Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [12420-12440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
11549δαιμονολογίαδαι-μο-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) αρνητικός και αβάσιμος λόγος για πρόσωπα ή καταστάσεις, με στόχο την υπονόμευση ή/και περιθωριοποίησή τους ως επικίνδυνων: ~ περί δήθεν κυκλωμάτων και σκοτεινών συναλλαγών. Βλ. δαιμονοποίηση, κινδυνολογία, κυνήγι μαγισσών. 2. ΘΕΟΛ. μελέτη των θρησκευτικών αντιλήψεων σχετικά με τους δαίμονες και τη δράση τους: χριστιανική ~. Βλ. αποκρυφ-, εξορκ-, σαταν-ισμός, -λογία. [< 2: γαλλ. démonologie, αγγλ. demonology]
11550δαιμονολογικός, ή, ό δαι-μο-νο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη δαιμονολογία: ~ή: προσέγγιση (της τεχνολογίας). Βλ. συνωμοσιολογικός. [< γαλλ. démonologique, αγγλ. demonological]
11551δαιμονολογώ[δαιμονολογῶ] δαι-μο-νο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ., συνηθέστ. στο γ' πρόσ.} (αρνητ. συνυποδ.): εκφράζω λόγο αρνητικό και αβάσιμο για πρόσωπα ή καταστάσεις: ~ούν και καταστροφολογούν για το μέλλον. Βλ. -λογώ.
11552δαιμονοπληξίαδαι-μο-νο-πλη-ξί-α ουσ. (θηλ.): δαιμονοληψία. [< μτγν. δαιμονιοπληξία]
11553δαιμονοποίησηδαι-μο-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): απόδοση υπερβολικά αρνητικών και αβάσιμων ιδιοτήτων σε πρόσωπα, ιδέες, φαινόμενα και δυσφήμισή τους ως επικίνδυνων, σατανικών: πολιτική ~. ~ ιδεολογιών/καθεστώτων. Η ~ του διαδικτύου. Βλ. δαιμονολογία, -ποίηση. ΑΝΤ. αγιοποίηση (2), αποδαιμονοποίηση, θεοποίηση (2) [< αγγλ. demonization, γαλλ. démonisation]
11554δαιμονοποιώ[δαιμονοποιῶ] δαι-μο-νο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {δαιμονοποι-είς ..., -ώντας | δαιμονοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: παρουσιάζω αβάσιμα κάποιον ή κάτι ως υπερβολικά επικίνδυνο ή/και σατανικό: ~ούν θρησκείες/λαούς. Η τεχνολογία ~είται. ~ημένο: σύμβολο. Βλ. -ποιώ. ΑΝΤ. αγιοποιώ (2) [< αγγλ. demonize, γαλλ. démoniser]
11555δαίμωνβλ. δαίμονας
11556ΔΑΚ1. (το) Δημοτικό Αθλητικό Κέντρο. 2. (τα) Διαπραγματεύσιμα Αμοιβαία Κεφάλαια. 3. (ο) Διεθνής Αθλητικός Κώδικας.
11557δακίτηςδα-κί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. είδος ηφαιστειακού πετρώματος που αποτελείται κυρ. από αστρίους και χαλαζία. Βλ. -ίτης2. [< γαλλ. dacite ]
11558δακοκτονίαδα-κο-κτο-νί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. καταπολέμηση του δάκου: ~ με αεροψεκασμό/παράσιτα. Βλ. -κτονία.
11559δάκοςδά-κος ουσ. (αρσ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: δάκος της ελιάς: ΖΩΟΛ. παρασιτικό έντομο (επιστ. ονομασ. Dacus ή Bactrocera oleae) που ανήκει στο γένος των μυγών και προσβάλλει τον καρπό της ελιάς. Βλ. καρκίνωση, πυρηνοτρήτης, ρυγχίτης. [< αρχ. δάκος (τό) 'βλαπτικό ζώο']
11561δακρύβρεχτος, η, ο δα-κρύ-βρε-χτος επίθ. & δακρύβρεκτος (συνήθ. ειρων.): (για αφήγηση, κείμενο, έργο) που αποσκοπεί στην εύκολη συγκίνηση με μελοδραματισμούς: ~η: επιστολή/ιστορία/ταινία. ~ο: μυθιστόρημα/τραγούδι (= κλαψιάρικο). Πβ. μελό, μελοδραματικός. [< γαλλ. mouillé de larmes]
11562δακρυγόναδα-κρυ-γό-να ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. δακρυγόνο}: χημικές ουσίες σε μορφή αερίου που προκαλούν έκκριση δακρύων, αναπνευστικά προβλήματα, έντονο βήχα· χρησιμοποιούνται συνήθ. για να διαλυθεί συγκεντρωμένο πλήθος: ρίψη ~ων. Επίθεση με ~. Βλ. καπνογόνα.|| Στη διαδήλωση έπεσαν/πέταξαν ~.
11563δακρυγόνος, ος, ο δα-κρυ-γό-νος επίθ. (λόγ.): που εκκρίνει ή προκαλεί δάκρυα: (ΑΝΑΤ.) ~οι: αδένες (= δακρυϊκοί).|| Ασφυξιογόνα και ~α αέρια (= δακρυγόνα). Βλ. -γόνος. [< γαλλ. lacrymogène, 1915]
11564δακρύζωδα-κρύ-ζω ρ. (αμτβ.) {δάκρυ-σα, -σμένος, δακρύζ-οντας} 1. τα μάτια μου είναι γεμάτα δάκρυα, εξαιτίας συγκίνησης ή εξωτερικού ερεθισμού: ~ από χαρά. ~σε με την είδηση/ερμηνεία. ~σμένο: πρόσωπο. Πβ. με παίρνουν τα ζουμιά.|| Έκανε το κοινό να ~σει από τα γέλια. 2. {στο γ' πρόσ.} (μτφ.) για υγρό που ρέει από μια επιφάνεια με τη μορφή σταγόνας: ~ει το πεύκο (: τρέχει ρετσίνι)/ο τοίχος (: από την υγρασία). ● ΦΡ.: δάκρυσε ο ουρανός (μτφ.-λογοτ.): για τη βροχή ως ένδειξη συμμετοχής της φύσης ή του Θεού σε θλιβερό γεγονός: ~ ~ με τον χαμό του. [< μεσν. δακρύζω]
11565δακρυϊκός, ή, ό δα-κρυ-ϊ-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που έχει σχέση με τα δάκρυα, με την παραγωγή ή την έκκρισή τους: ~ός: αδένας/ασκός/πόρος (: για τη μεταφορά των δακρύων στη μύτη). ~ή: στιβάδα. [< γαλλ. lacrymal]
11566δακρύρροιαδα-κρύρ-ροι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική έκκριση δακρύων. Βλ. -ρροια. [< μτγν. δακρύρροια, γαλλ. larmoiement]
11567δάκρυσμαδά-κρυ-σμα ουσ. (ουδ.): έκκριση δακρύων: ~ των ματιών. Πβ. βούρκωμα.
11568δακτυλήθραβλ. δαχτυλήθρα
11569δακτυλιάβλ. δαχτυλιά

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.