Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [12260-12280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
11394γυαλισμένος, η, ο γυα-λι-σμέ-νος επίθ.: που έχει γυαλιστεί: ~ο: μέταλλο. ~ες: επιφάνειες. ΑΝΤ. αγυάλιστος.|| (για στρατιώτες) Ξυρισμένοι και ~οι (: με γυαλισμένα παπούτσια). ~οι και ατσαλάκωτοι (: περιποιημένοι· πβ. στην τρίχα). ● βλ. γυαλίζω
11395γυαλιστερέςγυα-λι-στε-ρές ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. γυαλιστερή}: ΖΩΟΛ. δίθυρο μαλάκιο με στιλπνό, ελαφρώς κόκκινο όστρακο (επιστ. ονομασ. Callista chione ή Chione Μetetrix). Βλ. θαλασσινά, οστρακοειδή, φρούτα της θάλασσας.
11396γυαλιστερός, ή, ό γυα-λι-στε-ρός επίθ.: που γυαλίζει, λάμπει: ~ή: βαφή/επιφάνεια/όψη. ~ό: βερνίκι/ύφασμα (βλ. σατέν)/χαρτί/χρώμα. Πβ. αστραφτ-, λαμπ-ερός, στιλπνός. ΑΝΤ. θαμπός, ματ.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Ζει μέσα σ’ έναν ψεύτικο ~ό κόσμο (: επιφανειακά όμορφο). Πβ. γκλαμουράτος. Βλ. -ερός.
11397γυαλιστικός, ή, ό γυα-λι-στι-κός επίθ.: που κάνει κάτι να γυαλίσει: ~ή: αλοιφή/κρέμα. ~ό: κερί. ● Ουσ.: γυαλιστικό (το): προϊόν για γυάλισμα: ~ παπουτσιών (βλ. βερνίκι)/πατωμάτων. Βλ. καθαριστ-, λαμπρυντ-ικό.
11398γυαλοπωλείοβλ. υαλοπωλείο
11399γυαλόχαρτογυα-λό-χαρ-το ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) υαλόχαρτο: σκληρό χαρτί καλυμμένο από τη μια πλευρά με τρίμματα γυαλιού για τη λείανση ανώμαλων, συνήθ. ξύλινων ή μεταλλικών, επιφανειών ή για την αφαίρεση στρώσης υλικού (π.χ. μπογιάς): λεπτό/χοντρό/ψιλό ~. Τρίψιμο με ~. Πβ. πατό-, σμυριδό-χαρτο. Βλ. ματσακόνι, -χαρτο. [< γαλλ. papier de verre, γερμ. Glaspapier]
11400γυλιόςγυ-λιός ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): ΣΤΡΑΤ. ανθεκτικός σάκος για προσωπικά είδη που τον κουβαλούσαν στους ώμους. Βλ. αμπέχονο, αρβύλα, χλαίνη. [< αρχ. γυλιός ‘μακρύ και στενό σακίδιο’]
11401γύλοςγύ-λος ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. μακρόστενο πολύχρωμο μεσογειακό ψάρι (επιστ. ονομασ. Coris julis) με αγκαθωτό ραχιαίο πτερύγιο που ζει σε πετρώδεις βυθούς. [< μτγν. ἴουλος]
