| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 11670 | δασόβιος | , α, ο δα-σό-βι-ος επίθ. (λόγ.): (για ζώο ή φυτό) που ζει ή αναπτύσσεται στο δάσος: ~α: βλάστηση. ~α: είδη/θηλαστικά/πουλιά. Βλ. -βιος. | |
| 11671 | δασοκάλυψη | δα-σο-κά-λυ-ψη ουσ. (θηλ.): συνολική επιφάνεια περιοχής που καλύπτεται με δάση. Βλ. φυτοκάλυψη. | |
| 11672 | δασοκομάντος | δα-σο-κο-μά-ντος ουσ. (αρσ.) (οι) {άκλ.}: μέλη ειδικά εκπαιδευμένης ομάδας αερομεταφερόμενων πυροσβεστών με κύρια αποστολή την κατάσβεση δασικών πυρκαγιών. | |
| 11673 | δασοκομία | δα-σο-κο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. επιστήμη που ασχολείται με την καλλιέργεια, τη διατήρηση και την προστασία δασικών περιοχών: αειφόρος/βιώσιμη ~ (βλ. αειφορία). Προϊόντα ~ας. Βλ. αλιεία, γεωργία, θήρα, κτηνοτροφία, φυτοκομία, -κομία. ΣΥΝ. δασοκομική [< γαλλ. sylviculture] | |
| 11674 | δασοκομικός | , ή, ό δα-σο-κο-μι-κός επίθ.: ΓΕΩΠ. που σχετίζεται με τη δασοκομία: ~ή: βιομηχανία/παραγωγή. ~ές: εκμεταλλεύσεις/επιχειρήσεις. ~ά: προϊόντα. ● Ουσ.: δασοκομική (η): δασοκομία. [< γαλλ. sylvicole] | |
| 11675 | δασοκόμος | δα-σο-κό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ειδικός που ασχολείται με τη δασοκομία ή δασικός υπάλληλος. Βλ. ανθο-, δενδρο-κόμος. [< γαλλ. sylviculteur] | |
| 11676 | δασοκτονία | δα-σο-κτο-νί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δράση με καταστροφικές συνέπειες για το δάσος. Βλ. -κτονία. | |
| 11677 | δασοκτόνος | , ος/α, ο δα-σο-κτό-νος επίθ. (λόγ.): που έχει καταστροφικές συνέπειες για το δάσος: ~ος: νόμος. ~α: πολιτική. Βλ. -κτόνος, περιβαλλοντοκτόνος. | |
| 11678 | δασολογία | δα-σο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. επιστήμη που μελετά και εφαρμόζει σύγχρονες μεθόδους για την ανάπτυξη, προστασία και διαχείριση των δασικών οικοσυστημάτων. Βλ. δασοπονία, -λογία, υλωρική. [< γερμ. Forstwissenschaft] | |
| 11679 | δασολογικός | , ή, ό δα-σο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΕΩΠ. που σχετίζεται με τη δασολογία: ~ή: επιστήμη. | |
| 11680 | δασολόγιο | δα-σο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): επίσημη καταγραφή των δασικών εκτάσεων από το κράτος: εθνικό ~. Βλ. κτηματολόγιο, -λόγιο. | |
| 11681 | δασολόγος | δα-σο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με αντικείμενο έρευνας τη δασολογία: ~-περιβαλλοντολόγος. Βλ. -λόγος. | |
| 11682 | δασόμελο | δα-σό-με-λο ουσ. (ουδ.): μέλι που παράγεται από το μελίτωμα δέντρων του δάσους (όπως πεύκο, βελανιδιά, καστανιά, έλατο). Βλ. -μελο. | |
| 11683 | δασονομείο | [δασονομεῖο] δα-σο-νο-μεί-ο ουσ. (ουδ.): δασική Αρχή που υπάγεται στο δασαρχείο· συνεκδ. το κτίριο όπου στεγάζεται. [< γερμ. Forstamt] | |
| 11684 | δασονομία | δα-σο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): αστυνομική εποπτεία και προστασία των δασών. Βλ. -νομία. [< γερμ. Forstverwaltung] | |
| 11685 | δασονομικός | , ή, ό δα-σο-νο-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη δασονομία: ~ή: υπηρεσία. ~ές: Αρχές. | |
| 11686 | δασονόμος | δα-σο-νό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): δασικός υπάλληλος με διοικητικές και αστυνομικές αρμοδιότητες σε μια δασική περιφέρεια. Βλ. αγρονόμος, -νόμος. [< γερμ. Förster] | |
| 11687 | δασοπονία | δα-σο-πο-νί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. κλάδος της δασολογίας που έχει ως στόχο την ανάπτυξη και αξιοποίηση των δασικών οικοσυστημάτων: τεχνολόγος ~ας. Βλ. φυτοτεχνία. [< γερμ. Forstwirtschaft] | |
| 11688 | δασοπονικός | , ή, ό δα-σο-πο-νι-κός επίθ.: ΓΕΩΠ. που σχετίζεται με τη δασοπονία: ~ή: ανάπτυξη/διαχείριση/εκμετάλλευση. ~ά: είδη (π.χ. οξιά, πεύκη, ελάτη)/προϊόντα. | |
| 11689 | δασοπόνος | δα-σο-πό-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στη δασοπονία: τεχνολόγος-~. Βλ. δασολόγος. | |