Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [12480-12500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
11611δαμόκλειος, ος/α, ο δα-μό-κλει-ος επίθ.: μόνο στη ● ΣΥΜΠΛ.: δαμόκλειος σπάθη & δαμόκλειος (λόγ.): για κίνδυνο που απειλεί διαρκώς κάποιον: Η απόλυση κρέμεται πάνω από τα κεφάλια τους σαν ~ ~. [< αρχ. Δαμοκλῆς]
11612ΔΑΝ(η): Διεύθυνση Ασφάλειας Ναυσιπλοΐας.
11613ΔαναοίΔα-να-οί ουσ. (αρσ.) (οι): μόνο στη ● ΦΡ.: φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας (αρχαιοπρ.): να είσαι επιφυλακτικός ακόμη και απέναντι σε ανθρώπους που σε ευεργετούν ή που δείχνουν φιλική διάθεση.
11614δανδήςδαν-δής ουσ. (αρσ.) {δανδ-ήδες} (παλαιότ.): άντρας με υπερβολική κομψότητα στο ντύσιμο και λεπτεπίλεπτους τρόπους: ~ και ωραιοπαθής. Γνωστός ~ των κοσμικών σαλονιών. Ντύνεται σαν ~ του 19ου αιώνα. ΣΥΝ. κομψευόμενος [< αγγλ.-γαλλ. dandy]
11616δανειακός, ή, ό δα-νει-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με δάνειο: ~ός: λογαριασμός. ~ή: εξάρτηση/επιβάρυνση/πολιτική/σύμβαση. ~ό: πρόγραμμα. ~οί: τίτλοι. ~ές: ανάγκες/απαιτήσεις/υποχρεώσεις. ~ά: κεφάλαια/προϊόντα. [< μτγν. δανειακός]
11617δανείζωδα-νεί-ζω ρ. (μτβ.) {δάνει-σα, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, δανείζ-οντας, -όμενος, δανει-σμένος} 1. δίνω, παραχωρώ προσωρινά σε κάποιον κάτι, συνήθ. χρήματα, με την προϋπόθεση επιστροφής: Του ~σα πεντακόσια ευρώ και δεν μου τα έχει επιστρέψει. Η τράπεζα ~ει (= δανειοδοτεί) με τόκο 10%. Η βιβλιοθήκη ~ει βιβλία για διάστημα ... 2. (μτφ.) προσφέρω κάτι που μου ανήκει: Ηθοποιός που ~ει τη φωνή του σε ήρωες κινουμένων σχεδίων (βλ. ντουμπλάρισμα).|| Λέξεις που ~ει η μια γλώσσα στην άλλη (= δάνειες). ● Παθ.: δανείζομαι 1. παίρνω προσωρινά από κάποιον κάτι, ιδ. χρήματα: ~ από φίλους. ~ με επαχθείς όρους/με υψηλά/χαμηλά επιτόκια.|| Υλικό που δεν ~εται (: απαγορεύεται να δοθεί προς δανεισμό). 2. (μτφ.) αντλώ από κάπου, χρησιμοποιώ ξένα στοιχεία: ~ μια δική σου φράση.|| Έννοια ~σμένη από την Κοινωνιολογία. ● ΦΡ.: όποιος ελεεί το φτωχό, δανείζει το Θεό (παροιμ.): η φιλανθρωπία ανταμείβεται. [< 1: αρχ. δανείζω 2: γαλλ. emprunter]
11615δανεικός

, η, ο βλ. δανικός

11618δανεικός, ή, ό δα-νει-κός επίθ. 1. που κάποιος τον δάνεισε ή τον δανείστηκε: ~ά: κεφάλαια.|| (στην αθλητική δημοσιογραφία:) Ο νεαρός άσος παραχωρήθηκε ~ στην ομάδα. 2. (μτφ.) που δεν είναι δικός μας, δεν μας ανήκει: ~ές: ιδέες. ΑΝΤ. πρωτότυπος.|| ~ή: ευτυχία/ζωή. ~ά: όνειρα. Βλ. κλεμμένος. ● Ουσ.: δανεικά (τα): χρήματα που έχει δανείσει ή δανειστεί κάποιος: Ζει με ~. Πβ. δάνειο. ● ΣΥΜΠΛ.: δανεική/παρένθετη/ανάδοχη μήτρα βλ. μήτρα ● ΦΡ.: δανεικά κι αγύριστα: για χρήματα που δεν πρόκειται να επιστραφούν. [< μεσν. δανεικός]
11619δάνειοδά-νει-ο ουσ. (ουδ.) {δανεί-ου | -ων} 1. ΟΙΚΟΝ. χρηματικό ποσό ή άλλο ανταλλάξιμο αντικείμενο που καταβάλλεται σε κάποιον (δανειζόμενο) από ιδιώτη, εταιρεία ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό (δανειστή) με την υποχρέωση απόδοσής του, με ή χωρίς τόκο, σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα· η σχετική σύμβαση: ανοιχτό/άτοκο/βραχυπρόθεσμο/μεσοπρόθεσμο/μακροπρόθεσμο (: ως προς τον χρόνο εξόφλησης)/εγγυημένο/έντοκο (βλ. εγγύηση, κατάσχεση, πλειστηριασμός, υποθήκη)/εξωτερικό/επαγγελματικό/επενδυτικό/επιχειρηματικό/προσωπικό/τοκοχρεολυτικό (: με υποχρέωση εξόφλησής του και καταβολής των τόκων σε ίσες δόσεις)/τραπεζικό/φοιτητικό/χαμηλότοκο ~. ~ καταναλωτικής πίστης (= καταναλωτικό ~)/στεγαστικής πίστης ή κατοικίας (= στεγαστικό ~). Η δόση/το ύψος του ~ου. Αίτηση/αποπληρωμή/εκταμίευση/εξόφληση/σύναψη/χορήγηση ~ου. Ενυπόθηκα ~α. ~α με κυμαινόμενο/σταθερό επιτόκιο. Κάνω ~ (: σύμβαση ~ου). Βλ. δανειο-δότηση, -ληψία, θαλασσο~, μετοχο~, μικρο~, ομόλογο, πίστωση, χρέος, χρησι~. 