| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 11631 | δανειστής | δα-νει-στής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. δανείστρια}: φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δανείζει χρήματα: ~ές του δημοσίου. Ο ~ δικαιούται τόκους ... Πβ. πιστωτής.|| (ως επίθ.) ~τρια: γλώσσα (βλ. (γλωσσικός) δανεισμός)/τράπεζα. ΣΥΝ. δανειοδότης ΑΝΤ. οφειλέτης, χρεώστης [< αρχ. δανειστής, μεσν. δανείστρια] | |
| 11632 | δανειστικός | , ή, ό δα-νει-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον δανεισμό: ~ό: τμήμα (πνευματικού κέντρου)/υλικό.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ή: σύμβαση. ~ό: επιτόκιο/συμβόλαιο. ● ΣΥΜΠΛ.: δανειστική βιβλιοθήκη βλ. βιβλιοθήκη [< μτγν. δανειστικός, αγγλ. lending] | |
| 11633 | δανικός | , ή, ό δα-νι-κός επίθ. (επίσ.) & (προφ.) δανέζικος, η, ο: που σχετίζεται με τη Δανία ή/και τους Δανούς. ● Ουσ.: Δανική (η) (επίσ.) & (προφ.) Δανικά & Δανέζικα (τα): η δανέζικη γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα.Σ | |
| 11634 | Δανιμαρκία | Δα-νι-μαρ-κί-α ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): η Δανία, συνήθ. στη ● ΦΡ.: κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας: λέγεται για να υπονοηθεί ότι μία κατάσταση είναι νοσηρή. [< αγγλ. something is rotten in the state of Denmark] | |
| 11635 | δαντέλα | δα-ντέ-λα ουσ. (θηλ.): διάτρητο ύφασμα από λεπτά νήματα, τα οποία σχηματίζουν διακοσμητικά σχέδια με οδοντωτό περίγραμμα: μεταξωτή/χειροποίητη ~. ~ με τη βελόνα/με βελονάκι. ~ της μηχανής. Τελείωμα του νυφικού με ~. Πλέκω ~ες. Βλ. κοπανέλι, οργαντίνα. [< γαλλ. dentelle] | |
| 11636 | δαντελένιος | , ια, ιο δα-ντε-λέ-νιος επίθ. & δαντελωτός, ή, ό 1. που είναι φτιαγμένος από ή διακοσμημένος με δαντέλα: ~ιο: φόρεμα. ~ια: κουρτινάκια. Βλ. -ένιος. 2. (μτφ.) που μοιάζει με δαντέλα, συνήθ. ως προς το περίγραμμα: δαντελωτά ακρογιάλια. | |
| 11637 | δαντικός | , ή, ό δα-ντι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον ποιητή Δάντη ή κυρ. το έργο του. ● ΣΥΜΠΛ.: κόλαση του Δάντη/δαντική κόλαση βλ. κόλαση [< γαλλ. Dante, dantesque] | |
| 11638 | δαπανάω | βλ. δαπανώ | |
| 11639 | δαπάνη | δα-πά-νη ουσ. (θηλ.) {δαπανών} (επίσ.) 1. διάθεση χρημάτων, κυρ. για πληρωμή αγαθού ή υπηρεσίας· (συνεκδ., συνήθ. στον πληθ.) το χρηματικό ποσό που διατίθεται: διαφημιστική/ενεργειακή/ημερήσια/μηνιαία/προβλεπόμενη/προϋπολογιζόμενη/τεκμαρτή/φαρμακευτική ~. ~ διαβίωσης/έργου/μετακίνησης. ~ ύψους/της τάξης των ... ευρώ. Ανά/κατά κεφαλή ~. Απόδειξη/επιμερισμός/κατηγορία/όριο/πληρωμή ~ης.|| Επενδυτικές/ιδιωτικές/καταναλωτικές/κοινωνικές/κρατικές/λειτουργικές/τακτικές ~ες. ~ες εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους. ~ες για την υγεία. Αύξηση/έκπτωση/εκτίμηση/περικοπή (των) ~ών. Εγκρίνεται συνολική ~ μέχρι χίλια ευρώ. ΣΥΝ. έξοδα. ΑΝΤ. έσοδα. 2. (μτφ.) καταβολή μεγάλης προσπάθειας, χρήση ή/και σπατάλη αγαθού για κάποιον σκοπό: ~ δυνάμεων/χρόνου. ~ ενέργειας για θέρμανση και ψύξη. Πβ. ανάλωση, ξόδεμα. ● ΣΥΜΠΛ.: δημοσία δαπάνη [δημοσίᾳ δαπάνῃ]: με έξοδα του Δημοσίου, του κράτους: κηδεία ~ ~., δημόσιες δαπάνες: ΟΙΚΟΝ. έξοδα για την κάλυψη μέρους ή όλου του προϋπολογισμού ενός επιχειρησιακού προγράμματος, έργου, αγαθών, υπηρεσιών, επιδοτήσεων, τα οποία προέρχονται από δημόσιους πόρους, εθνικούς και κοινοτικούς., εθνική δαπάνη: ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των εξόδων των ιδιωτών (για τρόφιμα, ένδυση, ψυχαγωγία) και του δημόσιου τομέα (για μισθούς), καθώς και οι παραγωγικές επενδύσεις στην επικράτεια μιας χώρας κατά τη διάρκεια ενός έτους. Βλ. εθνικό εισόδημα., αμυντικές δαπάνες βλ. αμυντικός, ανελαστικές δαπάνες βλ. ανελαστικός, κεφαλαιουχικές δαπάνες βλ. κεφαλαιουχικός ● ΦΡ.: ιδίαις δαπάναις βλ. ίδιος1 [< αρχ. δαπάνη, γαλλ. dépense] | |
