| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 11334 | γρεβενιώτικος | , η, ο γρε-βε-νιώ-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τα Γρεβενά ή/και τους Γρεβενιώτες. | |
| 11335 | γρέγος | γρέ-γος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): ΝΑΥΤ. βορειοανατολικός άνεμος. Βλ. γαρμπής, λεβάντες, μαΐστρος, σιρόκος, τραμουντάνα. ΣΥΝ. μέσης [< μεσν. γρέγος < βεν. grego] | |
| 11336 | γρέζι | γρέ-ζι ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λαϊκό): ακανόνιστη προεξοχή που δημιουργείται σε επιφάνεια κατά την κοπή· συνεκδ. μικροσκοπικό θραύσμα, ρίνισμα: κοπές ακριβείας χωρίς ~ια. Λειαίνω/τροχίζω τα ~ια.|| Υπολείμματα και ~ια. Βλ. σιδεροπρίονο, τόρνος, φρέζα.|| (μτφ., κυρ. για τραγουδιστή) ~ στη φωνή. ΣΥΝ. βραχνάδα. [< ιταλ. greggio] | |
| 11337 | γρεναδιέρος | γρε-να-διέ-ρος ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι που ζει σε βαθιά νερά (επιστ. ονομασ. Macrurus fabricii ή rupestris), με μεγάλο κεφάλι και σώμα που λεπταίνει σταδιακά, καταλήγοντας σε μακριά ουρά παρόμοια με αυτή του ποντικού. [< γαλλ. grenadier] | |
| 52336 | γρεναδιέρος | τσίρ-κου-λο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) : φαιδρό θέαμα: διαφημιστικό/τηλεοπτικό ~.|| (για πρόσ.) Είναι μεγάλο ~! ΣΥΝ. τσίρκο (2) ● ΦΡ.: έγινε τσίρκουλο: κατάντησε γελοίος., κάνω κάποιον/κάτι τσίρκουλο: το(ν) γελοιοποιώ: Τον έκανε ~ με τη συμπεριφορά της. [< ιταλ. circolo] | |
| 11338 | γρεναδίνη | γρε-να-δί-νη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κοκκινωπό σιρόπι ροδιού που χρησιμοποιείται για να δώσει άρωμα και γλυκιά γεύση, συνήθ. σε κοκτέιλ ή γλυκά. Βλ. -ίνη. [< γαλλ. grenadine] | |
| 11339 | γρήγορα | γρή-γο-ρα επίρρ. {γρηγορότ-ερα} 1. με μεγάλη ταχύτητα: Οδηγούσε/περπατούσε (πολύ) ~. Τρέχει πιο ~ απ΄ όλους. Μη μιλάς τόσο ~! ΣΥΝ. γοργά, ταχέως (1) ΑΝΤ. αργά (1), βραδέως, σιγά-σιγά 2. αμέσως, βιαστικά, χωρίς καθυστέρηση: Πήγε κι ήρθε ~, χωρίς να χάσει χρόνο. Ντύθηκε ~ (~), για να προλάβει. Έλα/τρέξε ~ (πβ. τώρα), να δεις τι γίνεται! Κάνε ~ (= βιάσου), μην αργείς! Να μου απαντήσεις όσο πιο ~ μπορείς (: το γρηγορότερο δυνατό). Πβ. εν ριπή οφθαλμού. ΑΝΤ. με το πάσο (του) ... 3. σε σύντομο χρονικό διάστημα: Η υπόθεση ξεχάστηκε ~. Εύχομαι να γίνεις ~ καλά. ΣΥΝ. σύντομα (1) ● ΦΡ.: πιο γρήγορα, πιο ψηλά, πιο δυνατά (λατ. citius, altius, fortius): ΑΘΛ. επίσημο σύνθημα των Ολυμπιακών Αγώνων, που προτρέπει τους αθλητές να ξεπεράσουν τον εαυτό τους στο πλαίσιο της ευγενούς άμιλλας., στα γρήγορα: βιαστικά: Ετοίμασε τα πράγματά του ~ ~ κι έφυγε. Πβ. στο άψε σβήσε., αργά ή γρήγορα βλ. αργά ● βλ. γρήγορος [< μτγν. γρήγορα] | |
| 11340 | γρηγοράδα | γρη-γο-ρά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): η ιδιότητα του γρήγορου. Πβ. γοργότητα, σβελτάδα, ταχύτητα. Βλ. -άδα. ΑΝΤ. βραδύτητα [< μεσν. γρηγοράδα] | |
