Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [12340-12360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
11476γυφτάκιγυ-φτά-κι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) γυφτάκος (ο) 1. παιδί γύφτων. ΣΥΝ. γυφτόπουλο, τσιγγανάκι 2. (μειωτ.) πολύ μελαμψό ή βρόμικο νεαρό άτομο: Μαύρισες κι έγινες (σαν) ~.
11477γυφταριόγυ-φτα-ριό ουσ. (ουδ.) (μειωτ.) ΣΥΝ. τσιγγαναριό 1. (μτφ.) για βρόμικο, ακατάστατο χώρο: Έχει κάνει το σπίτι ~! 2. πλήθος από γύφτους και κατ' επέκτ. από ανθρώπους χωρίς παιδεία και τρόπους.
11478γυφτιάγυ-φτιά ουσ. (θηλ.) (μειωτ.): πράξη που χαρακτηρίζεται από έλλειψη παιδείας και καλών τρόπων, από μικροπρέπεια ή τσιγκουνιά: Είναι (μεγάλη) ~ να του ζητήσεις χρήματα (πβ. καφρ-, ξεφτ-ίλα). Άσε τις ~ιές. Βλ. -ιά2, τακτ.
11479γύφτικος, η, ο γύ-φτι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τους γύφτους: ~ος: γάμος. Πβ. τσιγγάνικος.|| (μειωτ.) ~η: συμπεριφορά (= αναξιο-, μικρο-πρεπής· πβ. γυφτιά). Κάνανε την πλατεία ~ο παζάρι/το σπίτι ~ο τσαντίρι (βλ. κιτς). ● Ουσ.: γύφτικα (τα): περιοχή που κατοικείται από γύφτους. Βλ. καταυλισμός. ● επίρρ.: γύφτικα ● ΦΡ.: κάτι τρέχει στα γύφτικα (προφ.): για να δηλωθεί αδιαφορία σχετικά με κάποιο ασήμαντο θέμα: Δεν θα μου ξαναμιλήσει, λέει, και ~ ~ (: πολύ που με νοιάζει, σκασίλα μου)! ΣΥΝ. χεστήκαμε κι η βάρκα γέρνει, χέστηκε η φοράδα στ' αλώνι, (καμαρώνει σαν) γύφτικο σκεπάρνι βλ. σκεπάρνι [< μεσν. γύφτικος]
11480γυφτόπουλογυ-φτό-που-λο ουσ. (ουδ.) , γυφτοπούλα (η): (παλαιότ.) νεαρός γύφτος ή γύφτισσα ή παιδί γύφτου. Βλ. -όπουλο. ΣΥΝ. γυφτάκι (1), τσιγγανόπουλο
11481γύφτος, γύφτισσαγύ-φτος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (μειωτ.) 1. τσιγγάνος, τσιγγάνα. Πβ. Ρομά. Βλ. τουρκόγυφτος. 2. (μτφ.) για πολύ μελαχρινό ή βρόμικο άνθρωπο. 3. (μτφ.-υβριστ.) για κάποιον που δεν έχει παιδεία και τρόπους, μικροπρεπή ή τσιγκούνη. ● ΦΡ.: βρήκε/είδε ο γύφτος τη γενιά του (κι αναγάλλιασε η καρδιά του) (παροιμ.): για πρόσωπα που ταιριάζουν ή/και μοιάζουν πολύ. ΣΥΝ. βρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ, κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι [< μεσν. Γύφτος]
11482γύφτουλαςγύ-φτου-λας ουσ. (αρσ.) (υβριστ.-επιτατ.): για μικροπρεπή άνθρωπο. Πβ. γύφτος. Βλ. -ουλας.
11483γυψαδόροςγυ-ψα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (προφ.): τεχνίτης που κατασκευάζει γύψινες διακοσμήσεις. Βλ. -αδόρος, μπετα-, μπογια-, σοβα-τζής.
