| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 11570 | δακτυλίδι | βλ. δαχτυλίδι | |
| 11571 | δακτυλικός | , ή, ό δα-κτυ-λι-κός επίθ. & (προφ.) δαχτυλικός: που σχετίζεται ή γίνεται με τα δάχτυλα: ~ή: αποκόλληση (πλακούντα)/εξέταση. ~ά: νεύρα. Μασάζ με ~ή πίεση (βλ. σιάτσου). ● ΣΥΜΠΛ.: δακτυλικό εξάμετρο & δακτυλικός εξάμετρος: ΜΕΤΡ. (στην αρχ. Ελλην.) στίχος που αποτελείται από έξι δακτύλους, στους οποίους οι δύο βραχείες συλλαβές μπορούν να αντικατασταθούν από μία μακρά: Τα ομηρικά έπη είναι γραμμένα σε ~ ~. Βλ. αναπαιστ-, ιαμβ-ικός, τροχαϊκός., δακτυλικά αποτυπώματα βλ. αποτύπωμα, δακτυλικό αλφάβητο βλ. αλφάβητο [< μτγν. δακτυλικός, γαλλ. digital, αγγλ. dactylic] | |
| 11572 | δακτυλιοειδής | , ής, ές δα-κτυ-λι-ο-ει-δής επίθ. {δακτυλιοειδ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (επιστ.): που έχει το σχήμα δακτυλίου: ~ής: αγωγός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ές: κοκκίωμα.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ής: έκλειψη Ηλίου (: όταν ο δίσκος της Σελήνης δεν καλύπτει εντελώς τον δίσκο του Ηλίου, αλλά αφήνει γύρω του ένα τμήμα που μοιάζει με δαχτυλίδι). [< γαλλ. annulaire] | |
| 11573 | δακτυλιόλιθος | δα-κτυ-λι-ό-λι-θος ουσ. (αρσ.) {δακτυλιόλιθ-ου}: κάθε πολύτιμη ή ημιπολύτιμη πέτρα δαχτυλιδιού: μυκηναϊκός ~. [< γαλλ. pierre de bague] | |
| 11574 | δακτύλιος | δα-κτύ-λι-ος ουσ. (αρσ.) {δακτυλί-ου | -ων, -ους} (λόγ.) 1. & κυκλοφοριακός δακτύλιος: κεντρική συνήθ. περιοχή μεγάλης πόλης, οριζόμενη περιφερειακά από οδούς, εντός της οποίας ισχύει η εκ περιτροπής κίνηση των οχημάτων, με στόχο την κυκλοφοριακή αποσυμφόρηση: εξωτερικός/εσωτερικός/μεγάλος/μικρός ~. Εκτός/εντός ~ου. Τα όρια του ~ου. Εφαρμόζεται/καταργείται ο ~. Δεν μπαίνω στον ~ο, σήμερα κυκλοφορούν τα ζυγά/μονά. 2. εξάρτημα που έχει μορφή δαχτυλιδιού: (ΤΕΧΝΟΛ.) ελαστικός/προστατευτικός/ρυθμιστικός/στεγανοποιητικός ~. ~ διαμέτρου εικοσιπέντε χιλιοστών. ~ από αλουμίνιο/ατσάλι. ~ ανάρτησης/ασφάλισης/προσαρμογής/σύσφιξης (= ροδέλα). (ΗΛΕΚΤΡ.) Ο ~ διαρρέεται από ρεύμα.|| (ΙΑΤΡ.) Γαστρικός ~ (: τοποθετείται με λαπαροσκόπηση γύρω από το στομάχι για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, βλ. ενδογαστρικό μπαλόνι). 3. ΑΣΤΡΟΝ. φωτεινή ζώνη που περιβάλλει ουράνιο σώμα και αποτελείται από σωματίδια (σκόνη, αέρια, θραύσματα): αμυδρός/πολικός ~. Οι ~οι του Κρόνου/Ουρανού/Ποσειδώνα.|| ~ σκοτεινής ύλης. 4. κλειστό δίκτυο, σύστημα: (ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ.) οπτικός ~ (: με οπτικές ίνες). Τοπολογία ~ου (: είδος σύνδεσης μεταξύ των κόμβων δικτύου).|| ~ ηλεκτρικής ενέργειας/φυσικού αερίου. 5. ΒΙΟΛ. τμήμα οργάνου ή σώματος των έμβιων όντων σε σχήμα δαχτυλιδιού: ινώδης/πυελικός/σαλπιγγικός ~.|| (ΖΩΟΛ.) Θωρακικός/κοιλιακός ~ (: σε αρθρόποδα και σκουλήκια). 6. ΒΟΤ. καθένας από τους ομόκεντρους κύκλους στην τομή κορμού, μίσχου, ρίζας, ο οποίος σχηματίζεται σε διάστημα ενός χρόνου: ετήσιος ~. ~ ανάπτυξης/αυξητικός ~. 7. ΜΑΘ. αλγεβρική δομή, η οποία ικανοποιεί συγκεκριμένες προϋποθέσεις και αποτελείται από ένα σύνολο R, το οποίο διαθέτει δύο διμελείς πράξεις, αθροιστική και πολλαπλασιαστική: ~ διαίρεσης. Ο ~ των πολυωνύμων. Θεωρία ~ων. ● ΣΥΜΠΛ.: περιφερειακός δακτύλιος & δακτύλιος: αυτοκινητόδρομος που παρακάμπτει την αστική περιοχή, μεταφέροντας την κίνηση στις παρυφές της πόλης. [< αγγλ. ring road] [< αρχ. δακτύλιος, γαλλ. anneau 1: αγγλ. ring] | |
| 11575 | δακτυλιόσχημος | , η, ο δα-κτυ-λι-ό-σχη-μος επίθ. (συνήθ. ΑΡΧΑΙΟΛ.) : που έχει σχήμα δακτυλίου: ~η: βάση (αγγείου). ~ο: περίαπτο. ~α: ειδώλια. Περιδέραιο με ~ες χάντρες. | |
