| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 11414 | γυμναστικός | , ή, ό γυ-μνα-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη γυμναστική: ~ός: σύλλογος. ~ή: ακαδημία. ~ές: ασκήσεις/επιδείξεις. ~ά: αγωνίσματα/όργανα (: βαράκια, μονόζυγο, δίζυγο, κρίκοι, λάστιχο, μπάλες, σχοινάκι). [< αρχ. γυμναστικός, γαλλ. gymnastique, αγγλ. gymnastic] | |
| 11415 | γύμνια | γύ-μνια ουσ. (θηλ.) 1. η κατάσταση του γυμνού: η ~ του σώματος/του τοπίου. ΣΥΝ. γυμνότητα 2. (μτφ.) έλλειψη ουσίας, κενότητα: ηθική/ιδεολογική/πνευματική/πολιτική ~. Η ~ της ψυχής. Προσπαθούν να κρύψουν τη/φάνηκε η ~ των επιχειρημάτων τους. Πβ. αδυναμία, ανεπάρκεια, ένδεια, ρηχότητα. [< μεσν. γύμνια] | |
| 11416 | γυμνικός | , ή, ό γυ-μνι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: γυμνικοί αγώνες & γυμνικά αγωνίσματα: ΑΡΧ. στους οποίους οι αθλητές αγωνίζονταν γυμνοί (δρόμος, πυγμή, παγκράτιο, πένταθλο, πάλη, δίαυλος, δόλιχος). [< αρχ. γυμνικός, γαλλ. gymnique, αγγλ. gymnic] | |
| 11417 | γυμνισμός | γυ-μνι-σμός ουσ. (αρσ.): η πρακτική να εμφανίζεται και να κυκλοφορεί κάποιος γυμνός σε δημόσιους χώρους, κυρ. στην παραλία· ειδικότ. το κίνημα που προωθεί αυτή την πρακτική: Κάνω ~ό. Απαγορεύεται/επιτρέπεται ο ~. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. nudism, γαλλ. nudisme, 1932] | |
| 11418 | γυμνιστής | γυ-μνι-στής ουσ. (αρσ.) , γυμνίστρια (η): πρόσωπο που κάνει γυμνισμό: παραλία ~ών. [< αγγλ. nudist, γαλλ. nudiste, 1932] | |
| 11419 | γυμνο- & γυμνό- | : α' συνθετικό ουσιαστικών και επιθέτων με τη σημασία του ακάλυπτου ή εκτεθειμένου: γυμνο-σάλιαγκας.|| Γυμνό-στηθη.|| (επιστ.) Τα ~σπερμα. | |
| 11420 | γυμνός | , ή, ό γυ-μνός επίθ. 1. (για πρόσ.) που δεν φορά ρούχα ή είναι ελαφρά ντυμένος· (για μέρος του σώματος) που δεν καλύπτεται από αυτά: ~ό: μοντέλο. ~ από τη μέση και πάνω (βλ. ημί-, μισό-γυμνος). Πόζαρε/φωτογραφήθηκε ~ή. Βούτηξαν ~οί στο νερό. Πβ. γδυτός, τσίτσιδος. Βλ. θεό-, ολό-γυμνος.|| Μη βγεις έτσι ~, φόρα κάτι ζεστό πάνω σου.|| ~ή: πλάτη (βλ. εξώπλατος). ~ό: στήθος (βλ. γυμνόστηθος)/χέρι (: χωρίς γάντια). ~οί: ώμοι.|| (συνεκδ., που περιλαμβάνει γυμνό σώμα:) ~ή: σκηνή/φωτογραφία/φωτογράφιση. ~ό: εξώφυλλο. Αντιπολεμική ~ή διαμαρτυρία. 