| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 11590 | δακτυλομπογιές | βλ. δαχτυλομπογιές | |
| 11591 | δάκτυλος | δά-κτυ-λος ουσ. (αρσ.) {δακτύλ-ου | -ων, -ους} & δάχτυλος 1. (μτφ.) υποκίνηση ενεργειών με αρνητικές συνήθ. συνέπειες: Υπάρχει ~ πίσω από τις επιθέσεις. 2. ΜΕΤΡ. μετρικός πόδας που αποτελείται στη νεοελληνική μετρική από μία τονισμένη και δύο άτονες συλλαβές και στην αρχαία ελληνική από μία μακρά και δύο βραχείες συλλαβές. Βλ. ανάπαιστος, ίαμβος, τροχαίος. 3. (λόγ.) δάχτυλο: μικρός/παράμεσος ~. (ΙΑΤΡ.) Βλαισός μέγας ~ (= κότσι). 4. το εκατοστό, ο πόντος. ΣΥΝ. εκατοστόμετρο ● ΣΥΜΠΛ.: ξένος δάκτυλος: ανάμειξη ή επέμβαση συνήθ. μιας ξένης χώρας στα εσωτερικά ζητήματα μιας άλλης: Στην υπόθεση εμπλέκεται ~ ~. ● ΦΡ.: θέτω τον δάκτυλον εις/επί τον τύπον των ήλων βλ. ήλος [< 2, 3: αρχ. δάκτυλος] | |
| 11593 | δακτυλοσκόπηση | δα-κτυ-λο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.) & δακτυλοσκοπία (λόγ.) 1. εξέταση των δακτυλικών αποτυπωμάτων για την εξακρίβωση της ταυτότητας ενός ατόμου. 2. (καταχρ.) δακτυλική ιατρική εξέταση: ~ για προστάτη (πβ. ψηλάφηση). Βλ. -σκόπηση. [< 1: γαλλ. dactyloscopie, 1906, αγγλ. dactyloscopy, 1908] | |
| 11594 | δακτυλοσκοπικός | , ή, ό δα-κτυ-λο-σκο-πι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη δακτυλοσκόπηση: ~ή: εξέταση. | |
| 11595 | δαλάι | δα-λά-ι επίθ. {άκλ.}: ΘΡΗΣΚ. μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: Δαλάι Λάμα (ο): τίτλος του ανώτατου θρησκευτικού και παλαιότ. πολιτικού ηγέτη του Θιβέτ. [< αγγλ. dalai lama] | |
| 11596 | δαλματικός | , ή, ό δαλ-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Δαλματία, περιοχή της Κροατίας, ή τους κατοίκους της: ~ές: ακτές. ~ά: σκυλιά. [< μτγν. δαλματικός] | |
| 11597 | δαλτονισμός | δαλ-το-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. κληρονομική ανωμαλία της όρασης, η οποία συνίσταται στην αδυναμία αντίληψης ή διάκρισης κυρ. του κόκκινου και του πράσινου χρώματος: Πβ. αχρωματοψία.|| (μτφ.) Πολιτικός ~. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. daltonisme, αγγλ. ανθρ. J. Dalton – παλαιότ. ορθογρ. δαλτωνισμός] | |
| 11598 | δαμάζω | δα-μά-ζω ρ. (μτβ.) {δάμα-σα, δαμά-στηκε, -σμένος, δαμάζ-οντας} 1. (μτφ.) καταφέρνω να ελέγξω κάποιον ή κάτι, το(ν) συγκρατώ: ~ τον ατίθασο χαρακτήρα κάποιου (βλ. χειραγωγώ). ~ τον άνεμο/τη (μανιασμένη) θάλασσα/τα στοιχεία (/τις δυνάμεις) της φύσης (πβ. (καθ)υποτάσσω). Το τέρας της γραφειοκρατίας δεν ~εται εύκολα (πβ. καταστέλλω).|| ~ τον θυμό/τα πάθη/την πείνα/τα συναισθήματα. Πβ. κατανικώ, κοντρολάρω, κουμαντάρω. ΣΥΝ. χαλιναγωγώ (1) 2. (για άγριο ζώο) τιθασεύω. [< αρχ. δαμάζω] | |
