| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 11455 | γυρεόκοκκοι | γυ-ρε-ό-κοκ-κοι ουσ. (αρσ.) (οι) {σπάν. στον εν. γυρεόκοκκος}: ΒΟΤ. κόκκοι γύρης. [< αγγλ. pollen grains] | |
| 11456 | γυρεύω | γυ-ρεύ-ω ρ. (μτβ.) {γύρ-εψα, -έψει, γυρεύ-οντας} (προφ.) 1. αναζητώ, ψάχνω: ~ δουλειά/τα κλειδιά μου. Σε ~ει παντού. Πού ήσουν και σε ~α; Σε ~εψαν από το γραφείο. Τον έστειλαν να με ~έψει. 2. ζητώ, επιδιώκω: Του ~εψε δανεικά. ~ει το δίκιο/τα λεφτά του. (για έκφραση ενόχλησης:) Τι ~εις εδώ (: τι θέλεις, τι δουλειά έχεις); ● ΦΡ.: γύρευε ποιος/τι ...: για έκφραση άγνοιας, απορίας ή/και δυσφορίας: ~ ποιος είναι τώρα ... ~ τι θέλει πάλι (: για πρόσωπο ενοχλητικό)!, πάει/πηγαίνει γυρεύοντας: με τη συμπεριφορά του προκαλεί, συνήθ. στον εαυτό του, μια δυσάρεστη εξέλιξη: ~ ~ για καβγά/φασαρία! Πας ~ ν' ακούσεις καμιά κουβέντα! ΣΥΝ. γυρεύει/θέλει τον μπελά του, φιρί φιρί (το) πάει, στον ουρανό το(ν) γύρευα/έψαχνα (και) στη γη το(ν) βρήκα (μτφ.): για κάποιον ή κάτι που βρίσκουμε απρόσμενα μπροστά μας, ενώ το(ν) αναζητούσαμε στα πιο απίθανα μέρη., τρέχα γύρευε: για κάτι άσκοπο ή που δύσκολα βρίσκεται ή επιτυγχάνεται: ~ ~ τώρα ποιος έκανε τη ζημιά! Πβ. τι ψάχνεις τώρα., (γυρεύει/ψάχνει/ζητά) ψύλλους (/ψύλλο)/βελόνα (/βελόνες) στ' άχυρα βλ. άχυρο, γυρεύει/θέλει τον μπελά του βλ. μπελάς, ζητά(ει)/θέλει/γυρεύει και τα ρέστα βλ. ρέστα, όποιος θέλει/ψάχνει/ζητάει/γυρεύει τα πολλά χάνει και τα λίγα βλ. πολύς, πολλή, πολύ, πες αλεύρι, ο ... σε γυρεύει βλ. αλεύρι, τι γυρεύει/τι δουλειά έχει/τι ζητά/τι θέλει η αλεπού στο παζάρι; βλ. αλεπού, τι τα θες (τι τα γυρεύεις)! βλ. θέλω, ψάχνω/γυρεύω με το κερί/με το φανάρι βλ. κερί [< μτγν. γυρεύω] | |
| 11457 | γύρη | γύ-ρη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. οι κόκκοι που περιέχονται στους ανθήρες των στημόνων, οι οποίοι αποτελούν το αρσενικό γεννητικό κύτταρο: αλλεργία στη ~. ~ μελισσών. Η ~ ως συμπλήρωμα διατροφής. Πβ. γυρεόκοκκοι. [< πβ. μτγν. γῦρις ‘άχνη τoυ αλευριού’, νεολατ. pollen] | |
| 11458 | γυρίζω | γυ-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {γύρι-σα, γυρί-στηκε, -σμένος, γυρίζ-οντας} & γυρνώ κ. -άω {-άς ..., -ώντας} 1. περιστρέφω: ~ τους δείκτες του ρολογιού/το κλειδί στην πόρτα/τη σούβλα. Μην ξεχάσεις να ~σεις το ρολόι μια ώρα μπροστά/πίσω.|| Η Γη/ο δορυφόρος ~ει. Μετά το μεθύσι ένιωθα όλα να ~ουν.|| (μτφ.) Η κυβέρνηση ~ει γύρω-γύρω από το πρόβλημα της ανεργίας (: δεν το αντιμετωπίζει ουσιαστικά). 