειοχειρουργός] αγ-γει-ο-χει-ρουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) & (προφ.) αγγειοχειρούργος: ΙΑΤΡ. γιατρός ειδικευμένος στην αγγειοχειρουργική. [< αγγλ. vascular surgeon] | |
| 219 | αγγειώδης | , ης, ες [ἀγγειώδης] αγ-γει-ώ-δης επίθ. (επιστ.) 1. που αναφέρεται στα αιμοφόρα αγγεία των ανθρώπων και των ζώων ή στα αγγεία που μεταφέρουν τους χυμούς στα φυτά: ~εις σπίλοι στο πρόσωπο.|| (ΒΟΤ.) ~ης: ιστός. 2. (σπάν.) που είναι κοίλος σαν αγγείο: ~ης: κατασκευή. Βλ. -ώδης. ● ΣΥΜΠΛ.: αγγειώδης χιτώνας: ΑΝΑΤ. ο χιτώνας του ματιού που βρίσκεται μεταξύ του ινώδους και του αμφιβληστροειδούς. [< 1: γαλλ. vasculaire] | |
| 220 | αγγείωμα | [ἀγγείωμα] αγ-γεί-ω-μα ουσ. (ουδ.) {αγγειώμ-ατα}: ΙΑΤΡ. καλοήθης όγκος από αιμοφόρα ή λεμφικά αγγεία: λοιμώδες/σηραγγώδες/φλεβώδες/φλεγμονώδες ~. ~ ήπατος/προσώπου. Αραχνοειδή/αρτηριακά ~ατα. Βλ. αιμ~, λεμφ~, -ωμα2. [< γαλλ. angiome, αγγλ. angioma] | |
| 221 | αγγείωση | [ἀγγείωση] αγ-γεί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. δικτύωση των αγγείων σε όργανο ή περιοχή του σώματος: άτυπη/νεφρική ~. Η ~ των αμυγδαλών/του εγκεφάλου/του προστάτη. [< γαλλ. vascularisation] | |
| 222 | αγγελάκι | [ἀγγελάκι] αγ-γε-λά-κι ουσ. (ουδ.) 1. μικρός άγγελος και συνεκδ. κάθε αντικείμενο (κυρ. κόσμημα ή χριστουγεννιάτικο στολίδι) που έχει τη μορφή του: Ντύθηκαν ~ια με φτερά (για τη σχολική παράσταση). Βλ. διαβολάκι.|| Ασημένιο/κρεμαστό/κρυστάλλινο ~. 2. (μτφ.-οικ.) ως χαρακτηρισμός όμορφου και χαριτωμένου μικρού παιδιού ή γενικότ. ως προσφώνηση αγαπημένου προσώπου: Τι κάνει το ~ σας;|| Μου λείπεις ~ μου. Πβ. αγγελούδι. [1: μεσν. αγγελάκι] | |
| 223 | αγγελία | [ἀγγελία] αγ-γε-λί-α ουσ. (θηλ.) {αγγελι-ών} 1. σύντομο κείμενο που δημοσιεύεται σε έντυπο ή ηλεκτρονικό Μέσο Μαζικής Επικοινωνίας με στόχο τη γνωστοποίηση γεγονότος, την παροχή πληροφοριών για προσφορά ή ζήτηση υπηρεσιών: διαφημιστική/επίσημη ~. ~ γάμου. Καταχώριση/κωδικός ~ας. ~ες κηδειών/προς ναυτιλλομένους (: για θέματα ασφαλούς πλοήγησης, πβ. οδηγίες). Βάζω (μια) ~ στο διαδίκτυο/σε εφημερίδα. Ζητώ κάτι μέσω ~ας. Βλ. φωτο~. 2. {χωρ. πληθ.} (επίσ.) αναγγελία, είδηση: Η ~ του θανάτου της μας συντάραξε. Βλ. εξ~, προ~. ΣΥΝ. ανακοίνωση (1), κοινοποίηση ● ΣΥΜΠΛ.: μικρές αγγελίες: σύντομες καταχωρίσεις σε έντυπο ή ηλεκτρονικό μέσο, ταξινομημένες ανάλογα με το περιεχόμενό τους, και οι αντίστοιχες στήλες στις οποίες έχουν καταχωρηθεί: ~ ~ για αγοραπωλησίες ακινήτων και αυτοκινήτων/για εύρεση εργασίας. Βρίσκω/ψάχνω κάτι στις ~ ~. Ιστοσελίδα ~ών ~ών. [< γαλλ. petites annonces] , ροζ αγγελίες: σύντομες καταχωρίσεις σεξουαλικού περιεχομένου σε έντυπο ή ηλεκτρονικό μέσο με στόχο την αναζήτηση πελατείας. [< αρχ. ἀγγελία, γαλλ. annonce, publicité, αγγλ. advertisement] | |
