| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 11353 | γρίνια | βλ. γκρίνια | |
| 11354 | γρινιάζω | βλ. γκρινιάζω | |
| 11355 | γρινιάρης | , α, ικο βλ. γκρινιάρης | |
| 11356 | γρινιάρικος | , η, ο βλ. γκρινιάρικος | |
| 11357 | γρίπη | γρί-πη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εξαιρετικά μεταδοτική ιογενής λοίμωξη του αναπνευστικού, η οποία εμφανίζεται κυρ. κατά τους χειμερινούς μήνες και εκδηλώνεται με πυρετό, πονοκέφαλο, βήχα, ρινική καταρροή, μυϊκό πόνο, κόπωση, ατονία και ενίοτε γαστρεντερικά συμπτώματα: εποχική/φονική ~. (ΙΣΤ.) Ασιατική (1957-58)/ισπανική (1918-19) ~ (: πανδημία ~ης). Κυκλοφορεί/σέρνεται ~. Άρπαξε/έχει/κόλλησε ~. Προσβλήθηκε από ~. Δεν είναι κάτι σοβαρό, μια απλή ~. Βλ. ίωση, κρυολόγημα, συνάχι. ● Υποκ.: γριπούλα (η): ελαφράς μορφής γρίπη. ● ΣΥΜΠΛ.: γρίπη των πτηνών/των πουλερικών βλ. πτηνό, γρίπη των χοίρων βλ. χοίρος [< γαλλ. grippe] | |
| 11358 | γριπιασμένος | , η, ο βλ. γριπωμένος & γριπιασμένος | |
| 11359 | γρίπος | [γρῖπος] γρί-πος ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.) 1. δίχτυ με φελλούς στο άνω άκρο του και βαρίδια στο κάτω, το οποίο έριχναν σε ρηχά νερά και στη συνέχεια το τραβούσαν από τη στεριά ή από βάρκα, ώστε καθώς αυτό μαζευόταν, να πιάνονται όσα ψάρια βρίσκονταν στο πέρασμά του· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη τεχνική ψαρέματος (απαγορευμένη στις μέρες μας, επειδή θεωρήθηκε καταστροφική για το(ν) γόνο των ψαριών)· η σχετική λέμβος. Πβ. απλάδι, βιντζότρατα, τράτα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή για την περισυλλογή ναρκών ή άλλων αντικειμένων από τον βυθό. [< 1: μτγν. γρῖπος] | |
| 11360 | γριπώδης | , ης, ες γρι-πώ-δης επίθ. {γριπώδ-ους | -εις (-η)}: ΙΑΤΡ. που εμφανίζει συμπτώματα γρίπης: ~ης: συνδρομή. Βλ. -ώδης. | |
| 11361 | γριπωμένος & γριπιασμένος | , η, ο γρι-πω-μέ-νος επίθ. (προφ.): που έχει γρίπη. Πβ. άρρωστος, κρυωμένος. | |
| 11362 | γρίφος | [γρῖφος] γρί-φος ουσ. (αρσ.) 1. πνευματικό παιχνίδι με τη μορφή αινίγματος, που συνήθ. απαιτεί αποκρυπτογράφηση εικόνων, συμβόλων ή αριθμών, ώστε να σχηματιστεί λέξη ή φράση: μαθηματικοί ~οι. ~οι παρατηρητικότητας. Του έβαλε έναν ~ο. Πβ. κουίζ, σπαζοκεφαλιά. Βλ. κρυπτό-, σταυρό-λεξο, παζλ. 2. (μτφ.) οτιδήποτε θεωρείται δυσνόητο, δυσεπίλυτο ή πολύπλοκο: ο ~ (= το παζλ) του ασφαλιστικού συστήματος. Η συμπεριφορά του μου φαίνεται (άλυτος) ~! ΣΥΝ. μυστήριο (1) ● ΦΡ.: μιλά(ει) με γρίφους (μτφ.): με υπαινιγμούς, αινιγματικά: ~ ~ για θέματα που απαιτούν ξεκάθαρες εξηγήσεις. Πβ. σιβυλλικά. [< αρχ. γρῖφος ‘δίχτυ ψαρέματος, αίνιγμα’] | |
| 11363 | γριφώδης | , ης, ες γρι-φώ-δης επίθ. {γριφώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που μοιάζει με γρίφο, αινιγματικός, δυσνόητος: ~ης: απάντηση/διατύπωση. ~ες: περιεχόμενο. Πβ. μυστηριώδης, σιβυλλικός. Βλ. -ώδης. [< μτγν. γριφώδης] | |