2. στρέφω κάτι προς ορισμένη κατεύθυνση: ~ το βλέμμα.|| Με το που μπήκε στο δωμάτιο, όλοι ~σαν. ~σε στους πίσω και τους έκανε παρατήρηση. Δεν ~σε καν να με κοιτάξει. Τον φώναξα πολλές φορές, αλλά δεν ~σε. ~σε και μου είπε ότι ... Είχε ~σμένο το κεφάλι προς το μέρος της. Κοιμάται ~σμένη στο πλάι. 3. επιστρέφω: ~ από τις διακοπές/τη δουλειά/το εξωτερικό. ~ το βράδυ/την Κυριακή/πίσω. Γυρνώντας σπίτι (= καθώς γύριζα, στον γυρισμό), άκουγα ραδιόφωνο. Τηλεφώνησέ μου μόλις ~σεις. Τι ώρα είναι αυτή που ~σες πάλι; Μόλις τώρα ~σα. Θα ~σω με τα πόδια. (ως ευχή) Καλό ταξίδι και με το καλό να ~σετε! Βλ. ξανα~.|| (μτφ.) Συχνά ~ στα παλιά/στο παρελθόν/στο χθες (πβ. αναπολώ). Φέτος τον χειμώνα η μόδα ~ει (= επανέρχεται) στη δεκαετία του '60.|| Δεν μου ~σε ακόμη τα δανεικά. (στο ποδόσφαιρο) ~σε από αριστερά τη μπάλα στον τερματοφύλακα. 4. αναποδογυρίζω: ~ τα αβγά/την ομελέτα.|| Ο γιακάς σου έχει ~σει (: έχει έρθει το μέσα έξω). 5. αλλάζω: ~ κανάλι/πλευρό/σελίδα.|| (μτφ.) ~ουν τα πράγματα. ~σε η κατάσταση/η τύχη. Ο καιρός ~σε (σε βοριά/νοτιά). Πβ. μεταβάλλομαι. 6. περιφέρομαι, τριγυρίζω: ~ει όλο το βράδυ στους δρόμους/σε μπαράκια. ~ει με τον ένα και με τον άλλο (: βγαίνει, έχει ερωτική σχέση). Οι μασκαράδες γύριζαν από σπίτι σε σπίτι. Πού ~ες όλη μέρα; ~ει εδώ κι εκεί.|| Το νησί είναι πανέμορφο, αξίζει να το ~σετε (: να κάνετε τον γύρο του, βλ. περπατώ.). ~σε όλο τον κόσμο (: ταξίδεψε παντού).|| Μας ~σαν σε μουσεία, καταστήματα, ταβέρνες (= ξενάγησαν, πήγαν). 7. κινηματογραφώ: ~ ένα ντοκιμαντέρ/ένα σίριαλ/ταινία. Το φιλμ ~στηκε το 1970. Βλ. κακο-, καλο-γυρισμένος. ● ΦΡ.: γυρίζω με άδεια χέρια (προφ.): επιστρέφω άπρακτος: Πήγε για κυνήγι, αλλά γύρισε ~ ~., γυρίζω το μέσα έξω: βγάζω έξω αυτό που βρίσκεται από μέσα, αναστρέφω, αντιστρέφω: Γύρισε τα γάντια ~ ~., γυρίζω το παιχνίδι & το παιχνίδι γυρίζει: (κυρ. στο ποδόσφαιρο) για ανατροπή του σκορ και συνήθ. νίκη της ομάδας ή του παίκτη που έχανε προηγουμένως., μου γυρίζει/μου ανακατεύεται το στομάχι/μου γυρίζουν τ' άντερα (μτφ.-προφ.): με ενοχλεί υπερβολικά, μέχρι αηδίας: ~ ~ μόνο που το σκέφτομαι!, να πάει και να μη γυρίσει!: (αποτρεπτικά) για εξαιρετικά δυσάρεστο συμβάν., ρόδα είναι και γυρίζει/γυρίζει ο τροχός: για το ευμετάβλητο της τύχης. Πβ. έχει ο καιρός γυρίσματα., το γύρισε στ' αστείο/στην πλάκα (προφ.): έστρεψε τη συζήτηση προς το αστείο., το γύρισε στο σοβαρό (προφ.): έστρεψε την κουβέντα σε σοβαρά θέματα ή πήρε σοβαρό ύφος., το/τα γυρίζω (μτφ.