Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [1220-1240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
232αγγελολογία[ἀγγελολογία] αγ-γε-λο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΘΕΟΛ. κλάδος της Δογματικής που εξετάζει ό,τι σχετίζεται με τους αγγέλους: εβραϊκή/ορθόδοξη/χριστιανική ~. ~ και δαιμονολογία. Βλ. -λογία. [< αγγλ. angelology]
58744αγγελόμορφος, η, ο [ἀγγελόμορφος] αγ-γε-λό-μορ-φος επίθ.: που έχει τη μορφή αγγέλου, που είναι όμορφος σαν άγγελος. Πβ. αγγελοπρόσωπος, αγγελικός. Βλ. -μορφος. [< μεσν. αγγελόμορφος]
233αγγελοπρόσωπος, η, ο [ἀγγελοπρόσωπος] αγ-γε-λο-πρό-σω-πος επίθ. (σπάν.): που έχει πρόσωπο αγγελικό, γαλήνιο, πανέμορφο. Πβ. αγγελόμορφος.Βλ. -πρόσωπος. [< μεσν. αγγελοπρόσωπος]
234άγγελος[ἄγγελος] άγ-γε-λος ουσ. (αρσ.) {αγγέλ-ου | -ων, -ους} 1. ΕΚΚΛΗΣ. (συχνά με κεφαλ. Α) αόρατο, ασώματο και αθάνατο πνεύμα, φορέας της βούλησης του Θεού και κατ' επέκτ. η συμβολική του απεικόνιση: ~ Kυρίου/πρωτοστάτης. ~ εξ ουρανού. ~ με φτερά (= φτερωτός)/ντυμένος στα λευκά. Εμφανίστηκε μπροστά του με τη μορφή ~ου. Βλ. Αρχ~, Αρχές, Δυνάμεις, Εξουσίες, Θρόνοι, Κυριότητες, Σεραφείμ, Χερουβείμ. Βλ. διάβολος. 2. (μτφ.) άτομο με χαρακτηριστικά αγγέλου, κυρ. ομορφιά, αγνότητα ή καλοσύνη: ξανθός ~ (: πανέμορφη ξανθιά κοπέλα). Τι κούκλος είναι αυτός; Σωστός ~! Βλ. αγγελική ομορφιά. 3. (επίσ.) αγγελιοφόρος: ~ ειρήνης. Βλ. προ~. 4. ΝΟΜ. πρόσωπο το οποίο μεταφέρει απλώς τη δήλωση βούλησης ατόμου που επιθυμεί να προχωρήσει σε δικαιοπραξία. 5. ΦΙΛΟΛ. πρόσωπο της αρχαίας τραγωδίας που ανακοίνωνε στους θεατές όσα συνέβαιναν εκτός σκηνής. Βλ. εξ~. ● ΣΥΜΠΛ.: άγγελος θανάτου: ο Χάρος και γενικότ. καθετί που προκαλεί τον θάνατο πολλών ανθρώπων: Τον βρήκε ο ~ του ~ (= πέθανε)., άγγελος σωτηρίας: από μηχανής θεός: Την τελευταία στιγμή εμφανίστηκε σαν ~ ~., άγγελος του ελέους: πρόσωπο που προσφέρει απροσδόκητη και καλοδεχούμενη βοήθεια: Υπήρξε πραγματικός ~ ~ για εκατοντάδες ασθενείς., έκπτωτος/εκπεσών άγγελος 1. ΘΕΟΛ. δαίμονας που αποστάτησε και εκδιώχθηκε από τον Παράδεισο. Πβ. διάβολος, Εωσφόρος, Σατανάς. 2. (μτφ.) για άτομο εκδιωγμένο, ξεπεσμένο: Ο ήρωας της ταινίας είναι ένας ~ ~ εξορισμένος από παντού., ο καλός μου/σου/του άγγελος: φύλακας και προστάτης: Κάποιος ~ μου ~ με φύλαξε. [< γερμ. mein guter Engel] , φύλακας άγγελος: αγαθό πνεύμα που προστατεύει τους ανθρώπους και γενικότ. κάθε άτομο ή οτιδήποτε ενεργεί ανάλογα: Ο Άγιος Νικόλαος είναι ~ ~ των ναυτικών.