Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [12240-12260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
11374γρυλίζωγρυ-λί-ζω ρ. (αμτβ.) {γρυλίζ-ει | γρύλι-σε, γρυλίζ-οντας}: μουγκρίζω υπόκωφα και αγριεμένα: (για ζώο) Το γουρούνι/ο σκύλος ~ει απειλητικά.|| (μτφ., για πρόσ.) ~ζε μέσα απ' τα δόντια του. Βλ. βρυχώμαι, γογγύζω, μουρμουρίζω, σκούζω. [< αρχ. γρυλίζω]
11375γρύλισμαγρύ-λι-σμα ουσ. (ουδ.) {γρυλίσμ-ατα} & (λόγ.) γρυλισμός (ο) 1. (για ζώο) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γρυλίζω: το ~ του γουρουνιού. Βλ. βρυχηθμός, μουγκρητό. 2. (μτφ., για πρόσ.) υπόκωφη, συνήθ. αγριεμένη, απειλητική φωνή: Έβγαλε ένα άναρθρο ~. Βλ. βογκητό, κραυγή, στριγκλιά. [< 1: αρχ. γρυλισμός]
11376γρύλοςγρύ-λος ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. έντομο της τάξης των ορθόπτερων (επιστ. ονομασ. Gryllus) με μαύρο ή καστανοκίτρινο χρώμα, μεγάλο κεφάλι με μακριές κεραίες και έξι πόδια, το οποίο ζει κυρ. στους αγρούς και το αρσενικό του παράγει χαρακτηριστικό ήχο με την τριβή των φτερών του ως ερωτικό κάλεσμα: το τραγούδι των ~ων. Πβ. τριζόνι. Βλ. ακρίδα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο για ανύψωση σε μικρό ύψος κυρ. αυτοκινήτων, για αλλαγή ελαστικού ή επισκευή βλάβης: ηλεκτρικός/υδραυλικός ~. 3. ΤΕΧΝΟΛ. (σπάν. για το αυτοκίνητο) χειροκίνητος ή ηλεκτρικός μηχανισμός για το ανέβασμα και κατέβασμα των παραθύρων. [< 1: ιταλ. grillo 2: γαλλ. (taupe-)grillon]
11377γρύπαςγρύ-πας ουσ. (αρσ.): ΜΥΘ. μυθικό πλάσμα με κεφάλι και φτερά αετού και σώμα λιονταριού. Βλ. κένταυρος, σφίγγα, χίμαιρα. [< αρχ. γρύψ]
11378ΓΣ1. (η) Γενική Συνέλευση. 2. (ο) Γυμναστικός Σύλλογος. 3. (το) Γενικό Συμβούλιο. 4. (η) Γενική Συνομοσπονδία.
11379ΓΣΑΕ(η): Γενική Συνομοσπονδία Αυτοκινητιστών Ελλάδος.
11380ΓΣΕΒΕΕ(η): Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών, Βιοτεχνών και Εμπόρων Ελλάδας.
11381ΓΣΕΕ(η): Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας.
11382ΓΣΝ(το): Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο.
11383ΓΣΠ(τα): Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών.
11384ΓΤΟ(οι): Γενετικά Τροποποιημένοι Οργανισμοί.
11385γυάλαγυά-λα ουσ. (θηλ.): δοχείο γυάλινο, σφαιρικό και με πλατύ στόμιο: ~ με χρυσόψαρα. Βλ. ενυδρείο.|| ~ με άνθη. Βλ. ανθοδοχείο, βάζο. ● ΦΡ.: (βάζω κάποιον/ζω/μεγαλώνω) σε/στη γυάλα: σε υπερπροστατευτικό περιβάλλον ή σε απομόνωση από τον έξω κόσμο: Ζουν στη ~ τους και κάνουν κριτική εκ του ασφαλούς. Βλ. γυάλινος πύργος, είναι/ζει στον κόσμο του.|| Βγες από τη ~!
11386γυαλάδαγυα-λά-δα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του γυαλιστερού: αστραφτερή ~. ~ στα μαλλιά. Η επιφάνεια/το χρώμα έχει χάσει τη ~ του (βλ. ματ). Καθαρή επιδερμίδα, χωρίς ~ες (: που δεν είναι λιπαρή). Πβ. λάμψη, στιλπνότητα. Βλ. -άδα. ΑΝΤ. θαμπάδα
11387γυαλάκιαςγυα-λά-κιας ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): πρόσωπο που φορά γυαλιά οράσεως. Βλ. -άκιας, γκαβός, γκαβ-, στραβ-ούλιακας.