2. (μτφ.) ξένο στοιχείο, συνήθ. πολιτισμικό, που υιοθετείται από κάποιο σύνολο και ενσωματώνεται σε ένα νέο: πνευματικό/πολιτιστικό ~.|| (ΓΛΩΣΣ.) Λεξικό (π.χ. ντιβιντί < αγγλ. DVD)/λόγιο (π.χ. επίθεση, στο οποίο η συνηθέστερη σημασία διαφέρει από την αρχαία "ἐπίθεσις")/σημασιολογικό (π.χ. επικεφαλής, με τη σημασία εκείνου που βρίσκεται σε ηγετική θέση < γαλλ. en-tête) ~. Βλ. αντι~. ● ΣΥΜΠΛ.: (γλωσσικό) δάνειο: ΓΛΩΣΣ. στοιχείο που χρησιμοποιείται σε μια γλώσσα προερχόμενο από άλλη: αφομοιωμένα ~α από την Αγγλική/τη Γαλλική., δημόσιο δάνειο: που συνάπτει το κράτος ή άλλος κρατικός φορέας στην αγορά κεφαλαίου για τη χρηματοδότηση των δημόσιων εξόδων και το οποίο προστίθεται στο δημόσιο χρέος: αναγκαστικό (: αναγκαστική χρηματική εισφορά των ιδιωτών προς το κράτος, με τη μονομερή υπόσχεση επιστροφής της με ένα ποσό μειωμένου τόκου)/παραγωγικό (: τα έσοδά του διατίθενται για παραγωγικούς σκοπούς π.χ. κατασκευή δρόμων, σχολείων. ΑΝΤ. καταναλωτικό ~) ~ ~. Βλ. έντοκα γραμμάτια (του Δημοσίου)., κόκκινα δάνεια: τραπεζικά δάνεια που παραμένουν ανεξόφλητα., μεταφραστικό δάνειο: ΓΛΩΣΣ. απόδοση ξένων λέξεων ή φράσεων στη γλώσσα υποδοχής, με χρήση ήδη υπαρκτών σε αυτή γλωσσικών στοιχείων: Η λ. "ουρανοξύστης" είναι ~ ~ από το αγγλικό sky-scraper. H "αισθησιοκρατία", που αποδίδει το γαλλικό sensualisme, είναι ελεύθερο ~ ~. Βλ. αντιδάνειο. [< γερμ. Lehnübersetzung] , ομολογιακό δάνειο & (προφ.) ομολογιακό: ΟΙΚΟΝ. μεσοπρόθεσμο ή μακροπρόθεσμο δάνειο, που εκδίδεται από μεγάλες και κερδοφόρες επιχειρήσεις ή από το κράτος, με σκοπό τη χρηματοδότησή τους: ανταλλάξιμο/κοινό/κοινοπρακτικό/μετατρέψιμο (: σε μετοχές) ~ ~. ~ά ~α εξωτερικού/εσωτερικού. [< αγγλ. bond loan] , πράσινο δάνειο: δάνειο, συνήθ. χαμηλότοκο, που χορηγείται από τις τράπεζες σε ιδιώτες για κατασκευή νέας κατοικίας ή αναβάθμιση της ήδη υπάρχουσας, σύμφωνα με τις σύγχρονες οικολογικές, κυρ. ενεργειακές, προδιαγραφές: επισκευαστικά/στεγαστικά ~α ~α., σύμβαση δανείου: επίσημη συμφωνία μεταξύ δύο συμβαλλομένων, με την οποία ο ένας μεταβιβάζει στον άλλο ένα ποσό χρημάτων, με την υποχρέωση ο δεύτερος να αποδώσει έντοκα το ποσό αυτό με τους όρους που συμφωνούνται., καταναλωτικό δάνειο βλ. καταναλωτικός, στεγαστικό δάνειο βλ. στεγαστικός, Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων βλ. ταμείο [< 1: αρχ. δάνειον, αγγλ. loan 2: γαλλ. emprunt, γερμ. Lehnübersetzung]
11620δανειοδότηςδα-νει-ο-δό-της ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. δανειοδότρια}: ΟΙΚΟΝ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δίνει δάνειο, δανειστής: εξασφάλιση/ζημία του ~η.|| (ως επίθ.) ~τρια: εταιρεία/τράπεζα. Πβ. πιστοδότης. Βλ. -δότης. ΑΝΤ. δανειολήπτης [< γερμ. Kreditgeber]
11621δανειοδότησηδα-νει-ο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) & δανειοδοσία: ΟΙΚΟΝ. χορήγηση δανείου: κρατική/στεγαστική ~. ~ από τράπεζες. ~ για αγορά κατοικίας. Έγκριση/όροι/πρόγραμμα/σχέδιο ~ης. Πβ. πιστοδότηση. Βλ. -δότηση. ΑΝΤ. δανειοληψία
11622δανειοδοτικός, ή, ό δα-νει-ο-δο-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τη δανειοδότηση: ~ός: οργανισμός. ~ή: ικανότητα/πολιτική (μιας τράπεζας)/πράξη/συμφωνία. ~ό: πρόγραμμα.