|| Ο τερματοφύλακας αποδείχτηκε ~ ~ της ομάδας. Βλ. άγγελος σωτηρίας., επιχειρηματικοί άγγελοι βλ. επιχειρηματικός, μαλλιά αγγέλου βλ. μαλλί ● ΦΡ.: άγγελέ μου! (οικ.): προσφώνηση τρυφερότητας, θαυμασμού, στοργής., άγγελος ή προάγγελος κακών/καλών ειδήσεων: πρόσωπο που ανακοινώνει ένα δυσάρεστο/ευχάριστο συμβάν: Δεν θέλω να γίνω ~ κακών ειδήσεων (σπάν. μαντάτων/μηνυμάτων/νέων), αλλά ..., δε(ν) δίνει (ούτε) τ' αγγέλου/τ' Αγίου του νερό (προφ.): για πολύ τσιγκούνη άνθρωπο: Είναι ένας σπάγγος, ούτε ~ ~ δεν δίνει!, είδε τον άγγελό του (σπάν.-λαϊκό): για ετοιμοθάνατο., ζωγραφίζει/φτιάχνει αγγέλους: δημιουργεί, πλάθει αριστουργήματα: Είναι μεγάλος μάστορας, ~ ~!, η γειτονιά/στην αγκαλιά των αγγέλων βλ. γειτονιά [< 1,2: μτγν. ἄγγελος 3,4,5: αρχ. ἄγγελος, γαλλ. ange, αγγλ. angel, γερμ. Εngel]
235αγγελόσκονη[ἀγγελόσκονη] αγ-γε-λό-σκο-νη ουσ. (θηλ.) (αργκό): παραισθησιογόνο ναρκωτικό: Tο LSD και η ~ είναι συνθετικά ναρκωτικά. [< αμερικ. angel dust, 1970]
236αγγελούδι[ἀγγελούδι] αγ-γε-λού-δι ουσ. (ουδ.) (υποκ.) 1. μικρός άγγελος, κυρ. ως χαρακτηρισμός όμορφου και ήσυχου βρέφους, νεκρού παιδιού ή προσφιλούς προσώπου: εικόνα/χριστουγεννιάτικο δέντρο με ~ια.|| (μτφ.) Ξανθό/τρυφερό ~. Όμορφο μωρό σαν ~.|| Εγκλήματα με θύματα αθώα ~ια.|| (ως οικ. προσφών.) Σ' αγαπώ/κοιμήσου ~ μου! Γλυκό μου ~! (ειρων.) Τι ζημιά έκανε πάλι το ~ μου; ΣΥΝ. αγγελάκι (2) 2. (μτφ.-ειρων.) τίμιος, αγνός και ακέραιος άνθρωπος: Παριστάνει το ~. Κανείς δεν είναι "~". ● Υποκ.: αγγελουδάκι (το)
237αγγελόψαρο[ἀγγελόψαρο] αγ-γε-λό-ψα-ρο ουσ. (ουδ.) ΙΧΘΥΟΛ. 1. ρίνα: ~ στον ατμό. 2. τροπικό ψάρι του γλυκού νερού (επιστ. ονομασ. Pterophyllum scalare) με ριγωτό σώμα και πλατιά πτερύγια. 3. γενική ονομασία διαφόρων ειδών ψαριών των οικογ. Chaetodontidae και Ephippidae. Βλ. -ψαρο.
238αγγελτήριο[ἀγγελτήριο] αγ-γελ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) & αναγγελτήριο: αναγγελία, συνήθ. σε ειδικό έντυπο, ενός κοινωνικού γεγονότος· κατ' επέκτ. κάθε ανακοίνωση: ~ γάμου/κηδείας/μνημοσύνου.|| (μτφ.) Το νέο νομοσχέδιο αποτελεί, στην ουσία, ~ θανάτου στον τομέα των κατασκευών. Βλ. -τήριο. [< μτγν. ἀγγελτήριον]
239άγγιγμα[ἄγγιγμα] άγ-γιγ-μα ουσ. (ουδ.) {αγγίγμ-ατος | -ατα, -άτων}: απαλή επαφή και συνεκδ. η αίσθηση ή το συναίσθημα που αυτή προξενεί: αδιάκριτο/ελαφρύ/ερωτικό/ευχάριστο/θεραπευτικό/τρυφερό/τυχαίο/φευγαλέο ~. ~ με τα δάχτυλα/χέρια. Ξαφνικά ένιωσα ένα ~ στην πλάτη. Ανατριχιάζω στο ~ά του. Αισθησιακά/ανεπαίσθητα/στοργικά ~ατα. ~ατα οικειότητας. Χάδια, φιλιά και ~ατα.|| Η οθόνη ανοίγει και κλείνει με το ~ ενός πλήκτρου. Διακόπτης απαλού ~ατος. Πβ. αφή.|| (μτφ.) Το ~ του Θεού. ● ΦΡ.: (το) άγγιγμα του Μίδα (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.): η ικανότητα να αποκτά κανείς εύκολα και γρήγορα χρήματα ή να έχει επιτυχία και συνεκδ. ο ίδιος ο πλούτος, η επιτυχία: Διαθέτει/έχασε/έχει το ~ ~. [< μεσν. έγγισμα, αγγλ. touch]
