Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [12400-12420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
11529δαγκωτός, ή, ό δα-γκω-τός επίθ. (προφ.-εμφατ.) 1. που γίνεται με δάγκωμα. 2. (μτφ.) που πραγματοποιείται χωρίς ενδοιασμούς, με βεβαιότητα: ~ή: ψήφος. ● επίρρ.: δαγκωτά ● ΦΡ.: ρίχνω/ψηφίζω (μαύρο) δαγκωτό: δίνω ψήφο σε κάποιον ή κάτι με πάθος, με φανατισμό: Ψήφισαν ~ τον ... Θα το ρίξω ~ στην κάλπη. Πβ. υπερψηφίζω.|| (κατ' επέκτ.) Προτείνω διακοπές στο βουνό δαγκωτό!
11530δάδα[δᾴδα] δά-δα ουσ. (θηλ.) 1. (κυρ. παλαιότ.) φλεγόμενο κομμάτι ξύλου που στερεώνεται κάπου ή μεταφέρεται στο χέρι για φωτισμό: Ανάβει/υψώνει τη ~. ΣΥΝ. δαυλός (1), πυρσός (1) 2. (μτφ.) μέσο διαφωτισμού και μεταλαμπάδευσης γνώσεων, ιδεών: άσβεστη ~. Η ~ του πολιτισμού. ● ΣΥΜΠΛ.: ολυμπιακή δάδα: η δάδα με την οποία μεταφέρουν οι λαμπαδηδρόμοι την ολυμπιακή φλόγα στο στάδιο της εκάστοτε πόλης που διοργανώνει τους Ολυμπιακούς Αγώνες. [< αρχ. δᾴς, μεσν. δάδα]
11531δαδίδα-δί ουσ. (ουδ.) (κυρ. παλαιότ.): μικρό κομμάτι ρητινούχου ξύλου που χρησιμεύει ως προσάναμμα. [< μεσν. δαδίν]
11532δαδούχος[δᾳδοῦχος] δα-δού-χος ουσ. (αρσ.): ΑΡΧ. πρόσωπο που κρατούσε αναμμένη δάδα σε ιερές τελετές: η πομπή των Ελευσινίων Μυστηρίων, με επικεφαλής την ιέρεια, τον ιεροφάντη και τον ~ο.|| (σπάν., ως επίθ.) ~ος: ιερέας. Βλ. -ούχος1, λαμπαδη-δρόμος, -φόρος. [< αρχ. δᾳδοῦχος]
11533ΔΑΕ(η): Διοίκηση Αεροπορικής Εκπαιδεύσεως.
11534δαιδαλικός, ή, ό δαι-δα-λι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που ανήκει στην πλαστική τεχνοτροπία της ανατολίζουσας περιόδου (τέλη 8ου-7ου π.Χ. αι.), όπου είναι εμφανής η επίδραση της αιγυπτιακής και ανατολικής τέχνης: ~ός: ρυθμός. [< γαλλ. dédalique, αγγλ. daedalic, 1931]
11535δαίδαλοςδαί-δα-λος ουσ. (αρσ.) {δαιδάλ-ου | -ων, -ους, συνηθέστ. στον πληθ.}: λαβυρινθώδης δομή και κατ' επέκτ. περίπλοκες σκέψεις, αδιέξοδες καταστάσεις: Χάθηκε μέσα στους ~ους της πόλης.|| (μτφ.) Στους ~ους της γραφειοκρατίας/της ιστορίας/της μνήμης. [< αρχ. δαίδαλος, γαλλ. dédale , αγγλ. daedalus]
11536δαιδαλώδης, ης, ες δαι-δα-λώ-δης επίθ. {δαιδαλώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.) ΣΥΝ. λαβυρινθώδης, πολυδαίδαλος 1. που μοιάζει με λαβύρινθο, που είναι περίπλοκος ως προς την κατασκευή του: ~ης: πολεοδομικός ιστός. ~ες: (οδικό) δίκτυο/(κτιριακό) συγκρότημα/σύστημα (διαδρόμων/καλωδιώσεων/σωληνώσεων). ~εις: στοές. ~η: δρομάκια/στενά. 2. (μτφ.) πολύπλοκος, σύνθετος: ~ης: (διοικητικός) μηχανισμός. ~ης: νομοθεσία/πλοκή/σκέψη. ~ες: (θεσμικό/νομοθετικό) πλαίσιο. Βλ. -ώδης. [< γαλλ. dédaléen, αγγλ. daedal]
