| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 11435 | γυναικόκοσμος | γυ-ναι-κό-κο-σμος ουσ. (αρσ.) (προφ.-περιληπτ.): σύνολο, πλήθος γυναικών: Έχει πέραση στον ~ο (= στις γυναίκες). Πβ. γυναικομάνι. Βλ. -κοσμος. [< πβ. μτγν. γυναικόκοσμοι 'επόπτες για τη δημόσια ευπρέπεια των γυναικών'] | |
| 11436 | γυναικοκρατείται | [γυναικοκρατεῖται] γυ-ναι-κο-κρα-τεί-ται ρ. {κυρ. στον ενεστ., μτχ. γυναικοκρατ-ούμενος}: (για κοινωνικό, εργασιακό τομέα όπου) υπερέχουν αριθμητικά ή επικρατούν οι γυναίκες: Το γραφείο μας ~. ~ούμενη: κοινωνία/οικογένεια. ~ούμενο: επάγγελμα. Βλ. μητριαρχία, -κρατείται. ΑΝΤ. ανδροκρατείται [< αρχ. γυναικοκρατοῦμαι] | |
| 11437 | γυναικοκρατία | γυ-ναι-κο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) 1. επικράτηση ή αριθμητική υπεροχή των γυναικών: Στη σχολή μας έχουμε ~. Βλ. μητριαρχία, -κρατία. ΑΝΤ. ανδροκρατία 2. ΛΑΟΓΡ. έθιμο σε περιοχές της Θράκης και της Μακεδονίας, κατά το οποίο μια μέρα τον χρόνο οι γυναίκες αλλάζουν ρόλους με τους άντρες και παίρνουν την εξουσία στα χέρια τους, ενώ οι άνδρες ασχολούνται με τα οικιακά και τη φροντίδα των παιδιών. ΣΥΝ. γιορτή της μπάμπως [< αρχ. γυναικοκρατία] | |
| 11438 | γυναικοκτονία | γυ-ναι-κο-κτο-νί-α ουσ. (θηλ.): δολοφονία γυναικών ή κοριτσιών λόγω του φύλου τους, συνήθ. ως αποτέλεσμα άσκησης βίας από ερωτικό σύντροφο ή σύζυγο. [πβ. μτγν. γυναικοκτόνος, αγγλ. femicide, 1976, γαλλ. féminicide, 1986] | |
| 11439 | γυναικολογία | γυ-ναι-κο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Γ): ΙΑΤΡ. κλάδος που εξετάζει την ανατομία, τη φυσιολογία και την παθολογία του οργανισμού και ειδικότ. του αναπαραγωγικού συστήματος της γυναίκας: Μαιευτική και ~. Παιδική-Εφηβική ~. Βλ. ανδρολογία, -λογία. [< γερμ. Gynäkologie, γαλλ. gynécologie, περ. 1900, αγγλ. gynaecology] | |
| 11440 | γυναικολογικός | , ή, ό γυ-ναι-κο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη γυναικολογία ή τον/τη γυναικολόγο: ~ός: έλεγχος (: τεστ παπ, κολποσκόπηση, υπερηχογράφημα, έλεγχος μαστών)/καρκίνος. ~ή: εξέταση. Βλ. ανδρολογικός. ● Ουσ.: γυναικολογικά (τα): ενν. προβλήματα: Έχει/την έπιασαν τα ~ της. Πβ. μητρικά (τα). ● επίρρ.: γυναικολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γερμ. gynäkologisch, γαλλ. gynécologique, αγγλ. gynaecological] | |
| 11441 | γυναικολόγος | γυ-ναι-κο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός ειδικευμένος στη γυναικολογία: ~-μαιευτήρας. Βλ. ανδρολόγος, -λόγος. [< γαλλ. gynécologue, αγγλ. gynaecologist] | |
| 11442 | γυναικομάνι | γυ-ναι-κο-μά-νι ουσ. (ουδ.) {χωρ. άλλους τ., περιληπτ.} (προφ.-μειωτ.): πλήθος γυναικών: Τι γυρεύει εδώ όλο αυτό το ~; Πβ. γυναικόκοσμος. Βλ. -μάνι. | |
| 11443 | γυναικομαστία | γυ-ναι-κο-μα-στί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπέρμετρη ανάπτυξη των ανδρικών μαστών. Βλ. μεγαλομαστία. [< γαλλ. gynécomastie, περ. 1900, αγγλ. gynaecomastia] | |
