| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 11311 | γραφίδα | γρα-φί-δα ουσ. (θηλ.) {γραφίδ-ων} 1. (μετωνυμ.) ύφος γραφής· συντάκτης κειμένου, συγγραφέας: Έχει γλαφυρή/καυστική ~.|| Οι δημοσιογραφικές ~ες (= οι αρθρογράφοι). Πβ. πένα. 2. ΠΛΗΡΟΦ. όργανο σε σχήμα μολυβιού, το οποίο χρησιμοποιείται είτε αντί πληκτρολογίου, για την εισαγωγή δεδομένων σε υπολογιστική συσκευή μέσω της επαφής του με την οθόνη αφής της, είτε αντί ποντικιού, για τη σχεδίαση γραφικών παραστάσεων σε κατάλληλη πινακίδα ψηφιοποίησης: ~ κινητού/υπολογιστή παλάμης. 3. (παλαιότ.) όργανο γραφής (ή χάραξης γραμμάτων και σχεδίων) με μυτερή άκρη: μεταλλικές ~ες (ΣΥΝ. πένα). ~ες φτερού. ΣΥΝ. κοντύλι (1) 4. ΤΕΧΝΟΛ. βελόνα (σε σεισμογράφο ή άλλα όργανα καταγραφής). Πβ. ακίδα. [< 3: αρχ. γραφίς] | |
| 11312 | γραφικά | γρα-φι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) (τα) 1. ΠΛΗΡΟΦ. {σπάν. στον εν. γραφικό} graphic - Any image that is especially linear in character, such as a drawing, and any image made by or for printmaking or digital imaging. εικόνες, σχέδια, γραφικές παραστάσεις, διαγράμματα που δημιουργούνται στον υπολογιστή με τη βοήθεια ειδικού λογισμικού: επεξεργασία/εφαρµογές/πακέτο/περιβάλλον ~ών. Παιχνίδι με διαδραστικά/κινούμενα/πολύχρωμα/στατικά/τρισδιάστατα ~. 2. εικόνες, φωτογραφίες, σχέδια που περιέχονται σε βιβλίο ή άλλη έντυπη έκδοση. 3. γραφικά είδη: χαρτικά-~. ● ΣΥΜΠΛ.: κάρτα γραφικών: ΠΛΗΡΟΦ. πλακέτα κυκλώματος μέσω της οποίας γίνεται προβολή εικόνων στην οθόνη του υπολογιστή. [< 1: αγγλ. (computer) graphics, 1966, 2: αγγλ. graphics 3: αρχ. γραφικός] | |
| 11313 | γραφικός | , ή, ό γρα-φι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στη γραφή: ~ός: χαρακτήρας (: ο προσωπικός τρόπος γραφής, ο τύπος των γραμμάτων). ~ή: δουλειά. ~ό: σύμβολο (βλ. γράμμα). ~ά: μέσα (: μπογιές, πινέλα, μαρκαδόροι). Βλ. αντι~, βιο~, εικονο~, ιδεο~, μετα~, μηχανο~, ορθο~, περι~, προ~, σημειο~, στενο~, συγ~, φυσιο~, φωνο~, χωρο~. 2. που μοιάζει με ζωγραφιά· όμορφος, χαριτωμένος: ~ός: κολπίσκος/οικισμός. ~ή: ακρογιαλιά/πόλη. ~ό: εκκλησάκι/λιμάνι/σημείο (πόλης)/σοκάκι/τοπίο/χωριό.|| (μειωτ., που έχει ιδιότυπη συμπεριφορά ή/και εμφάνιση:) ~ός: τύπος. ~ή: φιγούρα. Μη γίνεσαι ~! Κινδυνεύεις να καταντήσεις ~. 3. που αναφέρεται στα γραφικά ή στις γραφικές τέχνες· που σχετίζεται ή παριστάνεται με γράφημα: ~ός: σχεδιασμός. ~ό: αντικείμενο/εργαλείο (διαχείρισης αρχείων/ρύθμισης/σχεδιασµού)/σχέδιο. ~ή: αναπαράσταση/απεικόνιση (βλ. ραδιο~). ~ά: μέσα (: φωτογραφίες, διαγράμματα). Βλ. ολο~.