2. (μτφ.) που δεν καλύπτεται από κάτι: (χωρίς βλάστηση ή φύλλα:) ~ό: βουνό (πβ. φαλακρό)/κλαδί/νησί (πβ. άδενδρο, ξερονήσι. ΑΝΤ. κατάφυτο). ~ά: βράχια.|| (χωρίς διακόσμηση ή επίπλωση:) ~οί: τοίχοι. Το σπίτι φάνταζε άδειο και ~ό.|| (χωρίς προστασία, περίβλημα:) ~ή: φλόγα (: ακάλυπτη). ~ό: καλώδιο (: χωρίς μόνωση)/μέταλλο/(ηλεκτροφόρο) σύρμα.|| ~ό: σπαθί (: έξω από τη θήκη του).|| Οι νεοσσοί γεννιούνται ~οί (: χωρίς φτέρωμα). 3. (μτφ.) που δεν διαθέτει, στερείται κάτι: (χωρίς προσχήματα, ωραιοποιήσεις:) ~ή: αλήθεια (= απροκάλυπτη)/βία (= ωμή)/πραγματικότητα. ~ά: γεγονότα.|| Κείμενο ~ό από επιχειρήματα/νόημα/συναίσθημα (πβ. φτωχό). ● Ουσ.: γυμνό (το): αναπαράσταση στην τέχνη ή εμφάνιση (συνήθ. στην τηλεόραση ή σε έντυπα) του γυμνού ανθρώπινου σώματος: ανδρικό/γυναικείο/καθιστό ~. Το ~ στη φωτογραφία. Σπουδή ~ού (: για έργα ζωγραφικής).|| Σκηνές ~ού. Το ~ πουλάει. ● Υποκ.: γυμνούλης , α, -ικο/-ι ● ΦΡ.: με γυμνό μάτι/οφθαλμό & (λόγ.) διά γυμνού οφθαλμού 1. χωρίς χρήση οπτικού οργάνου (φακού, μικροσκοπίου, τηλεσκοπίου): πλανήτες ορατοί ~ ~. Οργανισμοί αόρατοι ~ ~. 2. (μτφ.) για κάτι ολοφάνερο, οφθαλμοφανές: Το αποτέλεσμα είναι ορατό ~ ~. [< γαλλ. (invisible) à l'œil nu] , ο βασιλιάς είναι γυμνός & η βασίλισσα είναι γυμνή: σε περιπτώσεις που αποκαλύπτεται η σαθρότητα, αδυναμία ισχυρού προσώπου ή θεσμού. [< αγγλ. the king is naked (Σαίξπηρ)] [< αρχ. γυμνός] | |
| 11421 | γυμνοσάλιαγκας | γυ-μνο-σά-λια-γκας ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. καθένα από τα μικρά χερσαία γαστερόποδα (κυρ. του γένους Limax) που μοιάζουν με σαλιγκάρια, αλλά δεν διαθέτουν κέλυφος. 2. (μτφ.-μειωτ.) γλείφτης. | |
| 11422 | γυμνόσπερμα | γυ-μνό-σπερ-μα ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΟΤ. κατηγορία δενδρωδών φυτών με σπόρους που δεν περικλείονται σε καρπό (επιστ. ονομασ. Gymnospermae). Βλ. αγγειόσπερμα, κρυπτό-, φανερό-γαμα, σπερματόφυτα. [< μτγν. γυμνόσπερμος, γαλλ. gymnospermes, αγγλ. gymnosperms] | |
| 11423 | γυμνόστηθος | , η, ο γυ-μνό-στη-θος επίθ. {συνήθ. στο θηλ.}: (κυρ. για γυναίκα) που έχει το στήθος γυμνό, ακάλυπτο. Πβ. τόπλες. ΣΥΝ. ξέστηθος | |
| 11424 | γυμνότητα | γυ-μνό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): γύμνια. Βλ. -ότητα. [< μτγν. γυμνότης] | |