11402γυμνάζωγυ-μνά-ζω ρ. (μτβ.) {γύμνα-σα, -στηκα, γυμνάζ-οντας, -σμένος} 1. υποβάλλω σε γυμναστικές ασκήσεις και γενικότ. ασκώ: ~ το σώμα μου. Ο προπονητής ~ει τους παίκτες (πβ. αθλώ, προπονώ). Όργανα που ~ουν (= εκγυμνάζουν) τους γλουτούς/τους κοιλιακούς (μυς)/τα πόδια (πβ. ενδυναμώνω). 2. εκπαιδεύω· (κυρ. μτφ.) εξασκώ συγκεκριμένη δεξιότητα: ~ει ελέφαντες/τίγρεις (: για τσίρκο). Πβ. εκ~.|| ~ το μυαλό/το πνεύμα μου. Πβ. ακονίζω, οξύνω. Βλ. προ~. ● Παθ.: γυμνάζομαι: κάνω γυμναστική, αθλούμαι: ~ καθημερινά/συστηματικά. ~ με βαράκια. ~εται και κάνει υγιεινή διατροφή. ● βλ. γυμνασμένος [< 1:  αρχ. γυμνάζω]
11403γυμνασιάδαγυ-μνα-σι-ά-δα ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. αθλητική διοργάνωση που πραγματοποιείται από το 1974 κάθε τέσσερα χρόνια υπό την αιγίδα της Διεθνούς Ομοσπονδίας Σχολικού Αθλητισμού, στην οποία συμμετέχουν μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (14-17 ετών): παγκόσμια ~. Βλ. Ολυμπιάδα. [< γαλλ.-αγγλ. gymnasiade]
11404γυμνασιακός, ή, ό γυ-μνα-σι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με το γυμνάσιο: ~ή: βαθμίδα/εκπαίδευση. ~ά: χρόνια. Βλ. δημοτικός, λυκει-, πανεπιστημι-ακός. [< πβ. γαλλ. gymnasial, 1972]
11405γυμνασιάρχηςγυ-μνα-σι-άρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.) {θηλ. (προφ.) γυμνασιάρχισσα}: διευθυντής/διευθύντρια γυμνασίου. Βλ. -άρχης. [< αρχ. γυμνασιάρχης ‘γυμνασίαρχος’]
11406γυμνασίαρχοςγυ-μνα-σί-αρ-χος ουσ. (αρσ.): ΑΘΛ. επόπτης αγώνων επιφορτισμένος με τον έλεγχο της τήρησης των κανονισμών. Βλ. -αρχος, διαιτητής, κομισάριος, κριτής, παρατηρητής. [< αρχ. γυμνασίαρχος ‘επικεφαλής του γυμναστηρίου’]
11407γυμνάσιογυ-μνά-σι-ο ουσ. (ουδ.) {γυμνασί-ου} (συνήθ. με κεφαλ. Γ): τριετής υποχρεωτική βαθμίδα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης μετά το δημοτικό και πριν το λύκειο (για μαθητές ηλικίας 12-15 ετών)· συνεκδ. το αντίστοιχο σχολικό κτίριο: δημόσιο/ιδιωτικό ~. Εσπερινό/ημερήσιο/νυχτερινό ~. Πειραματικό/πρότυπο ~. Μειονοτικό/μουσικό ~. Α'/Β'/Γ' ~ου. Απόφοιτος/βιβλία/μαθήματα ~ου. Πάω στο ~ (: είμαι μαθητής ~ου). Τελειώνω το ~ (: αποφοιτώ). Άλλαξε ~. (για καθηγητή:) Υπηρετεί στο 3ο ~ Αθηνών.γυμνάσια (τα): ΣΤΡΑΤ. στρατιωτικές ασκήσεις ετοιμότητας. ● ΦΡ.: (του) κάνει γυμνάσια (προφ.): τον ταλαιπωρεί, τον παιδεύει, τον βασανίζει. Βλ. καψόνι. [< αρχ. γυμνάσιον ‘γυμναστήριο, παλαίστρα’, γερμ. Gymnasium, αγγλ. gymnasium, γαλλ. gymnase]
11408γυμνασιόπαιδογυ-μνα-σι-ό-παι-δο ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) γυμνασιόπαις (ο): μαθητής γυμνασίου. Βλ. σχολιαρόπαιδο, -παιδο.