11388γυαλίγυα-λί ουσ. (ουδ.) {γυαλ-ιού} 1. (ημι)διαφανές, άκαμπτο και εύθραυστο υλικό που παράγεται από τη σύντηξη πυριτικής άμμου και οξειδίων και τη στερεοποίησή τους χωρίς κρυστάλλωση: ακρυλικό (= πλεξιγκλάς)/αλεξίσφαιρο/ανάγλυφο (= ~ διαμαντέ)/ανακλαστικό/ανθεκτικό/αρχιτεκτονικό (: δημιουργία γυάλινων επιφανειών σε οποιαδήποτε ανοίγματα κτιρίου ή άλλης δομής)/διακοσμητικό/διάφανο/ενισχυμένο/θαμπό/καθαρό/καλλιτεχνικό/κοίλο/λευκό/οπτικό/ορυκτό (βλ. οψιανός, πυρίτιο)/προστατευτικό/πυρίμαχο/φυσικό/χειροποίητο (βλ. μουράνο)/χρωματιστό ~. Υγρό ~ (: άχρωμο, πολυμερές υλικό). ~ αμμοβολής/ασφαλείας. Ανακύκλωση/φύλλο/χάραξη ~ιού. Ζωγραφική σε ~ (βλ. βιτρό). Ουρανοξύστες από ~ και ατσάλι. Πβ. τζάμι, ύαλος.|| Ένα κομμάτι ~. Πάτησε ένα (ενν. θραύσμα από) ~. Τραυματίστηκε από σπασμένα ~ιά.|| (συνεκδ.-λαϊκό, αντικείμενο από ~:) Ρίξτε μια σταλιά κρασί στο ~ (: στο ποτήρι). 2. (συνεκδ.-προφ.) η τηλεόραση: Βγαίνει/εμφανίζεται στο ~. Τη θέλει/της πάει το ~. Γράφει στο ~ (: έχει φωτογένεια). 3. (μτφ.) για κάτι λείο, γυαλιστερό, διάφανο, καθαρό: Σφουγγάρισε και έκανε το πάτωμα ~. Η θάλασσα είναι ~ (: δεν έχει καθόλου κύματα). Η άσφαλτος/ο δρόμος είναι ~ (: γλιστρά). ● Υποκ.: γυαλάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: γυαλί ταμπούρ: ΜΟΥΣ. τοξωτός ταμπουράς με δοξάρι., φυσητό γυαλί: (στην υαλουργία) τεχνική κατασκευής γυάλινων αντικειμένων με εμφύσηση· συνεκδ. τα ίδια τα αντικείμενα., χυτό γυαλί: (στην υαλουργία) τεχνική παραγωγής γυαλιού με έγχυσή του μέσα σε καλούπι., ίνες γυαλιού βλ. ίνα ● ΦΡ.: αν/άμα/όταν ραγίσει/σπάσει το γυαλί (δεν ξανακολλάει) (γνωμ.): για σχέση που δέχεται τόσο ισχυρό πλήγμα, ώστε είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποκατασταθεί πλήρως., τα κάνω γυαλιά καρφιά/λίμπα/λαμπόγυαλο/μπίλιες (προφ.): προξενώ μεγάλες υλικές ζημιές: Όρμησαν μέσα και τα έκαναν (όλα) ~ ~. Πβ. άνω-κάτω, γης Μαδιάμ. [< μεσν. γυαλίν < ὑαλίν < αρχ. ὕαλος]
11389γυαλιάγυα-λιά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. γυαλί}: ζευγάρι φακών προσαρμοσμένων σε σκελετό που στερεώνεται στη μύτη και στα αυτιά, κυρ. για βελτίωση της όρασης ή/και προστασία των οφθαλμών: ~ ηλίου (= μαύρα)/οράσεως. ~ εικονικής πραγματικότητας (= στερεοσκοπικά, για την προσομοίωση τρισδιάστατου περιβάλλοντος). (προφ.) ~ για κοντά (: πρεσβυωπίας)/για μακριά (: μυωπίας). ~ με κοκάλινο/μεταλλικό σκελετό. Απορροφητικά/διορθωτικά/πολυεστιακά (: διορθώνουν την όραση σε άτομα που πάσχουν ταυτόχρονα κυρ. από μυωπία και πρεσβυωπία)/προστατευτικά ~.|| (οικ.) Ωραίο ~ί! Πβ. ματογυάλια. Βλ. διόπτρα, κιάλι, μονόκλ, φακοί επαφής. ● Υποκ.: γυαλάκια (τα) ● ΣΥΜΠΛ.: παραμορφωτικός καθρέφτης/φακός βλ. παραμορφωτικός ● ΦΡ.: βάζω/φοράω τα γυαλιά σε κάποιον (προφ.): αποδεικνύομαι πιο ικανός από αυτόν: Τους έβαλε ~ ~ η μικρή. Πβ. του την έφερα., μέσα από τα γυαλιά (προφ.): από την οπτική, τη σκοπιά: ~ ~ των παραδοσιακών θεωριών. [< γυαλί, γαλλ. lunette]