11537δαίμοναςδαί-μο-νας ουσ. (αρσ.) {δαιμόνων} & (λόγ.) δαίμων 1. το πνεύμα του κακού: Ο ~ κατέλαβε το σώμα του/νικήθηκε. Ξορκίζω τον ~α. Πβ. διάβολος, σατανάς. 2. (μτφ.) έξυπνος ή μοχθηρός άνθρωπος: Βρίσκει λύσεις σε όλα τα προβλήματα· είναι σκέτος ~! ● ΣΥΜΠΛ.: διάβολος της Τασμανίας βλ. Τασμανία ● ΦΡ.: κακός δαίμονας (μτφ.): μεγάλος εχθρός, ανυπέρβλητο εμπόδιο, που δύσκολα μπορεί να αντιμετωπίσει κάποιος., ο δαίμων/ο δαίμονας του τυπογραφείου & (σπάν.) της φωτοσύνθεσης: υποτιθέμενη αιτία τυπογραφικών λαθών ή παραλείψεων σε κείμενα: Ο ηλεκτρονικός ~ ~ έδρασε/χτύπησε και άλλαξε τα στοιχεία!, στο δαίμονα!: για έκφραση οργής ή αγανάκτησης: Πού ~ ~ είναι;, απειλεί θεούς και δαίμονες βλ. απειλώ, έχει το(ν) διά(β)ολο μέσα του βλ. διάβολος, θεοί και δαίμονες βλ. θεός. [< 1: μεσν. δαίμονας 2: γαλλ. démon, αγγλ. demon]
11538δαιμονιακός, ή, ό δαι-μο-νι-α-κός επίθ.: δαιμονικός. [< μτγν. δαιμονιακός]
11539δαιμονίζωδαι-μο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {δαιμόνι-σα, -στηκα, -σμένος}: προκαλώ, εκνευρίζω κάποιον: Τον ~ει με τα καμώματά/τη συμπεριφορά της. Πβ. κουρδίζω, τσαντίζω. ● Παθ.: δαιμονίζομαι 1. (σύμφωνα με λαϊκές δοξασίες) καταλαμβάνομαι από δαιμόνιο: ~στηκε, έπεσε κάτω στη γη αφρίζοντας και ουρλιάζοντας. Πβ. σεληνιάζομαι. 2. νευριάζω, εξοργίζομαι. Πβ. με πιάνουν τα δαιμόνια μου. ● βλ. δαιμονισμένος [< μτγν. δαιμονίζομαι]
11540δαιμονικός, ή, ό δαι-μο-νι-κός επίθ. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) ΣΥΝ. δαιμονιακός 1. που ταιριάζει σε δαίμονα ή προκαλείται από αυτόν: ~ή: ενέργεια. ~ό: πνεύμα (= δαιμόνιο). ~ές: δυνάμεις/επικλήσεις. ~ά: στοιχεία. Πβ. διαβολ-, εωσφορ-, μεφιστοφελ-, σαταν-ικός. 2. (σπανιότ.) δαιμόνιος, τετραπέρατος. Πβ. διαβολεμένος. ● Ουσ.: δαιμονικό (το): δαιμόνιο: Φωνάζανε για να ξορκίσουν το ~ (: κακό). [< μεσν. δαιμονικό] [< 1: μτγν. δαιμονικός]
11541δαιμόνιοδαι-μό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {δαιμονί-ου} 1. κακό πνεύμα που θεωρείται ότι καταλαμβάνει τον άνθρωπο: Μπήκε μέσα του το ~ και τον βασάνιζε. Εξορκισμοί για να φύγουν τα ~α. Πβ. καλικάντζαρος, ξωτικό, στοιχειό, τελώνιο. Βλ. παν~. 2. (μτφ.) ιδιαίτερη ικανότητα, ευφυΐα σε κάποιον τομέα: αστυνομικό/δημοσιογραφικό/επιχειρηματικό/συγγραφικό ~. ● ΣΥΜΠΛ.: καινά δαιμόνια: νεωτεριστικές ιδέες που διαταράσσουν την καθιερωμένη τάξη πραγμάτων: Εισάγει/σπέρνει ~ ~. ● ΦΡ.: με πιάνουν τα δαιμόνια μου (προφ.): εκνευρίζομαι πολύ. Πβ. δαιμονίζομαι., το ελληνικό δαιμόνιο: ικανότητες που στερεοτυπικά αποδίδονται στον Έλληνα· ειρων. τα ελαττώματά του: ~ ~ διαπρέπει/θριαμβεύει στο εξωτερικό/στον τομέα της έρευνας. [< 1: μτγν. δαιμόνιον]