| 11425 | γύμνωμα | γύ-μνω-μα ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) γύμνωση (η): η ενέργεια του γυμνώνω: το ~ της σάρκας. ΣΥΝ. γδύσιμο, ξε~.|| (μτφ.) ~ των δασών (= απογύμνωση, αποδάσωση, αποψίλωση). [< μεσν. γύμνωμα, αρχ. γύμνωσις] | |
| 11426 | γυμνώνω | γυ-μνώ-νω ρ. (μτβ.) {γύμνω-σα, γυμνώ-θηκε, -μένος} 1. βγάζω τα ρούχα κάποιου (και τον αφήνω γυμνό)· γδύνω. ΣΥΝ. ξεγυμνώνω (1) 2. (μτφ.) αφαιρώ ολότελα κάτι που καλύπτει ή περιβάλλει μια επιφάνεια· (κατ΄επέκτ.) αποστερώ κάτι από αυτό που του ανήκει, που το χαρακτηρίζει: ~σε το καλώδιο.|| Η πόλη ~θηκε από τα ιστορικά κτίριά της. ΣΥΝ. απογυμνώνω [< αρχ. γυμνῶ, μεσν. γυμνώνω] | |
| 11427 | γυναίκα | γυ-ναί-κα ουσ. (θηλ.) {γυναικ-ών} 1. θηλυκό ενήλικο άτομο (σε αντιδιαστολή με τον άνδρα, το παιδί ή την έφηβη): ακαταμάχητη/ανεξάρτητη/απελευθερωμένη/γοητευτική/δυναμική/ελκυστική/εντυπωσιακή/εργαζόμενη/ευαίσθητη/ηλικιωμένη (πβ. γριά)/καλοντυμένη/κομψή/μυστηριώδης/νεαρή/ομοφυλόφιλη (βλ. λεσβία)/προκλητική/σπουδαία/ψυχρή/ωραία (πβ. θεά, κούκλα)/ώριμη ~. Ανύπαντρη/διαζευγμένη (βλ. ζωντοχήρα)/παντρεμένη ~. Φύλο: ~ (πβ. θήλυ). Δικαιώματα/χειραφέτηση (βλ. φεμινισμός)/ψυχολογία (της) ~ας. Η αναπαραγωγική ζωή (βλ. εμμηνόρροια, εγκυμοσύνη, μητρότητα)/το γεννητικό σύστημα (βλ. γυναικολογία) της ~ας. Η σύγχρονη ~. Η ~ (ως) αντικείμενο/σκεύος ηδονής. Η θέση της ~ας στην κοινωνία. Κακοποιημένες ~ες. Ανεργία/απασχόληση (βλ. ισότητα)/υποτίμηση (βλ. μισογυνισμός, φαλλοκρατία) των ~ών. Η παγκόσμια ημέρα της ~ας (8 Μαρτίου). Έγινε κοτζάμ/ολόκληρη/σωστή ~ (: για κορίτσι ή έφηβη). Βλ. κοπέλα.|| Eύκολη ~. ~ ελευθέρων ηθών.|| (για δήλωση επαγγέλματος, όταν δεν υπάρχει ο αντίστοιχος τύπος στο θηλυκό:) ~ αστροναύτης/πιλότος. || ~ ηγέτης (σπανιότ.) ηγέτιδα. Βλ. αντρο~, ασθενές φύλο, παλιο~, ποδόγυρος. 2. (ειδικότ.) αυτή που έχει τα στοιχεία της εμφάνισης και της συμπεριφοράς, τα οποία, σύμφωνα με τα κοινωνικά πρότυπα, χαρακτηρίζουν ένα θηλυκό ενήλικο πρόσωπο: ιδανική/πραγματική/τέλεια ~. Η απόλυτη ~. Είναι πολύ ~ (: έχει έντονη θηλυκότητα). ~-ηφαίστειο (: πολύ θερμή, εκρηκτική· ΑΝΤ. παγοκολόνα). ~ με όλη τη σημασία της λέξης. Η ~ των ονείρων μου.|| ~ -αράχνη/μυστήριο/τρόπαιο. 