| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 11672 | δασοκομάντος | δα-σο-κο-μά-ντος ουσ. (αρσ.) (οι) {άκλ.}: μέλη ειδικά εκπαιδευμένης ομάδας αερομεταφερόμενων πυροσβεστών με κύρια αποστολή την κατάσβεση δασικών πυρκαγιών. | |
| 11673 | δασοκομία | δα-σο-κο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. επιστήμη που ασχολείται με την καλλιέργεια, τη διατήρηση και την προστασία δασικών περιοχών: αειφόρος/βιώσιμη ~ (βλ. αειφορία). Προϊόντα ~ας. Βλ. αλιεία, γεωργία, θήρα, κτηνοτροφία, φυτοκομία, -κομία. ΣΥΝ. δασοκομική [< γαλλ. sylviculture] | |
| 11674 | δασοκομικός | , ή, ό δα-σο-κο-μι-κός επίθ.: ΓΕΩΠ. που σχετίζεται με τη δασοκομία: ~ή: βιομηχανία/παραγωγή. ~ές: εκμεταλλεύσεις/επιχειρήσεις. ~ά: προϊόντα. ● Ουσ.: δασοκομική (η): δασοκομία. [< γαλλ. sylvicole] | |
| 11675 | δασοκόμος | δα-σο-κό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ειδικός που ασχολείται με τη δασοκομία ή δασικός υπάλληλος. Βλ. ανθο-, δενδρο-κόμος. [< γαλλ. sylviculteur] | |
| 11676 | δασοκτονία | δα-σο-κτο-νί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δράση με καταστροφικές συνέπειες για το δάσος. Βλ. -κτονία. | |
| 11677 | δασοκτόνος | , ος/α, ο δα-σο-κτό-νος επίθ. (λόγ.): που έχει καταστροφικές συνέπειες για το δάσος: ~ος: νόμος. ~α: πολιτική. Βλ. -κτόνος, περιβαλλοντοκτόνος. | |
| 11678 | δασολογία | δα-σο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. επιστήμη που μελετά και εφαρμόζει σύγχρονες μεθόδους για την ανάπτυξη, προστασία και διαχείριση των δασικών οικοσυστημάτων. Βλ. δασοπονία, -λογία, υλωρική. [< γερμ. Forstwissenschaft] | |
| 11679 | δασολογικός | , ή, ό δα-σο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΕΩΠ. που σχετίζεται με τη δασολογία: ~ή: επιστήμη. | |
| 11680 | δασολόγιο | δα-σο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): επίσημη καταγραφή των δασικών εκτάσεων από το κράτος: εθνικό ~. Βλ. κτηματολόγιο, -λόγιο. | |
| 11681 | δασολόγος | δα-σο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με αντικείμενο έρευνας τη δασολογία: ~-περιβαλλοντολόγος. Βλ. -λόγος. | |
| 11682 | δασόμελο | δα-σό-με-λο ουσ. (ουδ.): μέλι που παράγεται από το μελίτωμα δέντρων του δάσους (όπως πεύκο, βελανιδιά, καστανιά, έλατο). Βλ. -μελο. | |
| 11683 | δασονομείο | [δασονομεῖο] δα-σο-νο-μεί-ο ουσ. (ουδ.): δασική Αρχή που υπάγεται στο δασαρχείο· συνεκδ. το κτίριο όπου στεγάζεται. [< γερμ. Forstamt] | |
| 11684 | δασονομία | δα-σο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): αστυνομική εποπτεία και προστασία των δασών. Βλ. -νομία. [< γερμ. Forstverwaltung] | |
| 11685 | δασονομικός | , ή, ό δα-σο-νο-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη δασονομία: ~ή: υπηρεσία. ~ές: Αρχές. | |
| 11686 | δασονόμος | δα-σο-νό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): δασικός υπάλληλος με διοικητικές και αστυνομικές αρμοδιότητες σε μια δασική περιφέρεια. Βλ. αγρονόμος, -νόμος. [< γερμ. Förster] | |
| 11687 | δασοπονία | δα-σο-πο-νί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. κλάδος της δασολογίας που έχει ως στόχο την ανάπτυξη και αξιοποίηση των δασικών οικοσυστημάτων: τεχνολόγος ~ας. Βλ. φυτοτεχνία. [< γερμ. Forstwirtschaft] | |
| 11688 | δασοπονικός | , ή, ό δα-σο-πο-νι-κός επίθ.: ΓΕΩΠ. που σχετίζεται με τη δασοπονία: ~ή: ανάπτυξη/διαχείριση/εκμετάλλευση. ~ά: είδη (π.χ. οξιά, πεύκη, ελάτη)/προϊόντα. | |
| 11689 | δασοπόνος | δα-σο-πό-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στη δασοπονία: τεχνολόγος-~. Βλ. δασολόγος. | |
| 11690 | δασοπροστασία | δα-σο-προ-στα-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σύνολο μέτρων ή/και δράσεων για την προστασία των δασών: εθελοντική ~. Σύστημα/φορέας ~ας. | |
| 11691 | δασοπυροπροστασία | δα-σο-πυ-ρο-προ-στα-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σύνολο μέτρων ή/και δράσεων για την πρόληψη και την αντιμετώπιση των πυρκαγιών σε δασικές περιοχές: εθελοντική ~. Σχεδιασμός για τη ~. Βλ. δασο-προστασία, -πυροφύλαξη, πολιτική προστασία. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