| 11341 | Γρηγόρης | Γρη-γό-ρης κύριο όν. (αρσ.) (προφ.-κυρ. παλαιότ.): πράσινη φωτεινή ένδειξη σε σηματοδότη που μοιάζει με ανθρωπάκι και επιτρέπει τη διέλευση στους πεζούς: Θα περάσουμε, όταν ανάψει ο ~. ΑΝΤ. Σταμάτης | |
| 11342 | γρηγοριανός | , ή, ό γρη-γο-ρι-α-νός επίθ.: στα ● ΣΥΜΠΛ.: γρηγοριανό/νέο ημερολόγιο & πολιτικό ημερολόγιο: που εισήχθη στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης του Πάπα Γρηγορίου ΙΓ' (1582) και ισχύει στις περισσότερες χώρες του κόσμου (στην Ελλάδα από το 1923). Βλ. ιουλιανό/παλαιό ημερολόγιο., γρηγοριανό μέλος βλ. μέλος2 [< μεσν. λατ. gregorianus] | |
| 11343 | γρήγορος | , η, ο γρή-γο-ρος επίθ. {γρηγορότ-ερος, -ατος} & (λαϊκό) γλήγορος ΣΥΝ. ταχύς ΑΝΤ. αργός, βραδύς 1. που κινείται ή γενικότ. εκτελεί μια ενέργεια με μεγάλη ταχύτητα: ~ος: δρομέας. ~α: αυτοκίνητα. ~ σαν αστραπή/σφαίρα. (Απίστευτα/εξαιρετικά/φοβερά) ~ στη δουλειά του (= σβέλτος)/στο τρέξιμο. Το πιο ~ο ζώο στον κόσμο.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ος: υπολογιστής. ~ο: πρόγραμμα. Φτηνό και ~ο ίντερνετ.|| (μτφ., για πρόσ.) Είναι ~ο μυαλό (: έχει ~η αντίληψη· πβ. έξυπνος, εύστροφος). 2. που γίνεται με ταχύτητα ή μέσα σε λίγο χρόνο, χωρίς καθυστέρηση: ~ος: σφυγμός (βλ. ταχυκαρδία)/χορός. ~η: αναπνοή/ανάπτυξη/απάντηση/οδήγηση/πρόοδος. ~ες: αλλαγές. Πρακτικές, ~ες κατασκευές. Εύκολες και ~ες συνταγές. Με ~ες κινήσεις. (ως ευχή) ~η ανάρρωση! (ως επίρρ.) Ήρθα το ~ερο δυνατό (: όσο πιο γρήγορα μπορούσα).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~η: αναζήτηση/σύνδεση. ~οι: σύνδεσμοι.|| (βιαστικός:) ~ο: ταξίδι (πβ. ταξίδι-αστραπή). Έκανε έναν ~ο υπολογισμό. Έριξε μια ~η ματιά. Πήγαινε με ~ο βήμα. Πήρες μια ~η απόφαση, χωρίς να σκεφτείς προηγουμένως. ● ΣΥΜΠΛ.: γερό/γρήγορο πιρούνι βλ. πιρούνι, γρήγορο πιστόλι βλ. πιστόλι, γρήγορο φαγητό βλ. φαγητό ● ΦΡ.: με γρήγορους ρυθμούς: με μεγάλη ταχύτητα: εξάπλωση της νόσου με ~ ~ (= αλματωδώς)., σε γρήγορη κίνηση: (σε κινηματογράφο, τηλεόραση, βίντεο) αναπαραγωγή κινούμενης εικόνας σε ταχύτητα μεγαλύτερη από την κανονική: λήψεις/πλάνο/ταινία/φάση ~ ~. Βάζω μια σκηνή ~ ~.|| (μτφ.) Όλη η ζωή του ~ ~. ΑΝΤ. σε αργή κίνηση [< αγγλ. in fast motion] ● βλ. γρήγορα [< μεσν. γρήγορος] | |
| 11344 | γρηγορόσημο | γρη-γο-ρό-ση-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.-ειρων.): παράνομη πρακτική χρηματισμού δημοσίων υπαλλήλων, προκειμένου να παρακαμφθούν γραφειοκρατικά εμπόδια και να διεκπεραιωθεί πιο γρήγορα συγκεκριμένη συναλλαγή με το Δημόσιο. Πβ. λάδωμα, μίζα, φακελάκι. Βλ. -σημο. | |
| 11345 | γρηγορώ | [γρηγορῶ] γρη-γο-ρώ ρ. (αμτβ.) {γρηγορ-είτε | -ούσαν} (λόγ.): βρίσκομαι σε διαρκή εγρήγορση: Οι φύλακες ~ούν (= έχουν γνώση). Πβ. επαγρυπνώ. ΑΝΤ. επαναπαύομαι, εφησυχάζω (1) ● γρηγορείτε!: (ως προτροπή) να είστε σε επαγρύπνηση, εγρήγορση, ετοιμότητα: (σε εκκλησιαστικά κείμενα) ~ και προσεύχεσθε! Βλ. έσο έτοιμος. [< μτγν. γρηγορῶ] | |