3. (προφ.) σύζυγος ή σύντροφος: ένας άνδρας και η ~ του (βλ. ανδρόγυνο). Η δεύτερη (: από δεύτερο γάμο)/πρώην ~ του. Η ~ του αδελφού μου (βλ. νύφη)/του πατέρα μου (βλ. μητριά). Ήρθε με τη ~ του. Από 'δω η ~ μου (= να σας συστήσω τη ~ μου). Αποφάσισε να την κάνει ~ του/να την πάρει (για) ~ του (: να την παντρευτεί). Του την έδωσαν για ~. Βρήκε τη/είναι η ~ της ζωής του. Πβ. το έτερον ήμισυ, κυρία, συμβία. Βλ. γκόμενα, ερωμένη, φιλενάδα. 4. (προφ.) αυτή που αναλαμβάνει επί πληρωμή οικιακές εργασίες, τη φύλαξη παιδιών ή τη φροντίδα ηλικιωμένων: Βάζω/έχω ~. Παίρνει/πληρώνει ~ δύο φορές την εβδομάδα, για να της καθαρίσει το σπίτι/να της κρατήσει το παιδί. Πβ. καθαρίστρια, μπέιμπι σίτερ, οικιακή βοηθός. Βλ. οικονόμος. ● Γυναίκες (οι): ΑΘΛ. η ανώτερη ηλικιακή κατηγορία κατάταξης αθλητριών: Εθνική ~ών. ● Υποκ.: γυναικάκι (το) 1. & (σπάν.) γυναικάριο (μειωτ., συνήθ. από άντρα) για χαμηλού επιπέδου γυναίκα, χωρίς ενδιαφέρον. 2. (λαϊκό) όμορφη και συνήθ. μικροκαμωμένη κοπέλα ή σύντροφος: ωραία ~ια.|| (οικ.) Πάρε το ~ σου και έλα., γυναικούλα (η) 1. (μειωτ.) γυναίκα μικροπρεπής ή και χωρίς προσωπικότητα: Είναι πολύ ~. Βλ. κατίνα, κουτσομπόλα. 2. (χαϊδευτ.) σύζυγος ή σύντροφος: αγαπημένη/καλή μου ~. ● Μεγεθ.: γυναικάρα (η) & (σπάν.) γυναίκαρος (ο) (προφ.): εντυπωσιακά ωραία και συνήθ. ψηλή γυναίκα: ~ με τα όλα της. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινή γυναίκα & δημόσια γυναίκα: πόρνη., μοιραία γυναίκα: που είναι πολύ γοητευτική και συχνά αποβαίνει επικίνδυνη, καταστροφική. Πβ. βαμπ. ΣΥΝ. φαμ φατάλ [< γαλλ. femme fatale, 1912] , η αιώνια γυναίκα/το αιώνιο θηλυκό βλ. αιώνιος ● ΦΡ.: η/μια άλλη γυναίκα: (συνήθ. για εξωσυζυγική σχέση) ερωμένη: Γνώρισε μια ~ ~. [< αγγλ. (the) other woman] , ολοκληρώνομαι ως γυναίκα: γίνομαι μητέρα ή γενικότ. έχω ικανοποιήσει τις ανάγκες ή τις επιθυμίες μου ως γυναίκα., σαν γυναικούλα (μτφ.-ειρων.): για άνδρα άτολμο, φοβητσιάρη και μικροπρεπή: Γκρινιάζει/κλαίει/φέρεται ~ ~. Μην κάνεις σαν ~!, (γυναίκα) του δρόμου βλ. δρόμος, η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται (τίμια) βλ. καίσαρας [< αρχ. γυνή, μεσν. γυναίκα, γαλλ. femme] | |
| 11428 | γυναικάδελφος | γυ-ναι-κά-δελ-φος ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. γυναικαδέλφη} & (σπάν.) γυναικάδερφος (λαϊκό-λογοτ.): αδελφός της συζύγου. Πβ. κουνιάδος. [< μεσν. γυναικάδελφος] | |