-προφ.): αλλάζω γνώμη ή συνήθεια: Ενώ αρχικά είπε ότι θα με βοηθήσει, μετά μου τα γύρισε.|| Το ~σε (= στράφηκε) στη μαγειρική τώρα., τώρα που γυρίζει (προφ.): (ως προτροπή) σε περιπτώσεις που η έκβαση δεν έχει ακόμη κριθεί και οι προοπτικές είναι ανοιχτές: Έλα παίξε ~ ~ (: ενν. η ρουλέτα και γενικότ. σε τυχερά παιχνίδια)! Πάρτε προσκλήσεις ~ ~!, αλλάζει/γυρίζει το γούρι βλ. γούρι, αλλάζω/γυρίζω (την) κουβέντα/(τη) συζήτηση βλ. αλλάζω, αλλάζω/γυρίζω σε κάποιον μυαλά/κεφάλι/ιδέες βλ. αλλάζω, γυρίζει σαν (τη) σβούρα βλ. σβούρα, γυρίζει σαν την άδικη κατάρα βλ. κατάρα, γυρίζει/βουίζει το κεφάλι μου βλ. κεφάλι, γυρίζω/ανοίγω (μια) νέα σελίδα βλ. σελίδα, γυρίζω/στρέφω και το άλλο μάγουλο βλ. μάγουλο, γυρίζω/στρέφω/δείχνω την πλάτη/τα νώτα μου σε κάποιον/κάτι βλ. πλάτη, η τύχη μού γυρίζει την πλάτη βλ. τύχη, θα γυρίσει ο τροχός, θα χορτάσει κι ο φτωχός βλ. χορταίνω, ο κόσμος γύρισε ανάποδα/ήρθε τα πάνω κάτω βλ. κόσμος, όταν εσύ πήγαινες, εγώ ερχόμουν/γύριζα/γυρνούσα βλ. πηγαίνω & πάω, πολλές φορές πάει η στάμνα για νερό, μία πάει και δε(ν) γυρίζει βλ. στάμνα, το ποτάμι δε(ν) γυρίζει πίσω βλ. ποτάμι [< μεσν. γυρίζω, γαλλ. tourner, αγγλ. turn] | |
| 11459 | γυρίνος | [γυρῖνος] γυ-ρί-νος ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. υδρόβια προνύμφη των άνουρων αμφίβιων (βάτραχος, φρύνος), αποτελούμενη από κεφάλι, ουρά και εξωτερικά βράγχια. [< αρχ. γυρῖνος] | |
| 11460 | γύρισμα | γύ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {γυρίσμ-ατος | -ατα, -άτων} (προφ.) 1. περιστροφή ή στροφή προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση: ~ του διακόπτη. Το ~ των δεικτών του ρολογιού/της ρόδας/της σούβλας. Βλ. ξανα~.|| ~ του κεφαλιού. (στο ποδόσφαιρο) ~ της μπάλας (π.χ. από αριστερά ή δεξιά/προς τα πίσω). Λάθος ~.|| (μτφ.) ~ της πλάτης (: σε περιπτώσεις αδιαφορίας ή περιφρόνησης). Βλ. πισω~. 2. {συνήθ. στον πληθ.} κινηματογράφηση: τηλεοπτικά ~ατα. Τα ~ατα μιας σειράς/μιας ταινίας. Εξωτερικά/εσωτερικά ~ατα. Νέος κύκλος ~άτων. Έχω ~. 3. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) αλλαγή, μεταβολή: τα ~ατα του καιρού/της τύχης/του χρόνου. 4. στροφή: το ~ του δρόμου. 5. στρίφωμα: το ~ του παντελονιού/της φόδρας. 6. ΜΟΥΣ. {συνήθ. στον πληθ.} αλλαγές στη μελωδία ή τον ρυθμό: ~ατα του τραγουδιού/της φωνής (: για τραγουδιστή). Πβ. τσάκισμα. 7. ΜΟΥΣ. επωδός, ρεφρέν. ● ΦΡ.: έχει ο καιρός γυρίσματα βλ. καιρός, στο/με το γύρισμα του αιώνα/στη στροφή του αιώνα βλ. αιώνας, του κύκλου τα γυρίσματα βλ. κύκλος [< μεσν. γύρισμα] | |