|| (ΜΑΘ.) ~ή: κλίμακα/λύση/μέθοδος (: επίλυσης προβλημάτων με γεωμετρικά σχήματα). ● επίρρ.: γραφικά ● ΣΥΜΠΛ.: γραφικά (είδη): υλικά που χρησιμοποιούνται στο γράψιμο, όπως χαρτί, στιλό, φάκελοι, μελάνι., γραφικές τέχνες: εφαρμοσμένες τέχνες που σχετίζονται με τη σχεδίαση, διακόσμηση και γραφή ή εκτύπωση σε επίπεδες επιφάνειες και κατ΄ επέκτ. τα σχετικά επαγγέλματα. Πβ. γραφιστική. Βλ. ζωγραφική, ντιζάιν., γραφικό περιβάλλον & περιβάλλον γραφικών & γραφική διεπαφή χρήστη: ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα που διευκολύνει τη διαδραστικότητα μεταξύ χρήστη και ηλεκτρονικού υπολογιστή, παρέχοντας τη δυνατότητα επιλογής με το ποντίκι από μενού και ομάδες εικονιδίων: (φιλικό) ~ ~ επικοινωνίας/εργασίας. Εφαρμογή ~ού ~οντος. [< αγγλ. graphical environment, graphical user interface (GUI), 1981] , γραφική νουβέλα βλ. νουβέλα, γραφική παράσταση βλ. παράσταση, γραφική ύλη βλ. ύλη [ < 1: αρχ.-μτγν. γραφικός 2: ιταλ. pittoresco, γαλλ. pittoresque 3: γαλλ. graphique, αγγλ. graphic] | |
| 11314 | γραφικότητα | γρα-φι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του γραφικού: η ~ του τοπίου/χωριού.|| (μειωτ.) Η ~ σε όλο της το μεγαλείο! Βλ. ιδιορρυθμία, κιτς, φαιδρότητα, -ότητα. | |
| 11315 | γραφισμός | γρα-φι-σμός ουσ. (αρσ.) (επιστ.): γραφική αναπαράσταση από αισθητική άποψη: καθαρός/λιτός ~. ~ των κινήσεων/του σχεδίου/του χρώματος. Πβ. γραφικά, σχεδιασμός. Βλ. δερμο~, -ισμός. [< γαλλ. graphisme, 1920] | |
| 11316 | γραφίστας, γραφίστρια | γρα-φί-στας ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασκεί τη γραφιστική ως επάγγελμα. Βλ. εικονο-, σκιτσο-γράφος, σχεδιαστής. [< γαλλ. graphiste, 1966] | |
| 11317 | γραφιστική | γρα-φι-στι-κή ουσ. (θηλ.): εφαρμοσμένη τέχνη που χρησιμοποιεί σχεδιαστικά στοιχεία (εικόνες, σύμβολα, χρώματα, εφέ) για τη δημιουργία ή τη διακόσμηση λογότυπων, πινακίδων, εντύπων, αφισών, ιστοσελίδων: ηλεκτρονική ~. Πβ. γραφικές τέχνες. Βλ. ζωγραφική, ντιζάιν. [< αγγλ. graphic design, 1935] | |
| 11318 | γραφιστικός | , ή, ό γρα-φι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη γραφιστική: ~ός: σχεδιασμός. ~ή: επιμέλεια/τέχνη (= γραφιστική). ~ό: σχέδιο. ~ές: εφαρμογές. ● επίρρ.: γραφιστικά [< αγγλ. graphic] | |
| 11319 | γραφίτης | γρα-φί-της ουσ. (αρσ.) 1. ΟΡΥΚΤ. κρυσταλλική μορφή φυσικού ή τεχνητού άνθρακα, μαλακού και εύθρυπτου, με σκούρο γκρι ή μαύρο χρώμα, που είναι καλός αγωγός του ηλεκτρισμού και χρησιμεύει ως γραφική ύλη και ως επιβραδυντής σε πυρηνικούς αντιδραστήρες: κασέτα ~η (βλ. μελάνι, τόνερ). Μολύβια ~η. Βλ. -ίτης2. 2. (κατ΄επέκτ.) το σκούρο γκρι: καλσόν ~. Πβ. ανθρακί, μολυβί. [< γαλλ. graphite] | |