| 11364 | γροθιά | γρο-θιά ουσ. (θηλ.) 1. κλειστή παλάμη με τα δάχτυλα διπλωμένα μέσα της και συνεκδ. το χτύπημα με αυτή: Έσφιξε τη ~ του (οργισμένος). Κάνε (το χέρι) ~! Δέχτηκε/έφαγε/του έδωσε/του έριξε (μια) ~ στη μύτη. Χτύπησε τη ~ του στο τραπέζι. Πανηγυρίζουν/χαιρέτησαν με υψωμένες (τις) ~ιές.|| Με ~ιές και κλοτσιές (πβ. πυξ λαξ). ΣΥΝ. μπουνιά. Βλ. αγκωνιά, γονατιά, καρπαζιά, κουτουλιά, σιδερο~, φάπα. 2. (μτφ.-προφ.) ισχυρό πλήγμα που καταφέρεται συνήθ. εναντίον θεσμού, αρνητικού φαινομένου ή δυσάρεστης κατάστασης: ~ στη γραφειοκρατία/στη διαπλοκή/στο κατεστημένο. Πβ. ράπισμα, σφαλιάρα, χαστούκι. ● ΦΡ.: γροθιά στο στομάχι (μτφ.): για κάτι σοκαριστικό, συγκλονιστικό: ταινία-~ ~. ~ ~ ήταν τα στατιστικά στοιχεία για τα ναρκωτικά. Βλ. σοκ., με σιδερένια γροθιά (μτφ.): με δύναμη και αποφασιστικότητα: Κυβερνά ~ ~ (βλ. απολυταρχικά)., μια γροθιά: όλοι μαζί, ενωμένοι: ~ ~ για τη νίκη! Μια φωνή, ~ ~. Βλ. ομοψυχία., παίζω ξύλο/μπουνιές/σφαλιάρες βλ. παίζω [< μεσν. γροθιά] | |
| 11365 | γρομπαλάκι | γρο-μπα-λά-κι ουσ. (ουδ.) & γρουμπούλι (προφ.): εξόγκωμα στο δέρμα. Βλ. σπυράκι. | |
| 11366 | γρονθοκόπημα | γρον-θο-κό-πη-μα ουσ. (ουδ.) {γρονθοκοπήμ-ατα} (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γρονθοκοπώ: άγριο/ανελέητο ~. Πβ. μπουνίδι. Βλ. κλοτσοπατινάδα, ξυλο-δαρμός, -κόπημα. | |
| 11367 | γρονθοκοπώ | [γρονθοκοπῶ] γρον-θο-κο-πώ ρ. (μτβ.) {γρονθοκοπ-είς κ. -άς ..., -ώντας | γρονθοκόπ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} (λόγ.): χτυπώ με γροθιές: ~ήθηκε άγρια. Βλ. δέρνω, κλοτσώ, ξυλοκοπώ, -κοπώ. [< μτγν. γρονθοκοπῶ] | |
| 11368 | γρόσι | γρό-σι ουσ. (ουδ.): ΙΣΤ. (στην Οθωμανική αυτοκρατορία και παλαιότ. στην Αίγυπτο) νόμισμα ίσο με το ένα εκατοστό της τουρκικής λίρας. Βλ. παράς. ● γρόσια (τα): (παλαιότ.) περιουσία. [< μεσν. γρόσι(ν)] | |
| 11370 | γρουσούζης | , α, ικο γρου-σού-ζης επίθ./ουσ. {-ηδες} (προφ.) 1. (για πρόσ.) που θεωρείται ότι φέρνει γρουσουζιά. Πβ. γκαντέμης, κατσικο-, τραγο-πόδαρος. ΑΝΤ. γουρλής 2. (μτφ.) δύστροπος, μίζερος. Πβ. ιδιότροπος, παράξενος. [< τουρκ. uğursuz] | |
| 11371 | γρουσουζιά | γρου-σου-ζιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): κακοτυχία και οτιδήποτε θεωρείται πως την προκαλεί: Μας έφερε (= προκάλεσε) ~. Είναι ~ να σπάσεις έναν καθρέφτη. Πβ. ατυχία, γκαντεμιά. Βλ. γλωσσοφαγιά, δεισιδαιμονία, μάτι, πρόληψη. ΑΝΤ. γούρι | |
| 11372 | γρουσούζικος | , η, ο γρου-σού-ζι-κος επίθ. (προφ.): που θεωρείται ότι φέρνει γρουσουζιά: ~ος: αριθμός. ~η: ημέρα. Βλ. Τρίτη. ΣΥΝ. γκαντέμικος ΑΝΤ. γούρικος | |
| 11373 | γρυ | βλ. γρι |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