| 11599 | δαμάλα | δα-μά-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. ΖΩΟΛ. δαμαλίδα. 2. (υβριστ.) εύσωμη γυναίκα. Βλ. γαϊδούρα, γουρούνα, κατσίκα, κότα, φοράδα. [< αρχ. δαμάλη] | |
| 11600 | δαμάλι | δα-μά-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): ΖΩΟΛ. αρσενικό βοοειδές μέχρι τριών ετών, μικρός ταύρος. [< μεσν. δαμάλι(ν)] | |
| 11601 | δαμαλίδα | δα-μα-λί-δα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. θηλυκό βοοειδές από οκτώ μηνών έως τριών ετών, το οποίο δεν έχει γεννήσει ακόμη. Βλ. αγελάδα, βόδι, μοσχάρι, ταύρος. [< αρχ. δάμαλις] | |
| 11602 | δαμαλισμός | δα-μα-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. εμβολιασμός κατά της ευλογιάς. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. vaccination] | |
| 11603 | δαμαλίτιδα | δα-μα-λί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. λοιμώδης ασθένεια των βοοειδών: ο ιός της ~ας.|| Το εμβόλιο της ~ας (= ευλογιάς). Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. vaccin] | |
| 11604 | δαμασκηνής | , -ιά, -ί δα-μα-σκη-νής επίθ. & δαμασκηνί {άκλ.}: που έχει το σκούρο μοβ χρώμα του δαμάσκηνου. ● Ουσ.: δαμασκηνί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα. | |
| 11605 | δαμασκηνιά | δα-μα-σκη-νιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. οπωροφόρο, φυλλοβόλο δέντρο (επιστ. ονομασ. Prunus domestica), καρπός του οποίου είναι το δαμάσκηνο. Βλ. πυρηνόκαρπα, ροδίδες. [< μεσν. δαμασκηνία] | |
| 11606 | δαμάσκηνο | δα-μά-σκη-νο ουσ. (ουδ.): ο εδώδιμος καρπός της δαμασκηνιάς, που έχει σχήμα ωοειδές, συνήθ. σκούρα μοβ λεπτή φλούδα και γλυκιά ή γλυκόξινη γεύση: αποξηραμένα ή ξερά/νωπά ~α. Γλυκό του κουταλιού/λικέρ/μαρμελάδα/σάλτσα ~. Τάρτα ~ου. ~α χωρίς κουκούτσι (= απύρηνα). (ΜΑΓΕΙΡ.) Χοιρινό με ~α. Πβ. βανίλια. ΣΥΝ. μπουρνέλα (1) [< μεσν. δαμάσκηνον] | |
| 11607 | δαμασκηνός | , ή, ό δα-μα-σκη-νός επίθ. (κυρ. παλαιότ.): που προέρχεται από τη Δαμασκό ή έχει κατασκευαστεί σύμφωνα με συγκεκριμένη τεχνική που εφαρμοζόταν εκεί: ~ό: σπαθί/ύφασμα. [< μτγν. δαμασκηνός] | |
| 11608 | δαμασκί | δα-μα-σκί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (λαϊκό) 1. το δαμασκηνί χρώμα. 2. μαχαίρι ή ξίφος από δαμασκηνό ατσάλι: (κ. ως επίθ.) ~ σπαθί. [< 2: μεσν. δαμασκί] | |
| 11609 | δάμασμα | δά-μα-σμα ουσ. (ουδ.) & δαμασμός (ο): εξημέρωση, τιθάσευση: ~ ταύρου (ΣΥΝ. ημέρωμα).|| (μτφ.) Το ~ των παθών. Πβ. συγκράτηση, χαλιναγώγηση. [< μεσν. δάμασμα] | |
| 11610 | δαμαστής | δα-μα-στής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πρόσωπο που εξημερώνει και εκπαιδεύει άγρια ζώα: ~ αλόγων/φιδιών. ΣΥΝ. θηριο~.|| (μτφ.) ~ της φύσης. [< μτγν. δαμαστής] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