| 224 | αγγελιαφόρος | βλ. αγγελιοφόρος | |
| 225 | αγγελική | [ἀγγελική] αγ-γε-λι-κή ουσ. (θηλ.) ΒΟΤ. 1. αρωματικός καλλωπιστικός θάμνος (γένος Pittosporum) με λευκοκίτρινα συνήθ. άνθη 2. γένος αρωματικών ποωδών φυτών (οικογ. Umbelliferae). [< 2: αγγλ. angelica, γαλλ. angélique] | |
| 226 | αγγελικός | , ή, ό [ἀγγελικός] αγ-γε-λι-κός επίθ. 1. (μτφ.) που έχει τα χαρακτηριστικά αγγέλου, που είναι ωραίος, αιθέριος, αγνός, καλός: ~ός: άνθρωπος/βίος/κόσμος. ~ή: μελωδία/μορφή/φωνή/ψυχή. ~ό: βλέμμα/κορμί/πλάσμα/πρόσωπο/χαμόγελο. Είναι εκθαμβωτική μέσα στην ~ή ομορφιά της.|| (ειρων.) Με κοίταξε/παρακάλεσε με ~ό ύφος (: προσποιητά αθώο). Πβ. αγγελόμορφος, θεϊκός. ΑΝΤ. διαβολικός 2. που αναφέρεται ή ανήκει στους αγγέλους: ~ός: ύμνος/χορός/ψαλμός. ~ή: ρομφαία. ~ό: τάγμα. ~ές: δυνάμεις. Πβ. χερουβικός. ● επίρρ.: αγγελικά ● ΣΥΜΠΛ.: αγγελικό σχήμα: ΕΚΚΛΗΣ. το ένδυμα που περιβάλλεται ο μοναχός ή η μοναχή, κυρ. το μοναχικό σχήμα: Έλαβε/ντύθηκε/πήρε/φόρεσε το ~ ~. Βλ. εκάρη μοναχός. ● ΦΡ.: αγγελικά πλασμένος βλ. πλάθω [< μτγν. ἀγγελικός, γαλλ. angelique] | |
| 227 | αγγελικότητα | [ἀγγελικότητα] αγ-γε-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): (μτφ.) το σύνολο των στοιχείων που καθιστούν κάποιον ή κάτι αγγελικό: ~ παιδιού. ~ και αθωότητα. Βλ. -ότητα. | |
| 228 | αγγελιοφόρος | , ος, ο [ἀγγελιοφόρος] αγ-γε-λι-ο-φό-ρος επίθ.: που φέρνει μηνύματα, ειδήσεις ή πληροφορίες: (ΑΡΧ.) ~ος: θεός. ~ο: πλοίο. Βλ. -φόρος.|| (ΒΙΟΛ.) ~οι: νευροδιαβιβαστές. ~ες: ουσίες. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αγγελιοφόρο Αρ-Εν-Έι (RNA): ΒΙΟΧ. τύπος του RNA (mRNA) που μεταφέρει τις απαραίτητες γενετικές πληροφορίες για τη σύνθεση της πρωτεΐνης στα κύτταρα. [< αγγλ. messenger RNA, 1961] | |
| 229 | αγγελιοφόρος | [ἀγγελιοφόρος] αγ-γε-λι-ο-φό-ρος ουσ. (αρσ.): που είναι επιφορτισμένος με τη μεταφορά ενός μηνύματος, μιας πληροφορίας (γραπτής ή προφορικής): (παλαιότ.) ειδικός/έμπιστος/έφιππος ~. (ΘΕΟΛ.) Ο ~ του Θεού (= ο αρχάγγελος Γαβριήλ)/(ΜΥΘ.) Ο ~ των θεών (= ο Ερμής). Βλ. -φόρος.|| (μτφ.) ~οι της δημοκρατίας/του εθελοντισμού/της ειρήνης. Οι μετεωρίτες είναι πολύτιμοι ~οι από το διάστημα.|| (ΒΙΟΛ.) Δεύτερος ~. Χημικοί ~οι.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Λογισμικό ~ων. Υπηρεσία ~ων σπαμ. [< αρχ. ἀγγελιαφόρος, γαλλ. messager] | |
| 230 | αγγέλλω | [ἀγγέλλω] αγ-γέλ-λω ρ. (μτβ.) {αγγέλ-θηκε, συνηθέστ. στον ενεστ.} (επίσ.-σπάν.): αναγγέλλω. Βλ. εξ~, προ~. [< αρχ. ἀγγέλλω] | |
| 231 | άγγελμα | [ἄγγελμα] άγ-γελ-μα ουσ. (ουδ.) {αγγέλμ-ατος | -ατα, -άτων} (λόγ.): είδηση, πληροφορία, μήνυμα: αισιόδοξο/ελπιδοφόρο/χαρμόσυνο ~. ~ αγάπης/ειρήνης. Στο άκουσμα του θλιβερού ~ατος δάκρυσε. Πβ. αγγελία, μαντάτο, νέο. Βλ. δι~, παρ~, προ~. [< αρχ. ἄγγελμα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