11542δαιμόνιος, α, ο δαι-μό-νι-ος επίθ. 1. (μτφ.) πολύ ικανός, πανέξυπνος: (για πρόσ.) ~ος: επιχειρηματίας/ντετέκτιβ. ~οι: ρεπόρτερ. Πβ. δεινός, διαβολεμένος, τετραπέρατος.|| ~ο: μυαλό. 2. που σχετίζεται με τον δαίμονα: ~ες: δυνάμεις. ~α: στοιχειά (βλ. καλικάντζαρος, ξωτικό, τελώνιο). Πβ. δαιμον-, διαβολ-, σαταν-ικός. ● επίρρ.: δαιμόνια [< αρχ. δαιμόνιος ’θεόσταλτος, αξιοθαύμαστος, δαιμονικός]
11543δαιμονισμένος, η, ο δαι-μο-νι-σμέ-νος επίθ. 1. (μτφ.-επιτατ.) που υπερβαίνει τα όρια του φυσιολογικού, έντονος, υπερβολικός: ~η: ταχύτητα. Φύσαγε ένας ~ αέρας (= ισχυρός, σφοδρός). Είχε έναν καιρό ~ο (= πολύ κακό). ΣΥΝ. δαιμονιώδης, διαβολεμένος (1), τρελός (3) 2. (σύμφωνα με λαϊκές δοξασίες) που έχει δαιμονιστεί ή που φανερώνει ανάλογη συμπεριφορά. ● Ουσ.: δαιμονισμένος, δαιμονισμένη (ο/η): άτομο που έχει καταληφθεί από το πνεύμα του κακού. Βλ. βρικόλακας, ζόμπι.|| (μτφ.) Έτρεχε/ούρλιαζε/χόρευε σαν ~. Το ξυπνητήρι χτυπούσε σαν ~ο. ● επίρρ.: δαιμονισμένα ● βλ. δαιμονίζω [< μεσν. δαιμονισμένος]
11544δαιμονισμόςδαι-μο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): η κατάσταση του δαιμονισμένου και σπανιότ. η ενέργεια που οδηγεί σε αυτή. Βλ. εξορκισμός, σεληνιασμός, -ισμός. [< μτγν. δαιμονισμός, γαλλ. démonisme, αγγλ. demonism]
11545δαιμονιστήςδαι-μο-νι-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που λατρεύει τους δαίμονες και τον σατανά. Πβ. σατανιστής.
11546δαιμονιώδης, ης, ες δαι-μο-νι-ώ-δης επίθ. {δαιμονιώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.-επιτατ.): υπερβολικά έντονος, σφοδρός: ~ης: θόρυβος. ~ης: ταχύτητα. Η νεαρή αθλήτρια βρίσκεται σε ~η φόρμα. Το παιχνίδι απέκτησε ~η (= γρήγορο) ρυθμό. Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. δαιμονισμένος (1) ● επίρρ.: δαιμονιωδώς [-ῶς] [< μτγν. δαιμονιώδης]
11547δαιμονο- & δαιμονό-: α' συνθετικό λέξεων που σχετίζει ό,τι εκφράζεται από το β' συνθετικό με τους δαίμονες: δαιμονο-λατρία/~ληψία/~λογία. Δαιμονό-πληκτος.
11548δαιμονοληψίαδαι-μο-νο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.): κατάσταση προσώπου που θεωρείται ότι έχει καταληφθεί από δαίμονες. Βλ. δαιμον-, σαταν-ισμός, μαύρη μαγεία, -ληψία. ΣΥΝ. δαιμονοπληξία [< μεσν. δαιμονοληψία]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.