Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [12360-12380]

IDΛήμμαΕρμηνεία
11496γωνίαγω-νί-α ουσ. (θηλ.) {γωνι-ών} 1. ΓΕΩΜ. το σημείο τομής μεταξύ δύο ευθειών ή επιπέδων και το αντίστοιχο γεωμετρικό σχήμα: δίεδρη/εξωτερική/επίπεδη/κεντρική/λοξή/πολύεδρη/στερεά/σφαιρική ~. Προσκείμενες ~ες. ~ βάσης/κατεύθυνσης (: μεταξύ δεδομένης ευθείας και άξονα αναφοράς). Διχοτόμηση ~ας. Βλ. ακμή.|| (ΦΥΣ.) Μεταβαλλόμενη/σταθερή ~. ~ ανάκλασης (: που σχηματίζεται μεταξύ της ανακλώμενης ακτίνας και μιας κάθετης γραμμής)/διάθλασης (: που σχηματίζεται μεταξύ της διαθλώμενης ακτίνας και της κανονικής)/πρόσπτωσης. ~ ανύψωσης (: μεταξύ των γραμμών του βλέμματος και του ορίζοντα, για αντικείμενα που βρίσκονται πάνω από αυτόν)/βύθισης (: για αντικείμενα κάτω από τη γραμμή του ορίζοντα). ~ απόκλισης (: που σχηματίζουν οι ευθείες που συνδέουν το κέντρο αναφοράς με το κέντρο του δέκτη και με αυτό της πηγής φωτισμού)/έγκλισης. ~ ακτινοβολίας/αναφοράς/ανόδου (αεροσκάφους)/εκπομπής/εκτόξευσης/εκτροπής/θέασης/καθόδου/τριβής. 2. εσοχή ή εξοχή που διαμορφώνουν δύο τεμνόμενες ευθείες, επιφάνειες (ιδ. οδοί, τοίχοι, πλευρές αντικειμένου): Θα σε περιμένω/ραντεβού στη ~. Εμφανίστηκε/φάνηκε από τη ~. Στρίψε στη ~ (πβ. στροφή). Το κατάστημα είναι (στη) ~ (των οδών) ... και ... (πβ. συμβολή). Mένω δύο ~ες πιο κάτω (βλ. οικοδομικό τετράγωνο). Βλ. οπισθο~.|| Βάλε το κομοδίνο στη ~ (του δωματίου). Βλ. άκρη.|| (ΑΘΛ.) ~ του γηπέδου (= κόρνερ)/του τέρματος.|| Στρογγυλή ~ επίπλου. Η αριστερή/δεξιά/κάτω/πάνω ~ της οθόνης. Οι καναπέδες σχηματίζουν ~. Χτύπησα στη ~ του τραπεζιού. Προστατευτικά ~ών.|| ~ γλυκού/πίτας/ψωμιού (: το ακριανό κομμάτι).|| Πρόσωπο με ~ες (= γωνιώδες).|| (σημείο από το οποίο παρατηρεί κάποιος κάτι:) Από ποια ~ τράβηξες το πλάνο; (ΚΙΝΗΜ.-ΦΩΤΟΓΡ.) ~ λήψης (βλ. οπτικό πεδίο). 3. όργανο χάραξης ορθών γωνιών· κατ' επέκτ. κάθε γωνιώδες εξάρτημα, αξεσουάρ ή τούβλο για το αντίστοιχο σημείο του τοίχου: μεταβλητή ~. Πβ. ταυ.|| ~ στερέωσης/στήριξης/σύνδεσης (βλ. τακάκια, τάκος). Προστατευτικές ~ες (π.χ. από τσόχα). Βλ. σιδηρο~.|| ~ες βιβλίων. Πβ. βιβλιοστάτης. ΣΥΝ. τρίγωνο (5) ● ΣΥΜΠΛ.: εκτός/εντός εναλλάξ γωνίες: ΓΕΩΜ. δύο γωνίες που σχηματίζονται, όταν δύο ευθείες α, β τέμνονται από τρίτη γ και βρίσκονται εκτός των α, β (εκτός) ή μεταξύ τους (εντός), σε διαφορετικό όμως ημιεπίπεδο ως προς τη γ· είναι ίσες μόνο αν οι α και β είναι παράλληλες μεταξύ τους., εντός, εκτός και επί τα αυτά (γωνίες) 1. ΓΕΩΜ. δύο γωνίες που σχηματίζονται όταν δύο ευθείες α και β τέμνονται από τρίτη γ και η μία βρίσκεται μεταξύ των α και β (εντός), η άλλη εκτός αυτών και οι δύο στο ίδιο ημιεπίπεδο ως προς τη γ· είναι ίσες, μόνο αν οι α και β είναι παράλληλες μεταξύ τους. 2. (μτφ.) μέσα και έξω, στο εσωτερικό και το εξωτερικό: ~ ~ της χώρας., κατά κορυφήν γωνίες: ΓΕΩΜ. που έχουν κοινή κορυφή και οι πλευρές της μίας αποτελούν προεκτάσεις των πλευρών της άλλης., οπτική γωνία: τρόπος θεώρησης ενός ζητήματος: Πρώτη/δεύτερη/τρίτη ~ ~. Αποκλίνουσες/διαφορετικές ~ές (~ες). Αλλαγή ~ής ~ας. Υπό ορισμένη/συγκεκριμένη ~ ~. Kοιτάζω/παρουσιάζω/προσεγγίζω το θέμα (κάτω/μέσα) από άλλη/νέα ~ ~. Εξαρτάται από την ~ ~ που βλέπεις τα πράγματα. Όλα είναι ζήτημα ~ής ~ας. Πβ. πλευρά, πρίσμα, σκοπιά. [< γαλλ. point de vue] , αμβλεία γωνία βλ. αμβλύς, διαδοχικές γωνίες βλ. διαδοχικός, ευθεία γωνία βλ. ευθύς, εφεξής γωνίες βλ. εφεξής, ημίτονο γωνίας βλ. ημίτονο, κλειστή γωνία βλ. κλειστός, κορυφή γωνίας βλ. κορυφή, νεκρή γωνία βλ. νεκρός, οξεία γωνία βλ. οξύς, ορθή γωνία βλ. ορθός, παραλλακτική γωνία βλ. παραλλακτικός, παραπληρωματικές γωνίες βλ. παραπληρωματικός, συμπληρωματικές γωνίες βλ. συμπληρωματικός, ωριαία γωνία βλ. ωριαίος ● ΦΡ.: βάζω (κάποιον/κάτι) στη γωνία (μτφ.