| 11461 | γυρισμός | γυ-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) (προφ.): επιστροφή: ~ στην πατρίδα. Πήρε τον δρόμο του ~ού. Στον ~ό μάς έπιασε βροχή. (μτφ.) Έφτασε σε σημείο που δεν έχει ~ό (= ανεπίστρεπτο). Πβ. επάνοδος, ερχομός. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. πηγαιμός ● ΦΡ.: δρόμος χωρίς επιστροφή/γυρισμό βλ. δρόμος, ταξίδι χωρίς επιστροφή/γυρισμό βλ. ταξίδι [< μεσν. γυρισμός] | |
| 11462 | γυριστός | , ή, ό γυ-ρι-στός επίθ. 1. κυρτός, καμπυλωτός: ~ή: λαβή. ~ό: μαχαίρι/ράμφος. 2. ελικοειδής: ~ή: σκάλα. ~ό: μονοπάτι/μουστάκι. Πβ. περιστροφικός, στριφτός. 3. ΑΘΛ. (για χτύπημα της μπάλας) που απαιτεί περιστροφή του σώματος: ~ή: κεφαλιά/κλοτσιά. ~ό: σουτ. Βλ. ξε~. ● ΦΡ.: την κάνω γυριστή (σε κάποιον) (αργκό) 1. παρατώ, εγκαταλείπω κάποιον ή κάτι, μόλις αντιληφθώ δυσκολία ή αφού έχω επιτύχει τον σκοπό μου: Είδε τα σκούρα και (μου) την έκανε ~. 2. (σπάν.) εξαπατώ κάποιον, του τη φέρνω. [< μεσν. γυριστός] | |
| 11463 | γυρνώ | & γυρνάω βλ. γυρίζω | |
| 11464 | γυρο- | & (λαϊκό) γερο-: α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία του γύρω: ~βολιά/~λόγος/~σκόπιο/~φέρνω. [< μεσν. γυρο ] | |
| 11465 | γυροβολιά | γυ-ρο-βο-λιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. (συνήθ. ως χορευτική φιγούρα) περιστροφή κάποιου γύρω από τον εαυτό του: Έριξε/έφερε (μερικές) ~ιές. 2. (σπάν.) γύρα, βόλτα: Έκανε μια ~ στα μαγαζιά. ● ΦΡ.: φέρνω κάποιον γυροβολιά: τον καταφέρνω, τον κουμαντάρω: Τους ~ει εύκολα ~. | |
| 11466 | γυροειδής | , ής, ές γυ-ρο-ει-δής επίθ.: βλ. -ειδής. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: γυροειδής αλωπεκία: ΙΑΤΡ. αυτοάνοση ασθένεια (επιστ. ονομασ. Alopecia Areata) απώλειας τριχών στο κεφάλι ή το σώμα κατά πλάκες. Βλ. τριχόπτωση. ΣΥΝ. τριχοφάγος | |
| 11467 | γυρολόγος | γυ-ρο-λό-γος ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) πρόσωπο που μετακινείται συνέχεια ή τριγυρίζει άσκοπα: ~ των γηπέδων (: αθλητής που αλλάζει συνεχώς ομάδες)/της πολιτικής (βλ. τυχοδιώκτης). 2. (παρωχ.) πλανόδιος έμπορος, πραματευτής. Βλ. -λόγος. | |
| 11469 | γυροσκοπικός | , ή, ό γυ-ρο-σκο-πι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με το γυροσκόπιο: ~ός: αισθητήρας. ~ή: πυξίδα. ~ό: σύστημα/φαινόμενο. [< γαλλ. gyroscopique, αγγλ. gyroscopic] | |