11390γυαλίζωγυα-λί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {γυάλι-σα, -στηκε, γυαλίζ-οντας, -σμένος}: κάνω μια επιφάνεια να λάμπει, τρίβοντάς τη συνήθ. με την προσθήκη γυαλιστικού: ~ τα ασημικά (με σόδα)/τα παπούτσια (με βερνίκι)/το παρκέ (με παρκετίνη). Πβ. λουστράρω, στιλβώνω.γυαλίζει: λάμπει, αστράφτει: Τα μάρμαρα/πλακάκια/τζάμια ~ουν (από καθαριότητα/το τρίψιμο). Τα βότσαλα ~ζαν στον ήλιο.|| Πρόσωπο καθαρό που δεν ~ (: δεν είναι λιπαρό). ● ΦΡ.: γυαλίζει το μάτι του (μτφ.-προφ.): για κάποιον που δίνει την εντύπωση ατόμου επικίνδυνου, οργισμένου και έτοιμου να ξεσπάσει ή κυριευμένου από έντονη επιθυμία, πόθο: Τον φοβάμαι, ~ ~!, γυαλίζει/ζεσταίνει τον πάγκο (αθλητική αργκό-ειρων.): (για παίκτη ομάδας) είναι σε θέση αναπληρωματικού, δεν συμμετέχει στον αγώνα., του γυάλισε/του έχει γυαλίσει (αργκό, κυρ. με ερωτική συνυποδ.): του έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον, του αρέσει: ~ ~ μια μικρούλα.|| Μου ~ το φόρεμα στη βιτρίνα (: το στάμπαρα). ● βλ. γυαλισμένος [< μεσν. γυαλίζω]
11391γυαλικάγυα-λι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. γυαλικό} & (επίσ.) υαλικά: γυάλινα χρηστικά ή διακοσμητικά σκεύη, αντικείμενα: πορσελάνες και ~. Βλ. κουζιν-, πιατ-ικά.γυαλικό (το) (προφ.): ζευγάρι γυαλιών: Με γεια το ~ό!
11392γυάλινος, η, ο γυά-λι-νος επίθ. & (προφ.) γυαλένιος, ια, ιο: που είναι κατασκευασμένος από γυαλί: ~ος: θόλος. ~η: βιτρίνα/επιφάνεια/οροφή/πόρτα. ~ο: βάζο/κτίριο/(παλαιότ.) μάτι (: για αντικατάσταση του φυσικού σε περίπτωση απώλειάς του)/μπουκάλι. ~α: είδη (= γυαλικά)/ποτήρια. Βλ. κρυστάλλ-, ξύλ-, πήλ-, πορσελάν-ινος, μεταλλικός.|| (μτφ.) ~ο: βλέμμα (= ανέκφραστο, ψυχρό)/κουτί (= η τηλεόραση). Ζει σε γυάλινο κλουβί (: δεν έχει επαφή με την πραγματικότητα). ● ΣΥΜΠΛ.: γυάλινη οροφή: αόρατο εμπόδιο που δυσχεραίνει ή αποθαρρύνει τις γυναίκες ή άτομα από μειονότητες, λόγω κοινωνικών προκαταλήψεων, να ανέλθουν σε ανώτατες ιεραρχικές βαθμίδες [< αγγλ. glass ceiling, 1984, γαλλ. plafond de verre], γυάλινος πύργος βλ. πύργος, πήλινα/ξύλινα/γυάλινα πόδια βλ. πόδι [< μεσν. γιάλινος]
11393γυάλισμαγυά-λι-σμα ουσ. (ουδ.) {γυαλίσμ-ατος | -ατα}: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γυαλίζω: ~ του αυτοκινήτου (βλ. κέρωμα)/των παπουτσιών (βλ. βερνίκωμα). Αλοιφή/κερί/υγρό ~ατος. ~ατα δαπέδων/παρκέ (βλ. κρυσταλλοποίηση). Πβ. λουστράρισμα, στίλβωση.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.