11484γύψινος, η, ο γύ-ψι-νος επίθ.: που είναι φτιαγμένος από γύψο: ~ος: επίδεσμος/νάρθηκας (= γυψονάρθηκας). ~ο: αντίγραφο/εκμαγείο. ~ες: διακοσμήσεις/κατασκευές/κορνίζες/ψευδοροφές. ~α: χωρίσματα. ● Ουσ.: γύψινα (τα): ενν. διακοσμητικά στοιχεία. [< μτγν. γύψινος]
11485γυψονάρθηκαςγυ-ψο-νάρ-θη-κας ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. νάρθηκας για την ακινητοποίηση μέλους του σώματος, ο οποίος κατασκευάζεται από επίδεσμο γάζας διαποτισμένο με σκόνη γύψου.
11486γυψοποίησηγυ-ψο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. μετατροπή του ανθρακικού ασβεστίου του μαρμάρου σε γύψο εξαιτίας της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, με αποτέλεσμα τη διάβρωση και φθορά του. Βλ. -ποίηση.
11487γυψοποιίαγυ-ψο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): επεξεργασία γύψου και κατασκευή γύψινων προϊόντων· κατ΄επέκτ. η σχετική βιομηχανία. Βλ. -ποιία.
11488γύψοςγύ-ψος ουσ. (αρσ.) 1. ΟΡΥΚΤ. λευκό, μαλακό, εύθρυπτο ορυκτό που χαράσσεται εύκολα και χρησιμοποιείται κυρ. στη γλυπτική (για την κατασκευή εκμαγείων και αναγλύφων), στην ιατρική (νάρθηκες), στην οικοδομική (κορνίζες) και στην οδοντιατρική (καλούπια δοντιών)· ένυδρο θειικό ασβέστιο: ~ καλλιτεχνίας.|| Γάζες/επίδεσμος ~ου.|| Άνυδρος/πλαστικός ~. Πβ. αλάβαστρο. 2. ΙΑΤΡ. (συνεκδ.) γυψονάρθηκας: Έχει το πόδι/χέρι του στον ~ο. ● ΦΡ.: (βάζει/μπήκε) στον γύψο/στο ψυγείο & στον νάρθηκα: (μτφ.) για κάθε περίπτωση καταστολής των δημοκρατικών ελευθεριών (κυρ. για τη δικτατορία της περιόδου 1967-1974 στην Ελλάδα): Η δημοκρατία/η χώρα μπήκε ~ ~. [< αρχ. γύψος (ἡ), μεσν. γύψος (ο)]
11489γυψοσανίδαγυ-ψο-σα-νί-δα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. υλικό από γύψο ενσωματωμένο σε φύλλα χαρτονιού που χρησιμοποιείται για την κατασκευή κυρ. ψευδοροφών και εσωτερικών διαχωριστικών. Βλ. τσιμεντοσανίδα.
11490γυψοσοβάςγυ-ψο-σο-βάς ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΔ. σοβάς με κύριο συστατικό τον γύψο, ο οποίος έχει θερμομονωτικές ιδιότητες και χρησιμοποιείται σε εσωτερικές επιφάνειες κτιρίων.
11491γυψοτεχνίαγυ-ψο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.): επεξεργασία γύψου, συνήθ. για διακοσμητικούς σκοπούς. Βλ. -τεχνία.
11492ΓΧΚ(το): Γενικό Χημείο του Κράτους.
11493ΓΧΣ(οι): Γιατροί Χωρίς Σύνορα.
11494γωβλ. εγώ
11495γωβιόςγω-βιός ουσ. (αρσ.) & κωβιός: ΙΧΘΥΟΛ. μικρό ψάρι των θαλασσών και των γλυκών νερών (επιστ. ονομασ. Gobius), με κυλινδρικό σώμα, μάτια πολύ κοντά το ένα με το άλλο και αγκαθωτά πτερύγια. ΣΥΝ. κοκοβιός (1) [< αρχ. κωβιός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.