-προφ.): τον παραμερίζω, τον περιθωριοποιώ. Πβ. παραγκωνίζω., περιμένω κάποιον στη γωνία/στροφή (μτφ.-προφ.): περιμένω την ευκαιρία να τον ξεμπροστιάσω, να εξηγηθώ μαζί του ή να τον βλάψω. Πβ. του την έχω στήσει/στημένη. [< γαλλ. attendre quelqu'un au tournant] , πήγαινε στη γωνία να δεις αν έρχομαι (ειρων.): έκφραση που απευθύνεται σε κάποιον που κάνει τον έξυπνο., στριμώχνω κάποιον στη γωνία (μτφ.-προφ.): τον φέρνω σε δύσκολη θέση: Τον στρίμωξε ~ ~ και δεν μπόρεσε να πει κουβέντα., υπό γωνία: από/σε σημείο που να σχηματίζει γωνία: εξέταση/θέαση/λήψη/προβολή ~ ~ (πβ. λοξά). [< αρχ. γωνία, γαλλ.-αγγλ. angle]
11497γωνιάγω-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. απόμερο, απομακρυσμένο σημείο: Καθόταν/στεκόταν αμήχανος σε μια ~ του δωματίου. Ήρθαν από όλες τις ~ιές της χώρας.|| (μτφ.-λογοτ.) Σε μια ~ της μνήμης. 2. τόπος συνάντησης ή διαμονής: μαθητική/παιδική/φοιτητική ~. Ηπειρωτική/κρητική ~. Πβ. εστία.|| Η ~ των εκπαιδευτικών (: για ιστοσελίδα). Πβ. εστία.|| Ψάχνω μια ~ (: σπίτι) να μείνω. Βλ. καταφύγιο, λιμάνι. ● Υποκ.: γωνίτσα (η) ● ΦΡ.: κάθομαι στη γωνιά μου: δεν ανακατεύομαι σε ξένες υποθέσεις: Να κάτσεις ~ ~ σου και να μην πεις κουβέντα. Πβ. κάθομαι στ΄ αβγά μου., σε κάθε γωνιά: (+ γεν.) παντού: Το όνομά του είναι γνωστό ~ ~ της Γης. ~ ~ του δρόμου υπάρχει κι ένας κάδος. [< γαλλ. dans tous les coins] , στις τέσσερις γωνιές: (+ γεν.) σε όλη την οικουμένη: ταξίδι ~ ~ της Ελλάδας/του πλανήτη. Το βιβλίο διαβάστηκε από χιλιάδες αναγνώστες ~ ~ του κόσμου., αδειάζω τη γωνιά/τον τόπο βλ. αδειάζω [< μεσν. γωνιά, γαλλ. coin]
11498γωνιάζωγω-νιά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {γώνια-σα, γωνια-σμένος} (προφ.): δίνω σε κάτι σχήμα γωνίας ή σχηματίζω γωνία: ~ τα σκι (: για σκιέρ). Οι τοίχοι ~ουν μεταξύ τους.|| (ΟΙΚΟΔ.) ~σμένες πέτρες/πλάκες. [< μτγν. γωνιάζω]
11499γωνιαίος, α, ο [γωνιαῖος] γω-νι-αί-ος επίθ. (λόγ.): γωνιακός. Βλ. ακρο~. [< μτγν. γωνιαῖος]
11500γωνιακός, ή, ό γω-νι-α-κός επίθ. 1. που βρίσκεται σε γωνία: ~ή: οικοδομή. ~ό: διαμέρισμα/κατάστημα/οικόπεδο. 2. που σχηματίζει γωνία: ~ός: καναπές. ~ή: μπανιέρα. Βλ. γάμα.|| (ΤΕΧΝΟΛ., για εργαλεία, κατάλληλα για γωνίες) ~ός: λειαντήρας/τροχός. ● επίρρ.: γωνιακά ● ΣΥΜΠΛ.: γωνιακή ταχύτητα: ΦΥΣ. ο ρυθμός μεταβολής της γωνίας που διαγράφει ένα περιστρεφόμενο σώμα. [< αγγλ. angular velocity] , γωνιακή/γωνιώδης απόσταση βλ. απόσταση [< μτγν. γωνιακός]
11501γώνιασμαγώ-νια-σμα ουσ. (ουδ.) {γωνιάσμ-ατος | -ατα} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γωνιάζω: ~ των πέδιλων του σκι. Μηχανές ~ατος (= γωνιάστρες). [< μεσν. γωνίασμα]
11502γωνιάστραγω-νιά-στρα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα διαμόρφωσης γωνιών, κυρ. σε αλουμινοκατασκευές και ξύλο. Βλ. δισκοπρίονο.