| 11444 | γυναικόπαιδα | γυ-ναι-κό-παι-δα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (λόγ.) -αίδων}: γυναίκες και παιδιά, συνήθ. με την έννοια του άμαχου πληθυσμού: βομβαρδισμοί με θύματα ~. Πρώτα τα ~ (: σε περιπτώσεις διάσωσης). [< μεσν. γυναικόπαιδα] | |
| 11445 | γυναικοπαρέα | γυ-ναι-κο-πα-ρέ-α ουσ. (θηλ.) (προφ.): συντροφιά που αποτελείται μόνο από γυναίκες. Βλ. αντροπαρέα. | |
| 11446 | γυναικουλίστικος | , η, ο γυ-ναι-κου-λί-στι-κος επίθ. (προφ.-μειωτ.): που ταιριάζει σε γυναικούλα: ~η: συμπεριφορά. ~ες: συζητήσεις. Δεν ασχολούμαι με ~α πράγματα! Βλ. κατινίστικος, -ίστικος. | |
| 11447 | γυναικωνίτης | γυ-ναι-κω-νί-της ουσ. (αρσ.) 1. (στον ορθόδοξο ναό) το υπερώο πάνω από τον νάρθηκα και απέναντι από το Ιερό Βήμα που προοριζόταν παλαιότ. για τις γυναίκες, ενώ σήμερα η χρήση του είναι περιορισμένη. 2. ΑΡΧ. χώρος του σπιτιού αποκλειστικά για τη γυναίκα. Βλ. ανδρώνας, χαρέμι. [< μτγν. γυναικωνῖτις (ἡ)] | |
| 11448 | γυναικωτός | γυ-ναι-κω-τός επίθ./ουσ. {συνήθ. στο αρσ.} (ειρων.-μειωτ.): θηλυπρεπής άνδρας. Πβ. αδελφή, κουνιστός, ομοφυλόφιλος. [< μεσν. γυναικωτός] | |
| 11449 | γύναιο | γύ-ναι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.-υβριστ.): ανήθικη, πρόστυχη, χαμηλού επιπέδου γυναίκα. Πβ. βρόμα, βρομοθήλυκο, παλιογυναίκα, σκρόφα, τσούλα. [< αρχ. γύναιον ‘ανόητη γυναίκα’, μτγν. ~ ‘γυναίκα’] | |
| 11450 | γυνή | γυ-νή ουσ. (θηλ.) {γυναικ-ός (εσφαλμ. γυνής)} (λόγ.): γυναίκα. Στις ● ΦΡ.: η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα: ΕΚΚΛΗΣ. (από το μυστήριο του γάμου) προτροπή να σέβεται και να τιμά η γυναίκα τον σύζυγό της., πυρ, γυνή και θάλασσα (μειωτ.): διατύπωση που εμφανίζει τη γυναίκα ως μία από τις μεγαλύτερες συμφορές., συν γυναιξί και τέκνοις (ΚΔ): (για άνδρα) μαζί με τη γυναίκα και τα παιδιά του· κατ' επέκτ. οικογενειακώς: Ήταν όλοι εκεί ~ ~. [< αρχ. γυνή] | |
| 11451 | γυπαετός | γυ-πα-ε-τός ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. είδος γύπα (επιστ. ονομασ. Gypaetus barbatus) που μοιάζει με αετό και τρέφεται με πτώματα ζώων. [< γαλλ. gypaète, αγγλ. Gypaetus] | |
| 11452 | γύπας | [γῦπας] γύ-πας ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. μεγαλόσωμο αρπακτικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Gyps fulvus), με γυμνό κεφάλι και λαιμό, μακρύ και γαμψό ράμφος και μεγάλες καστανόχρωμες φτερούγες, το οποίο ζει στα βουνά και τρέφεται κυρ. με πτώματα ζώων· όρνιο. Βλ. ασπροπάρης, γυπαετός, κόνδορας. [< μεσν. γύπας < αρχ. γύψ] | |
| 11453 | γύρα | γύ-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. κυκλική διαδρομή, βόλτα: Έφερε δυο ~ες το τετράγωνο. Έκανε μια ~ στα μαγαζιά.|| Γέμισε άλλη μια ~ τα ποτήρια! ΣΥΝ. γύρος (1) 2. περιστροφή: Κάνε μια ~ να σε δω. ΣΥΝ. γυροβολιά (1) ● ΦΡ.: βγαίνω στη γύρα: περιφέρομαι (ανα)ζητώντας κάτι: Έχει βγει ~ ~ για δουλειά., φέρνω κάποιον/κάτι γύρα (μτφ.): γυροφέρνω., τα φέρνω βόλτα/γύρα βλ. βόλτα [< μεσν. γύρα] | |
| 11454 | γυράδικο | γυ-ρά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): σουβλατζίδικο. Βλ. -άδικο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