241αγγινάραβλ. αγκινάρα
242άγγιχτος, η, ο [ἄγγιχτος] άγ-γι-χτος επίθ. (προφ.): που δεν τον έχουν αγγίξει, δεν τον έχουν χρησιμοποιήσει: ~ες: βουνοκορφές (: στις οποίες δεν έχουν πατήσει άνθρωποι). Αφήνω/βρίσκω το φαγητό ~ο. Πβ. ακέραιος, ανέγγιχτος, ανέπαφος, απείραχτος.|| (μτφ.) ~α θέματα (: που δεν τα έχουν θίξει). Πβ. άθικτος.|| (στο μπάσκετ) ~α τρίποντα (: όταν η μπάλα μπαίνει στο καλάθι χωρίς να αγγίξει τη στεφάνη). [< μεσν. άγγιχτος ]
243αγγλέ[ἀγγλέ] αγ-γλέ επίθ. {άκλ.}: αγγλικός: δαντέλα/κοντάκι/σος ~. [< γαλλ. anglais]
244αγγλικανικός, ή, ό [ἀγγλικανικός] αγ-γλι-κα-νι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: Αγγλικανική Εκκλησία: η επίσημη χριστιανική Εκκλησία της Αγγλίας, καθώς και οι Εκκλησίες άλλων χωρών που ασπάζονται τα δόγματά της. [< αγγλ. Anglican Church]
245αγγλικανισμός[ἀγγλικανισμός] αγ-γλι-κα-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. το δόγμα και οι θεσμοί της Αγγλικανικής Εκκλησίας: καθολικισμός και ~. Βλ. -ισμός, προτεσταντισμός. [< αγγλ. Anglicanism]
246αγγλικανός, αγγλικανή[ἀγγλικανός] αγ-γλι-κα-νός επίθ./ουσ.: ΘΡΗΣΚ. πιστός/πιστή του αγγλικανικού δόγματος, χριστιανός διαμαρτυρόμενος. [< γαλλ. anglican]
247αγγλικός, ή, ό [ἀγγλικός] αγ-γλι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Αγγλία ή/και τους Άγγλους: ~ή: λίρα. Πβ. βρετανικός, εγγλέζικος. ● Ουσ.: Αγγλικά (τα) & (επίσ.) Αγγλική (η): η αγγλική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. ● ΣΥΜΠΛ.: αγγλικό κόρνο βλ. κόρνο, αγγλικό πρωινό βλ. πρωινός, αγγλικό σκορ βλ. σκορ
248αγγλισμός[ἀγγλισμός] αγ-γλι-σμός ουσ. (αρσ.): ΓΛΩΣΣ. μεταφορά σε άλλη γλώσσα μιας γλωσσικής ιδιαιτερότητας της Αγγλικής και το αντίστοιχο γλωσσικό δάνειο: ~οί στην ελληνική γλώσσα (π.χ. "σόρι", αντί για "συγγνώμη"). Εισροή/μετάφραση/υιοθέτηση/χρήση ~ών. Βλ. αμερικαν-, ξεν-ισμός. [< γαλλ. anglicisme]
249αγγλιστί[ἀγγλιστί] αγ-γλι-στί επίρρ. (λόγ.): στην αγγλική γλώσσα: Επικοινωνούν ~. Ελληνιστί και ~. Βλ. -ιστί.
250αγγλοαμερικανικός, ή, ό [ἀγγλοαμερικανικός] αγ-γλο-α-με-ρι-κα-νι-κός επίθ.: που αναφέρεται συγχρόνως στην Αγγλία και τις ΗΠΑ: ~ές: σχέσεις. ~ά: συμφέροντα. ● Ουσ.: αγγλοαμερικανική (η) & αγγλοαμερικανικά (τα): η αγγλική γλώσσα που μιλούν οι Αμερικανοί. [< αγγλ. anglo-american]
251Αγγλοαμερικανός, Αγγλοαμερικανή[Ἀγγλοαμερικανός] Αγ-γλο-α-με-ρι-κα-νός επίθ./ουσ. & Αγγλοαμερικάνος, Αγγλοαμερικάνα: Αμερικανός με αγγλική καταγωγή. [< αγγλ. Anglo-american]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.