| 11576 | δακτυλισμός | δα-κτυ-λι-σμός ουσ. (αρσ.) & δαχτυλισμός: ΜΟΥΣ. η τοποθέτηση και οι κινήσεις των δαχτύλων σε μουσικό όργανο και ειδικότ. τα αντίστοιχα σύμβολα σε μια παρτιτούρα. Βλ. -ισμός. [< μεσν. δακτυλισμός 'μετρικός δάκτυλος', γαλλ. doigté] | |
| 11577 | δακτυλίτιδα | δα-κτυ-λί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. φαρμακευτικό ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Digitalis) τα άνθη του οποίου σχηματίζουν ταξιανθία και έχουν σχήμα δαχτυλήθρας. Βλ. καρδιοτονωτικός. ΣΥΝ. χελιδονόχορτο [< μτγν. δακτυλῖτις] | |
| 11578 | δακτυλίωση | δα-κτυ-λί-ω-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) δαχτυλίωση: ΟΡΝΙΘ. τοποθέτηση δαχτυλιδιού στο πόδι πτηνού με σκοπό την καταγραφή των κινήσεων και τη μελέτη της συμπεριφοράς του. [< αγγλ. ringing] | |
| 11579 | δάκτυλο | βλ. δάχτυλο | |
| 11580 | δακτυλοβρεκτήρας | δα-κτυ-λο-βρε-κτή-ρας ουσ. (αρσ.): μικρό δοχείο με βρεγμένο σφουγγαράκι που χρησιμοποιείται για επικόλληση γραμματοσήμων, φυλλομέτρηση, μέτρημα χαρτονομισμάτων. Βλ. -τήρας. | |
| 11581 | δακτυλογράφηση | δα-κτυ-λο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) δαχτυλογράφηση: πληκτρολόγηση κειμένου, συνήθ. σε ηλεκτρονικό υπολογιστή (ή παλαιότ. σε γραφομηχανή): ~ εγγράφου/χειρογράφων. Τυφλό σύστημα ~ης. Βλ. -γράφηση. [< γαλλ. dactylographie, περ. 1900] | |
| 11582 | δακτυλογραφία | δα-κτυ-λο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) δαχτυλογραφία: η τεχνική της δακτυλογράφησης. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. dactylographie, περ. 1900] | |
| 11583 | δακτυλογραφικός | , ή, ό δα-κτυ-λο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη δακτυλογραφία: ~ό: λάθος. [< γαλλ. dactylographique, περ. 1900] | |
| 11584 | δακτυλόγραφος | , η, ο δα-κτυ-λό-γρα-φος επίθ. (λόγ.): που έχει δακτυλογραφηθεί: ~η: επιστολή. ~ο: έγγραφο. ● Ουσ.: δακτυλόγραφο (το): δακτυλογραφημένο κείμενο. Βλ. χειρόγραφο. [< γαλλ. dactylographié] | |
| 11585 | δακτυλογράφος | δα-κτυ-λο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) & (σπάν.) δαχτυλογράφος: υπάλληλος που δακτυλογραφεί. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. dactylographe] | |
| 11586 | δακτυλογραφώ | [δακτυλογραφῶ] δα-κτυ-λο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {δακτυλογραφ-είς ..., -ώντας | δακτυλογράφ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος} & (σπάν.) δαχτυλογραφώ: πληκτρολογώ, συνήθ. σε ηλεκτρονικό υπολογιστή (ή παλαιότ. σε γραφομηχανή) κείμενα ή δεδομένα: ~εί με τυφλό σύστημα.|| ~ημένη: αίτηση/αναφορά/επιστολή. Έγγραφο ~ημένο με μονό διάστιχο. Βλ. -γραφώ. [< μεσν. δακτυλογραφώ 'γράφω με τα δάχτυλα', γαλλ. dactylographier, 1907] | |
| 11587 | δακτυλοδεικτούμενος | , η, ο δα-κτυ-λο-δει-κτού-με-νος επίθ. & (σπάν.) δαχτυλοδεικτούμενος: που προσελκύει την αρνητική συνήθ. προσοχή και ειδικότ. που έχει κακή φήμη: Ήταν ~ στο σχολείο/χωριό του.|| ~η: χώρα. ~ες: εξαιρέσεις (= ελάχιστες, σπάνιες). Πβ. τον δείχνουν με το δάχτυλο. [< μτγν. δακτυλοδεικτοῦμαι] | |
| 11588 | δακτυλοειδής | , ής, ές δα-κτυ-λο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που έχει μορφή δακτύλου: ~ής: σύνδεση (για ξυλεία). Βλ. -ειδής. [< μτγν. δακτυλοειδής, αγγλ. dactyloid] | |
| 11589 | δακτυλόκουκλα | δα-κτυ-λό-κου-κλα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) δαχτυλόκουκλα: είδος κούκλας που φοριέται στο δάχτυλο: κουκλοθέατρο με ~ες. Πβ. γαντόκουκλα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