Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [12520-12540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
11652δασάρχηςδα-σάρ-χης ουσ. (αρσ.): προϊστάμενος συγκεκριμένης δασικής περιφέρειας. Βλ. -άρχης. [< γερμ. Oberförster]
11653δασεία[δασεῖα] δα-σεί-α ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. δασύ πνεύμα (σύμβ. ῾) που σημειωνόταν πάνω από το αρχικό φωνήεν (ή το ημίφωνο ρ) ορισμένων λέξεων στο πολυτονικό σύστημα γραφής της Ελληνικής: π.χ. ὑγιής. Βλ. ψιλή. [< μτγν. δασεῖα]
11654δασικός, ή, ό δα-σι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το δάσος: ~ός: δρόμος/όροφος (: καθένα από τα επίπεδα βλάστησης του δασικού οικοσυστήματος)/πλούτος/σταθμός/σχηματισμός/χάρτης. ~ή: βλάστηση/γη/νομοθεσία/ξυλεία/προστασία (= δασοπροστασία)/συστάδα (= δασοσυστάδα)/υπηρεσία. ~ό: κτηματολόγιο/πάρκο. ~ές: βιομηχανίες (: μονάδες πρώτης επεξεργασίας των προϊόντων του δάσους)/πυρκαγιές. Η περιοχή χαρακτηρίστηκε (ως) ~ή. Αποχαρακτηρισμός ~ής έκτασης (: σε περίπτωση που η ξυλώδης, υψηλή ή θαμνώδης, βλάστηση είναι αραιότερη σε σχέση με το δάσος).|| (επιστ.) ~ή: βοτανική/διαχειριστική. Βλ. φιλο~. ● Ουσ.: δασικός (ο): ενν. υπάλληλος. ● ΣΥΜΠΛ.: δασικό χωριό: τουριστικός οικισμός με ξύλινες εγκαταστάσεις, κυρ. καταλύματα, σε ορεινή δασική έκταση., δασική οικολογία βλ. οικολογία, δασικό οικοσύστημα βλ. οικοσύστημα [< γαλλ. forestier]
11655δασκάλεμαδα-σκά-λε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.-συχνά αρνητ. συνυποδ.): καθοδήγηση, συμβουλή σχετική με τη συμπεριφορά ενός προσώπου: Με το κατάλληλο ~ από τον δικηγόρο του κατάφερε και αθωώθηκε.|| (προφ.) Έχει πέσει ~ (= είναι μιλημένος). Πβ. κήρυγμα. [< μεσν. διδασκάλεμα]
11656δασκαλεύωδα-σκα-λεύ-ω ρ. (μτβ.) {δασκάλ-εψα, -εύτηκε, -εμένος, δασκαλεύ-οντας} (προφ.-συχνά αρνητ. συνυποδ.): συμβουλεύω, καθοδηγώ κάποιον για το πώς να συμπεριφερθεί σε συγκεκριμένη περίσταση: Την είχαν ~έψει τι να πει. Πβ. κατευθύνω, νουθετώ. ΣΥΝ. ορμηνεύω ● Μτχ.: δασκαλεμένος , η, ο: που τον έχουν δασκαλέψει: Είναι καλά ~. Ο μάρτυρας ήρθε ~ από τον συνήγορο. Πβ. διαβασμένος, μιλημένος. [< μεσν. δασκαλεύω]
11657δασκαλίκιδα-σκα-λί-κι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) δασκαλιλίκι (προφ.): επαγγελματική ενασχόληση με τη διδασκαλία και (κατ' επέκτ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) νουθεσία, κήρυγμα: Το ~ το είχε πάντα μέσα του.|| Πουλάει ~. Βλ. -ίκι.
11658δασκαλίστικος, η, ο δα-σκα-λί-στι-κος επίθ. (αρνητ. συνυποδ.): σχολαστικός, αυταρχικός: ~ο: ύφος (βλ. από καθέδρας). Χωρίς καμιά ~η διάθεση. Βλ. -ίστικος. ● επίρρ.: δασκαλίστικα
11659δασκαλοκεντρικός, ή, ό δα-σκα-λο-κε-ντρι-κός επίθ. (συχνά αρνητ. συνυποδ.): που έχει ως επίκεντρο τον δάσκαλο, τον εκπαιδευτικό, σε αντιδιαστολή με τον μαθητή: ~ή: μέθοδος διδασκαλίας/προσέγγιση. Αμφισβήτηση του παραδοσιακού ~ού διδακτικού μοντέλου. Βλ. -κεντρικός. ΑΝΤ. μαθητοκεντρικός
11660δασκαλοπαίδιδα-σκα-λο-παί-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): παιδί δασκάλου.