11623δανειοδοτώ[δανειοδοτῶ] δα-νει-ο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {δανειοδοτ-εί, -ώντας, (λόγ.) μτχ. θηλ. -ούσα | δανειοδότ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος} (επίσ.): ΟΙΚΟΝ. παρέχω δάνειο: Η τράπεζα ~εί τις επιχειρήσεις/τους πελάτες της. Η εταιρεία ~ήθηκε με ευνοϊκούς όρους. Βλ. -δοτώ.
11624δανειοθάλαμοςδα-νει-ο-θά-λα-μος ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΔ. χώρος ορισμένος με ειδική άδεια για εκσκαφή αδρανών υλικών από αναδόχους μεγάλων δημόσιων κυρ. έργων, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στην κατασκευή τους. Πβ. λατομείο, νταμάρι.
11625δανειολήπτηςδα-νει-ο-λή-πτης ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. δανειολήπτρια}: ΟΙΚΟΝ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παίρνει δάνειο και δεσμεύεται για την αποπληρωμή του σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, οφειλέτης: πιστοληπτική ικανότητα/φερεγγυότητα του ~η. ~ες στεγαστικών δανείων. Βλ. -λήπτης.|| (ως επίθ.) ~τρια: επιχείρηση/χώρα. ΑΝΤ. δανειοδότης [< γερμ. Kreditnehmer]
11626δανειοληπτικός, ή, ό δα-νει-ο-λη-πτι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τη λήψη δανείου: ~ή: ικανότητα του πελάτη/μιας χώρας (: η αξιοπιστία του δανειζόμενου, που του επιτρέπει τη λήψη δανείου). ~ές: πράξεις. Βλ. πιστοληπτικός.
11627δανειοληψίαδα-νει-ο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. λήψη δανείου, συνήθ. μετά από σύναψη οικονομικής συμφωνίας, σύμβασης: ~ τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων. Βλ. -ληψία. ΑΝΤ. δανειοδότηση
11628δάνειος, α, ο δά-νει-ος επίθ. (λόγ.): δανεισμένος: ~ος: τίτλος.|| (ΓΛΩΣΣ., που προέρχεται από άλλη, συνήθ. ξένη, γλώσσα) ~ος: όρος. ~ες: λέξεις (πβ. (γλωσσικό) δάνειο). [< μτγν. δάνειος, γαλλ. (d΄) emprunt]
11629δάνεισμαδά-νει-σμα ουσ. (ουδ.) {δανείσμ-ατος} 1. (επίσ.) ποσό δανείου: δόσεις επιστροφής του ~ατος. 2. (σπάν.-προφ.) δανεισμός. [< αρχ. δάνεισμα]
11630δανεισμόςδα-νει-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΟΙΚΟΝ. χορήγηση ή λήψη δανείου: βραχυπρόθεσμος/ενυπόθηκος/εξωτερικός/εσωτερικός/ιδιωτικός/καθαρός/κρατικός/μακροπρόθεσμος/τραπεζικός ~. ~ επιχειρήσεων/νοικοκυριών. ~ τίτλων. ~ σε ξένο νόμισμα/με ενέχυρο. Βλ. υπερ~. 2. προσωρινή παραχώρηση αντικειμένου: ~ βιβλίων/εξοπλισμού/εργαζομένων. Βλ. δια~.|| ~ μήτρας (= παρένθετη μητρότητα). ● ΣΥΜΠΛ.: (γλωσσικός) δανεισμός: ΓΛΩΣΣ. το φαινόμενο κατά το οποίο μια γλώσσα υιοθετεί ένα στοιχείο από μια ξένη γλώσσα (εξωτερικός) ή σπανιότ. από παλαιότερη φάση της ίδιας γλώσσας (εσωτερικός): λεξι(λογι)κός/σημασιολογικός ~. Βλ. δάνειο. [< γερμ. Lehnübersetzung, γαλλ. emprunt] [< αρχ. δανεισμός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.