11409γύμνασμαγύ-μνα-σμα ουσ. (ουδ.) {γυμνάσμ-ατα} 1. (μτφ.) πνευματική ή καλλιτεχνική άσκηση, εξάσκηση: ζωγραφικά/μουσικά/ποιητικά ~ατα. 2. σωματική άσκηση, εκγύμναση: ~ των μυών. Πβ. άθληση, γυμναστική. Βλ. προ~. [< μτγν. γύμνασμα]
11410γυμνασμένος, η, ο γυ-μνα-σμέ-νος επίθ. 1. που γυμνάζεται τακτικά, με αποτέλεσμα να έχει αποκτήσει μυώδες σώμα: ~ος: άνδρας. Είναι πολύ ~. Πβ. αθλητικός, γεροδεμένος.|| ~ο: κορμί. ~οι: κοιλιακοί. Πβ. καλο~. ΑΝΤ. αγύμναστος (1) 2. (μτφ.) εξασκημένος: ~η: σκέψη. ~ο: μάτι. Πβ. έμπειρος. ● βλ. γυμνάζω
11411γυμναστήριογυ-μνα-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΑΘΛ. χώρος με ειδικές εγκαταστάσεις (αίθουσες γυμναστικής, αποδυτήρια, ντους) για ασκήσεις, αθλοπαιδιές ή αθλητικούς αγώνες: ανοιχτό/δημοτικό/κλειστό/ολυμπιακό/πανεπιστημιακό ~. Το ~ του σχολείου. ~ Άρσης Βαρών. ~α και αθλητικά κέντρα. Πάει κάθε απόγευμα στο ~.|| (προφ.) Τρεις φορές την εβδομάδα έχει ~ (: κάνει γυμναστική). Βλ. μπόντι-μπίλντινγκ, -τήριο. [< μτγν. γυμναστήριον ]
11412γυμναστήςγυ-μνα-στής ουσ. (αρσ.) , γυμνάστρια (η) 1. πτυχιούχος ή καθηγητής φυσικής αγωγής: προσωπικός ~. Ο ~ της ομάδας (βλ. προπονητής)/του σχολείου. ~-φυσιοθεραπευτής. Βλ. εκ~, προ~, ΤΕΦΑΑ. 2. ΑΘΛ. αθλητής της ενόργανης γυμναστικής. [< αρχ. γυμναστής, γαλλ. gymnaste, αγγλ. gymnast]
11413γυμναστικήγυ-μνα-στι-κή ουσ. (θηλ.) 1. ΓΥΜΝ. σύνολο ασκήσεων οι οποίες αποσκοπούν στην αρμονική ανάπτυξη, την ενδυνάμωση και τον συντονισμό του σώματος, τη βελτίωση των ικανοτήτων του και τη διατήρηση της φυσικής κατάστασης· (κατ' επέκτ., στο σχολείο) το αντίστοιχο μάθημα: αεροβική/εναλλακτική (βλ. γιόγκα)/εντατική/ήπια/θεραπευτική/παιδαγωγική/πνευματική ~. ~ εδάφους. Πρωινή/συστηματική ~. ~ για τα πόδια/τα χέρια. Ασκήσεις/είδη (: στρώμα, μπάλες, βαράκια, λάστιχα)/όργανα (: διάδρομος, ποδήλατο, πάγκος, ελλειπτικό, εργόμετρο, κωπηλατικό, στεπ)/φόρμα ~ής. Κάνω ~ (= γυμνάζομαι). Μπαίνω σε πρόγραμμα ~ής. Βλ. άθληση, μπόντι-μπίλντινγκ.|| Η ώρα της ~ής. Καθηγητής ~ής. ΣΥΝ. φυσική/σωματική/αθλητική αγωγή. 2. ΑΘΛ. (κ. με κεφαλ. Γ) ολυμπιακό άθλημα στο οποίο ο αθλητής με το σώμα του ή και με τη χρήση οργάνων επιδίδεται σε μια σειρά ασκήσεων, στις οποίες συνήθ. συνυπάρχει το τεχνικό και το καλλιτεχνικό μέρος: τα αθλήματα της ~ής. ● ΣΥΜΠΛ.: ακροβατική γυμναστική βλ. ακροβατικός, ενόργανη (γυμναστική) βλ. ενόργανος, επαναστατική γυμναστική βλ. επαναστατικός, παθητική γυμναστική βλ. παθητικός, ρυθμική (γυμναστική) βλ. ρυθμικός, σουηδική γυμναστική βλ. σουηδικός [< αρχ. γυμναστική (τέχνη), γαλλ. gymnastique, αγγλ. gymnastic(s)]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.