| 11640 | δαπανηρός | , ή, ό δα-πα-νη-ρός επίθ. (λόγ.): που απαιτεί μεγάλες ή/και συνεχείς δαπάνες: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: επιχείρηση/θεραπεία/κατασκευή/συντήρηση. ~ό: έργο. Πβ. ακριβός, πολυ-δάπανος, -έξοδος. Βλ. -ηρός, οικονομικός. [< αρχ. δαπανηρός] | |
| 11641 | δαπανώ | [δαπανῶ] δα-πα-νώ ρ. (μτβ.) {δαπαν-άς ... | δαπάν-ησα, -άται (προφ.) -ιέται ..., -ήθηκε, -ώντας, -ώμενος, -ημένος} & δαπανάω (επίσ.) ΣΥΝ. ξοδεύω 1. δίνω χρηματικό ποσό, κυρ. για την πληρωμή αγαθού ή υπηρεσίας: ~ούν κεφάλαια/πόρους/χρήματα για αγορές/για την υγεία. ~ησε το εισόδημά του/έναν ολόκληρο μισθό/την περιουσία του σε τυχερά παιχνίδια (πβ. τρώω, χαλώ). Το συνολικό κονδύλι που θα ~ηθεί είναι σημαντικά υψηλό. Τους στήριξε οικονομικά, ~ώντας τεράστια ποσά. 2. (μτφ.) καταβάλλω μεγάλη προσπάθεια, χρησιμοποιώ ή/και σπαταλώ αγαθό για κάποιον σκοπό: ~ δυνάμεις. Η ενέργεια που ~άται από τον ανθρώπινο οργανισμό. Δεν πρέπει να ~ηθεί χρόνος σε άσκοπες συζητήσεις. ΣΥΝ. αναλώνω [< 1: αρχ. δαπανῶ] | |
| 11642 | δάπεδο | δά-πε-δο ουσ. (ουδ.) {δαπέδ-ου}: η κάτω επίπεδη επιφάνεια στεγασμένου ή υπαίθριου χώρου, που έχει επιστρωθεί με ορισμένο υλικό και συνεκδ. η ίδια η επίστρωση: ανυψωμένο/κεκλιμένο/οριζόντιο/πλακόστρωτο/προστατευτικό ~. Πλακάκια ~ου. Επένδυση/θέρμανση/ψύξη ~ου. Ηχείο/φωτιστικό ~ου (= επιδαπέδιο· βλ. επιτραπέζιος).|| Αντικραδασμικό/αντιολισθητικό/βιομηχανικό/μαρμάρινο/μωσαϊκό/ξύλινο/πλαστικό/ψηφιδωτό ~. ~α ειδικών απαιτήσεων/υψηλής αντοχής.|| ~ οχήματος. Βλ. ψευδο~. ΣΥΝ. πάτωμα (1) ΑΝΤ. ταβάνι (1) ● ΦΡ.: επίπεδο-δάπεδο βλ. επίπεδο [< αρχ. δάπεδον] | |
| 11643 | δαπεδόστρωση | δα-πε-δό-στρω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): επικάλυψη επιφάνειας με διάφορα υλικά: ~ από μάρμαρο/με γρανίτη. Βλ. ασφαλτό-, λιθό-, μαρμαρό-, πλακό-στρωση. | |
| 11644 | δαρβινικός | , ή, ό δαρ-βι-νι-κός επίθ. (λόγ.) & (λογιότ.) δαρβίνειος, α/ος, ο: που σχετίζεται με τον Δαρβίνο ή τον δαρβινισμό: ~ή: εξέλιξη/θεωρία. [< αγγλ. Darwinian, γαλλ. darwinien] | |
| 11645 | δαρβινισμός | δαρ-βι-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ. η θεωρία του Δαρβίνου για την προέλευση και εξέλιξη των βιολογικών ειδών μέσω της φυσικής επιλογής. Βλ. νεο~, γενετική, θεωρία της εξέλιξης, -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικός δαρβινισμός: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. θεωρία που ερμηνεύει την υπερίσχυση των ισχυρότερων κοινωνικών ομάδων με αναγωγή στους βιολογικούς νόμους της δαρβινικής εξέλιξης. Βλ. κοινωνιοβιολογία, ρατσισμός, το δίκαιο του ισχυρότερου. [< αγγλ. social darwinism, 1877] [< αγγλ. Darwinism, 1860, γαλλ. darwinisme] | |
| 11646 | δαρβινιστής | δαρ-βι-νι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του δαρβινισμού. [< αγγλ. Darwinist, γαλλ. darwiniste] | |
| 11647 | δαρθεί | βλ. δέρνω | |
| 11648 | δάρθηκε | βλ. δέρνω | |
| 11649 | δαρμοί | δαρ-μός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) & (προφ.) δάρσιμο (το): άσκηση σωματικής βίας σε κάποιον, ξυλοδαρμός. [< μτγν. δαρμός] | |
| 11650 | ΔΑΣ | 1. (η) Διεύθυνση Αεροπορίας Στρατού. 2. (ο) Δημοτικός Αθλητικός Σύλλογος. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