| 11346 | γρι | επίρρ. & (σπάν.) γρυ: μόνο στη ● ΦΡ.: δεν καταλαβαίνω/δεν ξέρω/δεν σκαμπάζω γρι (προφ.): τίποτα απολύτως: Δεν καταλαβαίνω ~ (= λέξη) απ' όσα λες. Δεν ξέρει/δεν σκαμπάζει ~ Ελληνικά/από υπολογιστές (πβ. δεν ξέρει την τύφλα του). [< αρχ. οὐδὲ γρῦ] | |
| 11350 | γρι-γρι | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & γριγρί: μηχανοκίνητο αλιευτικό που συνοδεύεται συνήθ. από ρυμουλκούμενο βοηθητικό σκάφος για αλίευση με κυκλικά δίχτυα με τη βοήθεια δυνατής λάμπας· συνεκδ. κυκλικά δίχτυα: ~ ημέρας/νύχτας. Βλ. καΐκι, πυροφάνι, τράτα. [< λ. ηχομιμητ., πβ. τουρκ. gιrgιr] | |
| 11347 | γριά | γρι-ά ουσ. (θηλ.) 1. (συνήθ. μειωτ.) ηλικιωμένη γυναίκα: ο γέρος κι η ~. Πβ. γερόντισσα, γιαγιά, γραία.|| (κ. ως επίθ.) ~ γειτόνισσα. Είναι ~. Βλ. καλο-, κωλό-, μουστό-, μπαμπό-, παλιό-, σκατό-γρια. ΑΝΤ. νέα, νεαρή. 2. (προφ.) (συνήθ. + κτητ. αντων.) χαρακτηρισμός ηλικιωμένης γυναίκας από τον σύζυγο ή τα παιδιά της: Πήγε να δει τη ~ του (= τη μάνα του). ● Υποκ.: γριούλα (η): Βλ. κυρούλα. ● ΣΥΜΠΛ.: γριά αλεπού βλ. αλεπού, μαλλί της γριάς βλ. μαλλί ● ΦΡ.: καλόμαθε/γλυκάθηκε η γριά στα σύκα (θα φάει/κι έφαγε και τα συκόφυλλα) & γλυκάθηκε η γριά στο μέλι, θα φάει και το κουβέλι (παροιμ.): για να δηλωθεί ο εθισμός σε απολαύσεις και η δυσκολία με την οποία κάποιος τις αποχωρίζεται., εδώ ο κόσμος καίγεται/χάνεται και η γριά/το μουνί χτενίζεται βλ. χτενίζω, η γριά/η παλιά (η) κότα έχει το ζουμί βλ. ζουμί, λέγε λέγε το κοπέλι, κάνει την κυρά/τη γριά και/να θέλει βλ. κοπέλι ● βλ. γέρος [< μεσν. γριά ] | |
| 11348 | γρια- | (λαϊκό-οικ.): προτακτικό κύριου θηλυκού ονόματος ή ουσιαστικού που δηλώνει ιδιότητα: Η ~-Γιωργία/παπαδιά.|| (μειωτ.) Γρια-μάγισσα. Βλ. κυρα-, μπαρμπα-. | |
| 11349 | γριβάδι | γρι-βά-δι ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. (κοινό) κυπρίνος. Βλ. πεταλούδα. [< μεσν. γριβάδι] | |
| 11351 | γρικώ | [γρικῶ] γρι-κώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {γρικ-άς, -ά κ. -άει | (σπάν.) γρίκ-ησα | γρικ-ιέται} & γρικάω & αγρικώ (λαϊκό-λογοτ.): ακούω και κατ' επέκτ. καταλαβαίνω. Πβ. νογώ, σκαμπάζω, χαμπαριάζω. [< μεσν. γροικώ] | |
| 11352 | γρίλιες | γρί-λιες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. γρίλια} 1. καθεμία από τις στενές, οριζόντιες και επικλινείς λωρίδες των παραθυρόφυλλων, που επιτρέπουν την ελεγχόμενη είσοδο αέρα και φωτός: Οι ακτίνες του ήλιου έμπαιναν από τις ~. Κοιτούσε μέσα από τις ~ (πβ. κρυφοκοιτάζω). Βλ. στόρια. 2. (κατ΄επέκτ., σε μηχάνημα) αντίστοιχη διάταξη που επιτρέπει την είσοδο ή έξοδο αέρα: ~ εξαερισμού/ψυγείου (αυτοκινήτου). Οι ~ του κλιματιστικού (= περσίδες). [< βεν. (ή ιταλ.) griglia] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