| 11429 | γυναικάς | γυ-ναι-κάς ουσ. (αρσ.) (προφ.): άνδρας που κυνηγά τις γυναίκες, που φλερτάρει συνέχεια και κάνει πολλές, και συνήθ. παράλληλες, ερωτικές σχέσεις: αδιόρθωτος/αθεράπευτος/αμετανόητος/μεγάλος ~. Πβ. γκομενιάρης, γυναικοκατακτητής, δον Ζουάν, ερωτιάρης, ζωηρός, καζανόβας, κορτάκιας, κυνηγός, μουρντάρης, μπερμπάντης. | |
| 11430 | γυναικείος | , α, ο [γυναικεῖος] γυ-ναι-κεί-ος επίθ. 1. που σχετίζεται με τη γυναίκα ή προορίζεται για αυτή: ~ο: άρωμα/ντύσιμο/όνομα/περιοδικό/στήθος/σώμα/φύλο. ~ες: ορμόνες (: οιστρογόνα, προγεστερόνη). ~α: αξεσουάρ/επαγγέλματα/επιτεύγματα (βλ. ισότητα)/ρούχα/παπούτσια. Όσκαρ α'/β' ~ου ρόλου. Ανάπτυξη της ~ας απασχόλησης και επιχειρηματικότητας.|| ~α: συντροφιά. ΑΝΤ. ανδρικός 2. που χαρακτηρίζει τη γυναίκα: ~ος: τρόπος σκέψης. ~α: ευαισθησία/κομψότητα/ματαιοδοξία/ομορφιά/συμπεριφορά/φύση/χάρη. Πβ. θηλυκός.|| Να σου δώσω μια ~α συμβουλή; (: ως γυναίκα)|| (που γίνεται μεταξύ γυναικών:) ~ος: ανταγωνισμός. ~ες: κουβέντες/συζητήσεις. ~α: μυστικά. Είναι ~α υπόθεση!|| (για άνδρα) Έχει ~α φωνή (: ψιλή)/~ο περπάτημα. Πβ. θηλυπρεπής. 3. που αποτελείται ή γίνεται από γυναίκες: ~ος: σύλλογος/συνεταιρισμός. ~ο: κοινό/μοναστήρι. ~ες: οργανώσεις (πβ. φεμινιστικός)/φυλακές. Ο ~ πληθυσμός.|| (ΑΘΛ.) ~α: ομάδα. ~ο: βόλεϊ/ποδόσφαιρο. ~οι: (αθλητικοί) αγώνες. ● επίρρ.: γυναικεία ● ΣΥΜΠΛ.: γυναικείο/θηλυκό μυαλό βλ. μυαλό, γυναικείο/φεμινιστικό κίνημα βλ. κίνημα, σπουδές (του) φύλου βλ. σπουδή [< αρχ. γυναικεῖος] | |
| 11432 | γυναικο- & γυναικό- & γυναικ- | : α' συνθετικό ουσιαστικών με αναφορά στη γυναίκα: γυναικο-κατακτητής/~κρατία/~παρέα. Γυναικό-κοσμος. Γυναικ-άδελφος.|| (επιστ.) Γυναικο-λογία/~μαστία.|| Γυναικο-δουλειά/~κουβέντα. Βλ. ανδρο-. | |
| 11433 | γυναικοδουλειά | γυ-ναι-κο-δου-λειά ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.-μειωτ.): (για άνδρα) ερωτική περιπέτεια με γυναίκα, συνήθ. για εξωσυζυγική σχέση: Έχει μπλέξει σε ~ές. Πβ. γκομενο-, ερωτο-δουλειά, τσιλιμπούρδισμα. | |
| 11434 | γυναικοκατακτητής | γυ-ναι-κο-κα-τα-κτη-τής ουσ. (αρσ.): γοητευτικός άνδρας με πολλές ερωτικές κατακτήσεις στο γυναικείο φύλο: μέγας ~. Πβ. γόης, γυναικάς, κυνηγός. ΣΥΝ. δον Ζουάν, καζανόβας, καρδιοκατακτητής |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