11504γωνιό- & γωνιο-: α' συνθετικό ουσιαστικών και επιθέτων που αναφέρονται στη γωνία ως σημείο τομής μεταξύ δύο ευθειών ή επιπέδων: γωνιό-κρανο/~λιθος/~μετρο. Γωνιο-μετρικός.
11505γωνιόκρανογω-νι-ό-κρα-νο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΟΙΚΟΔ. μεταλλική κατασκευή σε σχήμα Γ, η οποία τοποθετείται στις ακμές των τοίχων, για τη διευκόλυνση της κατασκευής τους και την προστασία τους.
11506γωνιόλιθοςγω-νι-ό-λι-θος ουσ. (αρσ.) (σπάν.-λόγ.): ΟΙΚΟΔ. αγκωνάρι. [< γαλλ. pierre angulair e]
11507γωνιομετρικός, ή, ό γω-νι-ο-με-τρι-κός επίθ.: ΓΕΩΜ. που σχετίζεται με τη μέτρηση γωνιών: ~ός: δίσκος. ~ά: όργανα (βλ. εξάντας, θεοδόλιχος). [< γαλλ. goniométrique, αγγλ. goniometric(al)]
11508γωνιόμετρογω-νι-ό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο μέτρησης γωνιών: ψηφιακό ~. Βλ. ραδιο~, μοιρογνωμόνιο, -μετρο. [< γαλλ. goniomètre, αγγλ. goniometer]
11510γωνιώδης, ης, ες γω-νι-ώ-δης επίθ. {γωνιώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών} (λόγ.): που σχηματίζει γωνίες: ~ες: πρόσωπο/σχήμα. ~εις: αγκύλες (< >). Βλ. -ώδης. ● ΣΥΜΠΛ.: γωνιακή/γωνιώδης απόσταση βλ. απόσταση [< αρχ. γωνιώδης]
11512δ1. (πρόφ. δέλτα) το τέταρτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τον συμφωνικό φθόγγο [ð]: ~ κεφαλαίο (Δ). ~ μικρό (δ). Πβ. δέλτα. Βλ. σύμφωνο. 2. (πρόφ. δέλτα) τέταρτος σε μια σειρά χρονική, ιεραρχική, αξιολογική: (συνήθ. με τόνο δ΄/Δ΄) ~ διαλογής/κατηγορίας. ~ Δημοτικού. ~ τρίμηνο/εξάμηνο (σπουδών). (ΑΘΛ.-παλαιότ.) ~ Εθνική (κατηγορία). Η ~ Σταυροφορία. 3. (Δ΄, πρόφ. δέλτα) ο βαθμός επίδοσης που αντιστοιχεί στο "Σχεδόν Καλά" στις Γ' και Δ' τάξεις του Δημοτικού Σχολείου. 4. (σε αρίθμηση, με τόνο κάτω αριστερά: ,Δ ή ,δ:) τέσσερις χιλιάδες. [< αρχ. Δ, μεσν. δ]
11511Δ.: Δύση/δυτικά/δυτικός.
12045Δ.Ε.ΤΡΟ.Π.& ΔΕΤΡΟΠ (η): Διεθνής Έκθεση Τροφίμων-Ποτών.
11977Δ.ΕΠ.Α.(η): Δημόσια Επιχείρηση Αερίου.
13574Δ.ΜΕ.(η): Διεύθυνση Μελετών.
13594Δ.ΟΙ.(η): ΣΤΡΑΤ. Διεύθυνση Οικονομικού.
13918Δ.Υ.ΠΕ.(η): Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.