| 11320 | γραφο- | : α' συνθετικό κυρ. ουσιαστικών που αναφέρονται στη γραφή ή τον γραφικό χαρακτήρα: ~μηχανή.|| ~λογία. | |
| 11321 | γραφολογία | γρα-φο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): η μελέτη του γραφικού χαρακτήρα, ιδ. σε σχέση με την ανάλυση της προσωπικότητας. Βλ. -λογία. ● ΣΥΜΠΛ.: δικαστική γραφολογία: ΝΟΜ. εξέταση γραφής και εγγράφων σε δίκη, με χρήση επιστημονικών τεχνικών και μεθόδων, για θέματα που αφορούν τη γνησιότητα, την πατρότητα, την προέλευση, τη χρονολόγηση ή την παραποίησή τους. [< γαλλ. graphologie, αγγλ. graphology] | |
| 11322 | γραφολογικός | , ή, ό γρα-φο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη γραφολογία: ~ός: έλεγχος. ~ή: ανάλυση/πραγματογνωμοσύνη. | |
| 11323 | γραφολόγος | γρα-φο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ειδικός στη γραφολογία: αναλυτικοί/δικαστικοί ~οι. Βλ. -λόγος, επι~. [< γαλλ. graphologue, αγγλ. graphologist] | |
| 11324 | γραφομανία | γρα-φο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.): υπερβολική παραγωγή γραπτών κειμένων που συνήθ. υστερούν σε ποιότητα. Βλ. λογοδιάρροια, -μανία. [< γαλλ. graphomanie, αγγλ. graphomania] | |
| 11325 | γραφομηχανή | γρα-φο-μη-χα-νή ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανική ή ηλεκτρονική συσκευή με πλήκτρα, με την πίεση των οποίων οι χαρακτήρες αποτυπώνονται μέσω μελανοταινίας πάνω στο χαρτί: φορητή ~. ~ μπράιγ (: για τυφλούς).|| Ξέρει στενογραφία και ~. Βλ. τυφλό σύστημα, -μηχανή. [< γαλλ. machine à écrire] | |
| 11327 | γράφος | γρά-φος ουσ. (αρσ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. δομή αποτελούμενη από κορυφές (κόμβους ή σημεία) που συνδέονται μεταξύ τους με ακμές (γραμμές): (μη) κατευθυνόμενος ~. Θεωρία των ~ων. Βλ. δενδροδιάγραμμα. 2. ΜΑΘ. γράφημα. [< αρχ. γράφος (τό) 'γραπτός νόμος', αγγλ. graph, γαλλ. graphe, 1926] | |
| 11329 | γραφτό | γρα-φτό ουσ. (ουδ.) (προφ.): πεπρωμένο: Είναι της μοίρας μου ~/(Δεν) ήταν ~ (μου) να ... Πβ. ειμαρμένη, κισμέτ, ριζικό. ΣΥΝ. γραμμένο ● βλ. γραπτός [< μεσν. γραπτόν] | |
| 11331 | γράφω | γρά-φω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έγρα-ψα, γρά-φ(τ)ηκα (λόγ. εγράφ-η, -ησαν, μτχ. πληθ. ουδ. γραφ-έντα), γρα-φ(τ)εί, -μμένος, γράφ-οντας, -όμενος} 1. σχηματίζω σύμβολα γραφής (γράμματα, αριθμούς, νότες): ~ αργά/γρήγορα/ευανάγνωστα/καθαρά (βλ. καθαρο~)/καλλιγραφικά/ορθογραφημένα (ΑΝΤ. ανορθόγραφα). ~ στον (ηλεκτρονικό) υπολογιστή/στον πίνακα/στο τετράδιο/σε χαρτί. ~ με κιμωλία/μολύβι/σπρέι (βλ. γκράφιτι). ~ με το χέρι. ~ ολογράφως και αριθμητικά. ~ καθ' υπαγόρευση. ~ τη διεύθυνσή μου/το όνομά μου/το τηλέφωνό μου/μια φράση (= σημειώνω). ~ καμπύλη/κύκλο (= σχεδιάζω). Να ~φτεί αλγόριθμος/συνάρτηση. Μαθαίνει να ~ει. Δεν ξέρει να ~ει και να διαβάζει (βλ. αγράμματος, αναλφάβητος). Διαγράφω/σβήνω αυτό που ~ψα. Γράψε ό,τι σου πω. Το στιλό δεν ~ει (= τελείωσε το μελάνι). Το κείμενο έχει ~φτεί με κεφαλαία/μεγάλα/μικρά/πλάγια γράμματα. Πώς ~εται αυτή η λέξη; (βλ. ορθογραφώ). Στους κωδικούς ... θα ~φεί το σύνολο των εξόδων (= καταχωρηθεί). Ο μετρητής ~ει τη ροή του πετρελαίου (πβ. κατα~). Βλ. αντι~, ξανα~, προ~.|| Δεν μπορώ να διαβάσω τι ~ει (= αναγράφεται) στον πίνακα. 2. συντάσσω κείμενο, παράγω συγγραφικό ή μουσικό έργο και ειδικότ. διατυπώνω γραπτώς την άποψή μου: ~ αναφορά/γράμμα/δοκίμιο/επιφυλλίδα/θεατρικό έργο/κριτική/λίβελο (= λιβελογραφώ)/μελέτη/μήνυμα/ποίημα/στίχους. ~ει άσχημα/γλαφυρά/εύκολα/καλά/κατανοητά/όμορφα/παραστατικά. ~ει τη βιογραφία του. ~ σενάριο για την τηλεόραση. ~ για ποικίλα θέματα/το πλατύ κοινό. Είναι γνωστό ότι ~ει (= συγγράφει). ~ει σε έντυπα/εφημερίδες/περιοδικά (= αρθρογραφεί, δημοσιογραφεί). Της ~ψε να μην έρθει. Το ~ψε για πρώτη φορά (= το πρωτόγραψε). Του ~ψα πολλές φορές (βλ. αλληλογραφώ). Το βιβλίο ~φτηκε βιαστικά και πρόχειρα. (σε επιστολή) Σου ~ δυο γραμμές/λόγια. Εγχειρίδιο ~μμένο για ειδικούς/μαθητές. Κείμενο ~μμένο στα Αγγλικά. Μη ~εις υπερβολές (: μην υπερβάλλεις). Τι συμπεραίνετε από τα ~έντα/~όμενα;|| Τι ~ει ο ξένος Τύπος; (= αναφέρει, σχολιάζει). Οι εφημερίδες ~ψαν αρνητικά σχόλια (= δημοσίευσαν).|| Πώς ~ψες στις εξετάσεις; (: πώς τα πήγες;). Τον ~ψε ο τροχονόμος (: του έδωσε κλήση). Ο γιατρός του ~ψε αντιβίωση (πβ. συνταγογραφώ).|| ~ μουσική/μια συμφωνία/τραγούδια. Έργο ~μμένο για βιολί και τσέλο/φωνή και ορχήστρα.|| Ο συγγραφέας ~ει ότι ... (= υποστηρίζει). 3. μεταφέρω, αποθηκεύω πληροφορίες, δεδομένα σε ηλεκτρονική συσκευή (με σκοπό την αναπαραγωγή τους), κάνω εγγραφή: ~ εφαρμογές για το ίντερνετ/σε αρχείο. ~ την ταινία στο βίντεο/ντιβιντί. ~ψα το τραγούδι στο μαγνητόφωνο/σε σιντί. Πρόγραμμα ~μμένο σε συμβολική γλώσσα. 4. καταχωρώ τα στοιχεία κάποιου σε μητρώο, κατάλογο, λίστα, εγγράφω: ~ το παιδί στο σχολείο/φροντιστήριο/ωδείο. Έχω ~φτεί σε φόρουμ. Είναι ~μμένος στο δημοτολόγιο/στον εκλογικό κατάλογο/στο κόμμα/στα μητρώα αρρένων/στη σχολή/στο σωματείο. Βλ. ανα~, απο~, μετα~, παρα~, προσ~. ΑΝΤ. διαγράφω (2), ξεγράφω (2) 5. παρέχω με διαθήκη περιουσιακό στοιχείο σε κάποιον: Της ~ψε το οικόπεδο/σπίτι (: της το άφησε/μεταβίβασε). ΣΥΝ. κληροδοτώ (1) ● Μτχ.: γραμμένος , η, ο (προφ.) 1. που έχει προκαθοριστεί, προδιαγεγραμμένος: Ήταν ~ο να ... (: ήταν γραφτό, μοιραίο). 