11661δάσκαλος, δασκάλαδά-σκα-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {(αρσ.) -ου κ. -άλου} 1. (για πρόσ.) που ασχολείται επαγγελματικά με τη διδασκαλία, κυρ. στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. 2. (για πρόσ.) που διδάσκει ένα συγκεκριμένο αντικείμενο: ~ της μουσικής/(της) οδήγησης/του σκι/του τένις/του χορού. 3. (προφ., για πρόσ.) με γνώσεις, μεταδοτικότητα και επιρροή: Έφυγε ένας μεγάλος ~ της δημοσιογραφίας. (ως τιμητική προσφών.:) Δάσκαλε! Μην μου κάνεις την ~α! Πβ. καθοδηγητής, μέντορας. Βλ. πυγμαλίων.|| (για γεγονότα, καταστάσεις, ιδιότητες:) Η απλότητα είναι ~α της σοφίας και της αλήθειας. 4. (συχνά αρνητ. συνυποδ.) ειδικός, έμπειρος σε κάτι: Είναι ~ στο ψέμα/~α στην απάτη. Πβ. αυθεντία, καθηγητής, μανούλα, μάστορας. ● Υποκ.: δασκαλάκος (ο) (συχνά μειωτ.): νεαρός και άπειρος δάσκαλος. δασκαλίτσα (η). Βλ. -άκος. ● ΣΥΜΠΛ.: σύλλογος δασκάλων/καθηγητών βλ. σύλλογος ● ΦΡ.: από τ' αυτί και στο δάσκαλο (προφ.): για τιμωρία που επιβάλλεται χωρίς καθυστέρηση., μ' όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις (παροιμ.): για να δηλωθεί η μεγάλη σημασία που έχει το κοινωνικό περιβάλλον και οι συναναστροφές στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και της συμπεριφοράς του ανθρώπου., βρήκε το(ν) δάσκαλό/το(ν) μάστορά του βλ. βρίσκω, δάσκαλε που δίδασκες (και νόμο/λόγο δεν εκράτεις) βλ. διδάσκω [< 1,2: μεσν. δάσκαλος < αρχ. διδάσκαλος 3,4: γαλλ. maître]
11662δασμολόγησηδα-σμο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. προσδιορισμός και επιβολή δασμού σε εμπόρευμα που εισάγεται ή εξάγεται: Προϊόντα που υποβάλλονται/υπόκεινται σε ~. Βλ. φορολογία. ΣΥΝ. δασμολογία [< γαλλ. tarification]
11663δασμολογητέος, α, ο δα-σμο-λο-γη-τέ-ος επίθ. (επίσ., για εμπόρευμα): που υπόκειται σε δασμολόγηση: Η ~α αξία των εισαγόμενων αγαθών. Βλ. -τέος.
11664δασμολογίαδα-σμο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. δασμολόγηση. [< μτγν. δασμολογία 'φορολογία']
11665δασμολογικός, ή, ό δα-σμο-λο-γι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τη δασμολόγηση ή το δασμολόγιο: ~ός: προστατευτισμός (: πολιτική ενίσχυσης εγχώριων προϊόντων μέσω της επιβολής δασμών σε εισαγόμενα)/συντελεστής. ~ή: κλάση/πολιτική/ποσόστωση. ~ό: καθεστώς. ~ές: απαλλαγές/ελαφρύνσεις. ~ά: εμπόδια. Βλ. φορολογικός. [< γαλλ. tarifaire, 1919]
11666δασμολόγιοδα-σμο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΟΙΚΟΝ. σύστημα δασμολόγησης: ενιαίο/τελωνειακό ~. 2. πίνακας στον οποίο αναγράφονται τα εμπορεύματα και οι αντίστοιχοι δασμοί. Βλ. -λόγιο. [< γαλλ. tarif]
11667δασμολογώ[δασμολογῶ] δα-σμο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {συνηθέστ. στον ενεστ.} (σπάν.): ΟΙΚΟΝ. επιβάλλω δασμό σε ένα προϊόν. Βλ. φορολογώ, -λογώ. ● Παθ.: δασμολογείται: περιλαμβάνεται στο δασμολόγιο: ~ημένα: οχήματα. [< αρχ. δασμολογῶ, γαλλ. tarifer]
11668δασμόςδα-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. έμμεσος φόρος που επιβάλλεται από το κράτος στα εμπορεύματα που εισάγονται, εξάγονται ή διέρχονται από το έδαφός του: ειδικός/μειωμένος/μέσος/μηδενικός/τελωνειακός (: εισπράττεται επί των εισαγωγών στα σύνορα μιας χώρας και ειδικότ. για την Ευρωπαϊκή Ένωση στα εξωτερικά της σύνορα) ~. (κυρ. παλαιότ.) Προστατευτικοί ~οί (: για την προστασία της εγχώριας παραγωγής από τον εξωτερικό ανταγωνισμό). ~οί σε είδος (: ανάλογα με το βάρος, το σχήμα, τον όγκο, την ποιότητα των ειδών που εισάγονται)/σε χρήμα ή κατ' αξίαν (: ανάλογα με την τιμή του εισαγόμενου εμπορεύματος). ~οί αυτοκινήτων (βλ. τέλος). ~οί αντιντάμπινγκ. Συντελεστής ~ού. Επιβολή/επιστροφή/καταβολή/κατάργηση ~ών. Προϊόντα απαλλαγμένα από ~ούς και φόρους (= ντιούτι φρι). [< αρχ. δασμός, αγγλ. duty]
11669δασμοφοροδιαφυγήδα-σμο-φο-ρο-δι-α-φυ-γή ουσ. (θηλ.): παράνομη πράξη που συνίσταται στη διακίνηση προϊόντων χωρίς την καταβολή των απαιτούμενων δασμών. Βλ. λαθρεμπόριο.
11670δασόβιος, α, ο δα-σό-βι-ος επίθ. (λόγ.): (για ζώο ή φυτό) που ζει ή αναπτύσσεται στο δάσος: ~α: βλάστηση. ~α: είδη/θηλαστικά/πουλιά. Βλ. -βιος.
11671δασοκάλυψηδα-σο-κά-λυ-ψη ουσ. (θηλ.): συνολική επιφάνεια περιοχής που καλύπτεται με δάση. Βλ. φυτοκάλυψη.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.