| 11470 | γυροσκόπιο | γυ-ρο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή προσανατολισμού, η οποία αποτελείται από στεφάνες που περιστρέφονται γύρω από σταθερό σημείο και χρησιμοποιείται κυρ. σε μαγνητικά απομονωμένους χώρους (υποβρύχια), όπου δεν είναι δυνατή η λειτουργία της πυξίδας. Βλ. -σκόπιο. [< γαλλ.-αγγλ. gyroscope] | |
| 11471 | γυροφέρνω | γυ-ρο-φέρ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {γυρόφερν-ε, γυροφέρν-οντας, συνήθ. στον ενεστ. και παρατ.} (προφ.) 1. (μτφ.) επιδιώκω να βρίσκομαι συνέχεια κοντά σε κάποιον, προκειμένου να πετύχω κάτι: Τον ~ει εδώ και μέρες, στο τέλος θα τον καταφέρει. (συνήθ. για άνδρα) Τη ~ε (: τη φλέρταρε επίμονα). ΣΥΝ. περιτριγυρίζω (2) 2. περιφέρομαι, τριγυρίζω: ~ε άσκοπα/εδώ κι εκεί/έξω από το σπίτι/στα δωμάτια. Βλ. -φέρνω. ● ΦΡ.: με γυροφέρνει (κάτι) (μτφ.): αρχίζω να αισθάνομαι τα πρώτα συμπτώματα, σημάδια ασθένειας: Με ~ η γρίπη/ένα κρυολόγημα., το γυροφέρνω (στο μυαλό μου) (μτφ.): σκέφτομαι συνέχεια κάτι: ~ ~ να ... | |
| 11472 | γυρτός | , ή, ό βλ. γερτός | |
| 11473 | γύρω | γύ-ρω επίρρ. 1. (τοπικό) (+ από/γεν. προσ. αντων.) κυκλικά, περιφερειακά: Συχνάζει στα καφενεία ~ από την πλατεία. Η Γη περιστρέφεται ~ από τον νοητό άξονά της. Κοίτα ~ σου και πες μου τι βλέπεις. Το τοπίο ~ μας είναι υπέροχο. Δεν υπήρχε κανείς εκεί ~ (= κοντά) για να με ακούσει. Πβ. τριγύρω.|| (ως επίθ.) Τα μαγαζιά της ~ περιοχής. Ο ~ χώρος.|| (κατ' επέκτ. το κοινωνικό περιβάλλον:) Θέλω να έχω ~ μου ανθρώπους που αγαπώ. (ως ουσ.) Με ενδιαφέρει η γνώμη των ~ μου. 2. (χρονικό, ποσοτικό) (+ σε) περίπου, πάνω κάτω: ~ στο μεσημέρι/στα τέλη του 19ου αιώνα. Θα σου κοστίσει εκεί ~ στα δέκα ευρώ. Ο πληθωρισμός θα κυμανθεί ~ στο 3%. 3. (για να δηλώσει αναφορά) (+ από) σχετικά με, ως προς: μελέτη/πληροφορίες/συζήτηση ~ από το θέμα της ανεργίας. Πβ. για1. ● ΦΡ.: γύρω-γύρω (επιτατ.) 1. παντού κυκλικά· τριγύρω: Στο πάρκο υπήρχε σιντριβάνι στη μέση και ~ ~ παγκάκια. 2. (μτφ.) γενικά, ασαφώς, έμμεσα: Γιατί το φέρνετε ~ ~ και δεν λέτε καθαρά αυτό που θέλετε να πείτε; Πβ. απ' έξω-απ' έξω., γύρω-γύρω όλοι (στη μέση ο Μανόλης): παραδοσιακό παιδικό παιχνίδι., εδώ/εκεί/κάπου γύρω/τριγύρω βλ. τριγύρω [< μεσν. γύρο] | |
| 11474 | γύρωθε | γύ-ρω-θε επίρρ. (λαϊκό): ολόγυρα. Βλ. -θεν. [< μτγν. γύρωθεν] | |
| 11475 | ΓΥΣ | (η): Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