2. που έχει όμορφο σχήμα, καλοσχηματισμένος: ~α: μάτια/φρύδια. ● ΦΡ.: (στο καλό) και να μας γράφεις! (ειρων.): δήλωση αδιαφορίας για την αποχώρηση κάποιου: Αρκετά σ' ανέχτηκα, άντε γεια, ~ ~., γράφω (κάποιον/κάτι) στα παλιά μου τα παπούτσια/(λόγ.) στα παλαιότερα των υποδημάτων μου & εκεί που δεν πιάνει μελάνι/(παρωχ.) στα παλιά μου τα τεφτέρια (προφ.): δείχνω χαρακτηριστική αδιαφορία, περιφρόνηση, υποτιμώ. , γράφω κάτι στο γόνατο/στο πόδι (μτφ.): συντάσσω κείμενο βιαστικά και πρόχειρα: Η εργασία σου είναι γραμμένη ~., έγραψε (κάτι) με το αίμα του (μτφ.): θυσιάστηκε για κάποιον ιερό, σημαντικό σκοπό: Έγραψαν με το αίμα τους μερικές από τις λαμπρότερες σελίδες της Ιστορίας του έθνους., έγραψε! (ως επιφών.-αργκό): για να δηλωθεί έντονη επιδοκιμασία, πολύ ευχάριστη έκπληξη, θαυμασμός: Τι ατάκα ήταν αυτή, ~!, ό,τι γράφει δεν ξεγράφει: για δήλωση του αναπότρεπτου της μοίρας (για το μέλλον) ή της αδυναμίας επανόρθωσης (για το παρελθόν): Αν είναι να σου τύχει, θα σου τύχει κι ~ ~. Δεν μπορείς να γυρίσεις τον χρόνο πίσω: ~ ~., τον γράφω/τον έχω γραμμένο (προφ.): δεν του δίνω καμιά απολύτως σημασία: Με ~ει κανονικά. Ας λέει ό,τι θέλει, τον έχω γραμμένο!, (γράφω κάποιον/κάτι) στα μαύρα κατάστιχα βλ. κατάστιχο, (γράφω κάτι/κάτι γράφεται) με χρυσά γράμματα (στην ιστορία) βλ. γράμμα, αν/άμα ..., (εμένα) σφύρα μου/να μου σφυρίξεις (κλέφτικα)/γράψε μου/να μου γράψεις! βλ. σφυρίζω, γράφει/έγραψε/θα γράψει ιστορία βλ. ιστορία, γράφεται στο χιόνι βλ. χιόνι, γράφω (κάποιον/κάτι) στ' αρχίδια μου/στα παπάρια μου βλ. αρχίδι, γράψε σβήσε/σβήσε γράψε βλ. σβήνω, γράψε/γράψτε λάθος βλ. λάθος, πού το βρήκες γραμμένο; βλ. βρίσκω ● βλ. γραμμένο [< 1,2,4: αρχ. γράφω 3: αγγλ. record, γαλλ. enregistrer 5: μεσν. σημ.] | |
| 11332 | γράφων | γρά-φων ουσ. (αρσ.) {γράφ-οντος | -οντες} , γράφουσα (η) (επίσ.): συντάκτης ή συγγραφέας ενός κειμένου (με αναφορά σε τρίτο πρόσωπο ή στον ίδιο του τον εαυτό): Κατά τον ~οντα, ... Η ~ουσα υποστήριξε ότι ... Πβ. υπογράφων, υποφαινόμενος. Βλ. αιτών, βεβαιών, δηλών. [< αρχ. γράφων] | |
| 11333 | γράψιμο | γρά-ψι-μο ουσ. (ουδ.) {γραψίμ-ατος | σπανιότ. -ατα} 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γράφω, η παραγωγή γραπτών κειμένων· κατ΄επέκτ. ο τρόπος γραφής ή σπανιότ. ο γραφικός χαρακτήρας: ~ των ασκήσεων. ~ ενός άρθρου (= σύνταξη). Έχει ταλέντο στο ~ (: στη συγγραφή). Πβ. γραφή.|| ~ατα (: μουτζούρες, σχέδια) στους τοίχους.|| Δημιουργικό/ποιοτικό ~. Το ~ό του (: το ύφος του) είναι στρωτό και γλαφυρό. 2. (μτφ.-προφ.) επιδεικτική αδιαφορία, περιφρόνηση: Τέτοιο ~ δεν το περίμενα. Πβ. κλάσιμο. Βλ. γράφω (κάποιον/κάτι) στα παλιά μου τα παπούτσια. [< μεσν. γράψιμον] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